Τα μωβ τριαντάφυλλα της Κυριακής

Τα μωβ τριαντάφυλλα της Κυριακής Facebook Twitter
0

Ο μεταλλικός ήχος του ψαλιδιού του κήπου έπαυσε, κάτι που μαρτυρούσε ότι ο σκοπός είχε επιτευχθεί. Τρία κλωνιά αποχωρίστηκαν από το βλαστό της ολάνθιστης τριανταφυλλιάς και γυμνώθηκαν από τα αγκάθια τους χάρη στις βιαστικές κινήσεις του Χριστόφορου. Ακούμπησε τα μώβ τριαντάφυλλα με τις μικρές πρωινές δροσοσταλίδες στο γυάλινο τραπέζι του μπαλκονιού. Τύλιξε τη βάση τους με ένα φύλλο ασημόχαρτο και τα έδεσε με μια κόκκινη κορδέλα. Η ανθοδέσμη της κυρίας Κυριακής ήταν έτοιμη κι αρπάζοντας τη σάκα του έτρεξε να προλάβει το λεωφορείο.

Η νεαρή δασκάλα είχε έρθει πριν λίγες ημέρες στο πέτρινο δημοτικό σχολείο του χωριού. Με ένα μπλέ ραφ ταγιέρ, μαύρες μπότες μέχρι το γόνατο, μια μακριά καστανή αλογοουρά και μεγάλα σκούρα μάτια που μαγνήτιζαν, δεν άργησε να γίνει το επίκεντρο της προσοχής του μικρού μαθητή.

Το Σάββατο ήταν η δική τους ημέρα. Συνήθιζε να της πηγαίνει λουλούδια. Εκείνη τον φιλούσε απαλά στο μάγουλο και τον έραινε με κολώνια λεβάντας, από ένα πλαστικό μπουκαλάκι αρωματοπωλείου.

Έμαθε πολλά από την κυρία Κυριακή. Γεωγραφία, Ιστορία, Αριθμητική, Θρησκευτικά, Ωδική. Δινόταν με πάθος στην δουλειά της και ο μικρός μαθητής της Γ' δημοτικού κρεμόταν από τα χείλη της. Όταν μελετούσε, είχε στο νου του πως θα εντυπωσιάσει την αφοσιωμένη δασκάλα με την πρόοδο του.

Είχε πια κοντοζυγώσει το καλοκαίρι και ήρθε η ώρα του αποχαιρετισμού. Ο Χριστόφορος την πλησίασε κι εκείνη τον αρωμάτισε με λεβάντα. Τον φίλησε για τελευταία φορά. «Εσύ δε με φίλησες ποτέ», του είπε με φωνή που φόρτιζε ένα παράπονο. Γύρισε, την κοίταξε κι επιστράτευσε όσο θάρρος είχε μέσα του για να ακουμπήσει τα χείλη του στο μάγουλο της. Ο μικρός μαθητής δε θα ξεχνούσε ποτέ αυτό το φιλί.

Εκείνη η σχολική χρονιά πέρασε τόσο μαγικά, αλλά και τόσο γρήγορα... Τον επόμενο Σεπτέμβριο έμαθε ότι η αγαπημένη του δασκάλα, είχε μετατεθεί σε άλλο σχολείο. Απογοητεύτηκε!

Για χρόνια της έστελνε μια πολύχρωμη κάρτα τα Χριστούγεννα. Κάποια στιγμή η αδράνεια της ενηλικίωσης διέκοψε την γιορτινή αλληλογραφία τους. Η πολυπραγμοσύνη των ανθρώπων και το άγχος της καθημερινότητας καμιά φορά ξεθωριάζουν τις μικρές τρυφερές συνήθειες.

Είχαν περάσει πολλά χρόνια όταν, τυχαία, ο Χριστόφορος, ολόκληρος άντρας πια, βρήκε σε ένα παλιό κουτί ένα σημειωματάριο της παιδικής του ηλικίας. Όταν το άνοιξε είδε με συγκίνηση την ταχυδρομική διεύθυνση και τον αριθμό τηλεφώνου της αλλοτινής δασκάλας του. Δίστασε λίγο πριν σχηματίσει το νούμερο της... θα τον θυμόταν;
Ασφαλώς και τον θυμόταν! Την επόμενη κιόλας ημέρα την επισκέφτηκε στο σπίτι της κρατώντας το γνώριμο μπουκέτο. Η μώβ τριανταφυλλιά, φαινόταν λες κι είχε αντέξει τόσες δεκαετίες για να απολαύσει εκείνη -την τιμητική της- ημέρα. Η συνταξιούχος, πια, κυρία Κυριακή τον αγκάλιασε με θέρμη. Τον άγγιζε στο πρόσωπο για ώρα πολλή και δάκρυζε. Φαίνεται πως γνώριζε καλά πως ένας δάσκαλος μπορεί να νικήσει τη θνητότητα, μόνον όταν ριζώσει στην ψυχή των μαθητών του. Εκείνος της χάιδευε για ώρα τα μαλλιά, που ήταν πλέον χτενισμένα σε σχήμα καρέ μα είχαν χάσει την παλιότερη τους λάμψη. Ανέσυραν τις θύμησες από το σχολείο και σμίξανε το βλέμμα τους πάνω σε παλιές φωτογραφίες. Τα μάτια του καρφώθηκαν σε ένα νεανικό πορτραίτο της κυρίας Κυριακής, όπου δέσποζαν οι σκοτεινές λίμνες των ματιών της. Πριν φύγει τον ψέκασε και πάλι με κολώνια λεβάντα.

Για λίγα χρόνια μιλούσαν συχνά στο τηλέφωνο. Την επισκεπτόταν κάθε χρόνο στη γιορτή της. Ήταν πάλι της Αγίας Κυριακής, όταν η κλήση του Χριστόφορου συνάντησε ένα απενεργοποιημένο νούμερο. Ακολούθησαν μερικές ακόμη προσπάθειες. Ένα τηλεφώνημα στον αδερφό της, τον γέμισε θλίψη.

Λίγες ημέρες αργότερα ο Χριστόφορος βρέθηκε να περπατά σε μια αποικία από μάρμαρο. Το δειλινό γύρευε να εδραιωθεί, όταν γονάτισε μπροστά στην γνώριμη φωτογραφία. Τα μεγάλα σκούρα μάτια της έσμιγαν με τις ξεθωριασμένες ηλιαχτίδες κι άλλαζαν την απόχρωση των μωβ τριαντάφυλλων, που νότιζαν με μεθυστική μυρωδιά το αεράκι του Ιουλίου. Ο συντετριμμένος άντρας σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε από την κατάλευκή παγερή επιφάνεια. Πάνω της απέμεινε να λαμπυρίζει στο σούρουπο ένα ασημόχαρτο, στερεωμένο με μια μικρή κόκκινη κορδέλα.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ