Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, ζώα, φυτά ή πράγματα είναι συμπτωματική, αλλά ουδόλως θεωρητική.

 

Γιατί ξεκινάς και λες «είμαι μουσικός, ποιητής, χορευτής, ηθοποιός», καλλιτέχνης βρε αδερφέ, «και δεν μπορώ να ζήσω χωρίς τέχνη στη ζωή μου».

 

Και πας στα Παρίσια, τα Λονδίνα, τις Νέες τις Υόρκες και στου βοδιού το κέρατο, για να καλλιτεχνιάσεις, να μιλήσεις για Poètes Maudits, για jazz, για μετανεοτερικότητα και άλλα τέτοια, που κάνουν τη μάνα σου να βγάζει σπυριά και να νομίζει ότι έμπλεξες με ναρκωτικά ή παραθρησκευτικές οργανώσεις. Ή ότι κάτι έχεις και θα πεθάνεις. Ή ακόμα χειρότερα ότι δεν θα παντρευτείς και δεν θα της κάνεις εγγόνια.

 

Γελάς λοιπόν, και λες «χα, ποταποί ανθρωπίσκοι, εγώ είμαι καλλιτέχνης, και με μία κοφτή κίνηση ρίχνεις την άκρη του ριγέ κασκόλ σου πάνω από τον αριστερό σου ώμο, και φεύγεις σφυρίζοντας το "Blue Bossa". Γιατί μέσα σου είσαι ταυτόχρονα ζωντανός και ήρεμος, σαν να έχεις πιεί ζεστό γάλα με μέλι, και όλα σου τα βάσανα γίνονται θολά και μακρινά μέσα από τα μουσικοχορευτικά σου παυσίπονα.

 

Έχεις κάνει κάτι χαλαρές προσπάθειες να συνδυάσεις βουνό και θάλασσα (βλ. Χρηστάκη και τέχνη) αλλά το μόνο που κατάφερες είναι να πρήξεις τους φίλους σου με τις βαρεμάρες της καθημερινότητας, για το πώς σου έκοψε χτες το αβγολέμονο και είχες τύψεις και να χασμουριέσαι από τις 9 γιατί έχεις να ξεκουραστείς σαν άνθρωπος από όταν εξαφανιστήκαν οι δεινόσαυροι.

Ίσως να μην υπάρχει πιο εγωιστής άνθρωπος και ταυτόχρονα καθόλου εγωιστής από τον καλλιτέχνη, που έχει απαρνηθεί τον εαυτό του για χάρη της τέχνης και την ίδια στιγμή ζει μόνο για τον εαυτό του και για το «κοινό καλό», όχι όμως για να εξυπηρετεί τις προσωπικές ανάγκες άλλων. Λίγο μπερδεμένο, αλλά περίπου κάπως έτσι.

 

Όμως καλέ μου επίδοξε Noah Galvin, αυτός ο αναθεματισμένος ο τροχός γυρνάει και δεν ξέρεις τι λαχνό σου ρίχνει.

 

Έτσι μια ωραία πρωία η μάνα σου βγαίνει στους δρόμους με παντιέρα «ο αγώνας τώρα δικαιώνεται» γιατί της έχεις ανακοινώσει ότι δεν βλέπεις αρνητικά το να το επισημοποιήσετε με τον Χρηστάκη. Ο οποίος Χρηστάκης είναι τύπος ελαφρολαϊκός που αγαπάει το καλό παστίτσιο και του αρέσουν οι τρελέντζες σαν εσένα, και είναι τόσο down to earth που σου φάνηκε πολύ γοητευτικό να γίνεις ο Πυγμαλίων του και να τον μυήσεις τσι καλλιτεχνίες μεταξύ τούμπα λίμπρε και σουβλακίου.

 

Γιατί έτσι νομίζεις, πτωχή πλην τιμία μου καλλιτέχνισα, ότι εσύ θα στρίψεις το καράβι, και όχι το καράβι εσένα.

 

Λοιπόν, σου έχω νέα : δεν τα ξέρεις καλά τα πράγματα.

 

Κι αν εσύ πίστευες ότι μέσα από τα βιβλία σου, τις παρτιτούρες σου και τις γκαλερί σου έμαθες τον κόσμο, όχι κοπέλα μου, ο κόσμος δεν μαθαίνεται άμα δεν σου φάει πρώτα μια λίβρα ψαχνό ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο.

 

Ο Χρηστάκης με πολλή αγάπη και καθόλου κακές προθέσεις θα σε διεκδικήσει. Όχι όπως το νόμιζες, ρομαντικά, σαν Φερδινάρδος στο άσπρο άλογό του, από άλλους επίδοξους μνηστήρες. Θα σε διεκδικήσει από τον εαυτό σου. Και από την τέχνη. Κυρίως όμως από τον εαυτό σου.

 

Θα αφιερώνεις όλο και λιγότερο χρόνο στις καλλιτεχνίες σου, γιατί θα θέλεις να περνάς περισσότερο χρόνο αγκαλιά με τον Χρηστάκη βλέποντας ταινία – βασικά έτσι σου υποσχέθηκε ότι θα γίνει, μέχρι που μπούκαραν στο σπίτι οι παρέοι του Χρηστάκη και «άλλαξε το κανάλι ρε, έχει Μπενφίκα- Φενερμπαχτσέ», οπότε πέρασε η βραδιά με πιτσόμπυρο και μπόλικες λέξεις εντελώς συναφείς με τους Καταραμένους Ποιητές που προαναφέραμε.

 

Θα ξεχάσεις τα Παρίσια και τα λοιπά, γιατί «μαζεύουμε λεφτά για να τελειώσουμε το σπίτι αγάπη μου», και γιατί στο κάτω κάτω σαν τη Χαλκιδική δεν υπάρχει «βρε χαζούλι».

 

Θα μάθεις να μιλάς κι εσύ για τις όζες σας (μτφ. βερνίκια νυχιών aka μανό) με τις γυναίκες των άλλων Χρηστακαίων της παρέας, γιατί μια φορά είπες κατά λάθος «Dexter Gordon» και μετά λιβανίσανε πίσω σου κρυφά.

 

Θα ζωστείς ποδιά και θα πέσεις στη μαρμίτα με τη νοικοκυροσύνη για να μην τρώει ο Χρηστάκης «φαΐ απ' έξω» και δεν σε ξεβγάζει ούτε ο Νείλος από το στόμα της πεθεράς σου.

 

Θα....θα....θα..... Γενικά θα.

 

Θα έρθουν καλύτερες μέρες μωρό μου. Θα τα χάσεις μωρέ τα κιλάκια που πήρες στις γιορτές, δεν χρειάζεται τώρα να τρέχεις σε πιλάτες και γιόγκες να πετάς λεφτά, λαμπάδα είσαι. Θα μεγαλώσουν τα παιδιά αγάπη μου και θα μειωθούν οι ευθύνες μας. Θα χαρεί η φουκαριάρα η μάνα μου να την πάρουμε μαζί μας στο Καρκαμπίλι που θα πάμε για λουτρά.

 

Έχεις κάνει κάτι χαλαρές προσπάθειες να συνδυάσεις βουνό και θάλασσα (βλ. Χρηστάκη και τέχνη) αλλά το μόνο που κατάφερες είναι να πρήξεις τους φίλους σου με τις βαρεμάρες της καθημερινότητας, για το πώς σου έκοψε χτες το αβγολέμονο και είχες τύψεις και να χασμουριέσαι από τις 9 γιατί έχεις να ξεκουραστείς σαν άνθρωπος από όταν εξαφανιστήκαν οι δεινόσαυροι.
Κι έχεις κάτι μακρινές αναμνήσεις από το Les Deux Magots που έπινες τον café crème σου και διάβασες τον Albert Camus σου, αλλά είναι τόσο θολές σαν κουνημένες φωτογραφίες ενός προσώπου που πιά δεν θυμάσαι το όνομά του και απλά λες «ένας γνωστός μου από παλιά».


Ο εαυτός σου. Ένας γνωστός σου από παλιά.


Να σε τσιμπήσω να ξυπνήσεις;