Θα βρεθώ κάπου και θα χαρίσω στα μάτια μου εικόνες. Για να φτάσω εκεί θα χρειαστεί να αλλάξω δύο αεροπλάνα. Η αναμονή μου θα είναι περίπου δύο ώρες. Ίσα ίσα να προλάβω να παρατηρήσω τους άλλους ανθρώπους, αλλά και εκείνους που επέλεξαν να έχουν δίπλα τους για να μη βαριούνται ή για να μάθουν να φιλούν. Θα κρυφοκοιτάξω βιβλία και θα υποσχεθώ να μάθω ισπανικά για να καταλαβαίνω πέρα από τα εξώφυλλα, θα κρυφακούσω τραγούδια πίσω από τα ακουστικά του αγοριού με τις μπούκλες και θα ακολουθήσω με τα μάτια μου ανθρώπους που κινούνται στα άλλα μήκη κύματος, μέχρι να ανοίξει η πύλη μου και να πετάξω.


Θα βρεθώ κάπου και θα αλλάξω τελετουργικά. Θα πλένω μόνο τα δόντια μου και τα μαλλιά μου. Θα ντύνομαι αλλιώς, θα τρώω αλλιώς και θα έχω άλλα μάτια. Εκεί οι άνθρωποι θα ανοίγουν τα παντζούρια πριν ξημερώσει για να βλέπουν πώς το σκοτάδι γίνεται φως. Θα μου ζητήσουν να επιλέξω τι μου αρέσει. Τότε εγώ θα πω την αλήθεια. Εκεί μπορείς να λες αλήθεια και να σε θέλουν.


Δεν θα υπάρχει θάλασσα –οι θάλασσες μεγαλώνουν τις αποστάσεις- μόνο ξηρά και οριοθετημένες εκτάσεις με νερό. Ευθείες γραμμές και καμπύλες τέμνονται, μπλέκονται σαν χριστουγεννιάτικα φωτάκια που βγάλαμε από το κουτί. Θυμίζοντας τις φορές που συνεννοηθήκαμε λάθος, μπερδέψαμε τη ράχη μας με εκείνη της καρέκλας και βγάλαμε τις ιδιοτροπίες μας στο πόμολο της εξώπορτας.


Θα βρεθώ κάπου και θα αφήσω να λαμπυρίσω για λίγους και εκλεκτούς.


Και όταν χτυπήσει το τηλέφωνο δεν θα το ξέρω, γιατί εκεί δεν θα έχει τηλέφωνα, ούτε ανισόρροπα πλάσματα. Εκεί όλοι θα ισορροπούν σωστά σε καθημερινή βάση.