Εφτά και μισή το πρωί.
— «Θα πεθάνω;»
— «Ναι.»
— «Θα πεθάνω σήμερα;»
— «Όχι, έχεις λίγες μέρες ακόμα.»
— «Μέρες; Πως μεταφράζεται αυτό;»
— «Σε μια αγκαλιά, μεγάλη, ζεστή δική μας. Μια αγκαλιά μέχρι να φύγεις.»
— «Φοβάμαι.....»
— «Και εγώ. Μα εγώ φοβάμαι περισσότερο........ Φοβάμαι πως όταν φύγεις δεν θα έχω άνθρωπο ξανά να αγκαλιάσω.»
— «Να βρεις...».
— «Βρήκα εσένα. Δεν θέλω άλλον.»
— «Να βρεις... μ' ακούς;»
— «Δεν θέλω άλλον!....» Είπε εκνευρισμένα και σηκώθηκε από το κρεβάτι για να του φέρει λίγη σούπα.


Ο Φοίβος έφευγε. 44 χρονών και τον έτρωγε ο καρκίνος. Αυτός πάλι δεν μπορούσε να φάει τίποτα. Ή σχεδόν τίποτα. Ρουφούσε λίγη από την ποντιακή σούπα που του μαγείρευε ο σύντροφος του ο Κωστής. Αυτή τον κρατούσε, θεωρητικά πάντα, στην ζωή. Επί της ουσίας ο Κωστής παράβλεπε πόνους και ταλαιπωρία για δύο λόγους: για να μην αφήσει μόνο του τον Κωστή και κυρίως για να πάρει μια μικρή πίστωση ευτυχισμένου χρόνου μέσα στην αγκαλιά του. Όλα για την αγκαλιά. Όλα για την συντροφικότητα.

 

Που δεν πήγαν, Αργεντινή, Περού, Χιλή, Μαρόκο, Ισπανία, Ιταλία! Παντού έβγαζαν φωτογραφίες που τις σφράγιζαν με τα χαμόγελα τους! Και στο ξενοδοχείο, σαν έπεφταν στο κρεβάτι πάντα γινόταν κουταλάκια το ένα πίσω από το άλλο. Για την ασθένεια κουβέντα. Ήξεραν πως δεν μπορεί να νικηθεί.

 

Γνωρίστηκαν το 2006 στο Άμστερνταμ τυχαία. Βρέθηκαν και οι δύο εκεί, ο καθένας με την παρέα του, για να παρακολουθήσουν μια συναυλία. Οι παρέες όμως έγιναν ένα σε κάποιο πουστροκαφέ και οι δύο τους γνωρίστηκαν μοιραία. Στην αρχή, μετά τις απαραίτητες γνωριμίες, κουβέντιασαν για μουσική, ταξίδια και άλλα φαινομενικά ανούσια πράγματα.

 

Μετά, στο δεύτερο ποτό, όταν το βλέμμα του ενός άρχισε να χάνεται στο βλέμμα του άλλου, η συζήτηση έγινε προσωπική. Όμως, παρά την σοβαρότητα του θέματος, κανείς δεν έχανε το χαμόγελο του. Το αντίθετο: Ήταν τόσο μεγάλος ο ενθουσιασμός και η χαρά που τους προκαλούσαν οι ερωτοαπαντήσεις τους, που γρήγορα αποφάσισαν να αφήσουν τους φίλους τους και να κάνουν μια βόλτα δίπλα στα κανάλια.

 

Κάπου εκεί ήρθε πολύ φυσικά η πρώτη αγκαλιά. Λίγες γέφυρες παρακάτω έσκασε και το πρώτο φιλί. Είχε γεύση καφέ και ζάχαρης. Όπως ήταν και όλα τα Κυριακάτικα πρωινά φιλιά τους την τελευταία δεκαετία που ήταν μαζί. Ξυπνούσαν μαζί, έσφιγγαν ο ένας τον άλλο βγάζοντας έναν μικρό βαθύ αναστεναγμό ανακούφισης και φιλιόταν. Πριν και μετά τον κυριακάτικο καφέ και την ανάγνωση της εφημερίδας. Μα πόσο ταίριαζαν!

 

Αγαπούσαν τα ίδια πράγματα, ασπάζονταν τις ίδιες αρχές, μοιράζονταν τα πάντα εκτός από κάτι: Ο Φοίβος είχε κρατήσει ολόδικό και μέσα του ένα σαράκι που τον έτρωγε. Μικρό νόμιζε πως είναι και τ' άφησε. Μέχρι που αυτό μεγάλωσε και πήρε σχήμα. Στην αρχή έμοιαζε με φακή και είχε διάμετρο δύο εκατοστά. Ύστερα έγινε μεγαλύτερο. Και έτρωγε ζάχαρη και λίπος και μεγάλωνε μέχρι που τέρας έγινε ολόκληρο να τον φάει.

 

Όταν το αντιλήφθηκαν πόσο μεγάλωσε ήταν αργά. Αυτό θα έλεγαν όλοι. Ο Φοίβος όμως και ο Κωστής έλεγαν πως ήταν νωρίς. Όχι τόσο για να το παλέψουν αλλά γιατί ο χρόνος που τους έμενε ήταν αρκετός για να τον γεμίσουν με αγάπη, και ζωή. Πέντε μήνες τους έδωσαν οι γιατροί και αυτοί κατόρθωσαν να περάσουν δύο χρόνια, με ταξίδια πολλά, γεύματα με φίλους, έρωτα και πολλές - πολλές ζεστές αγκαλιές.


Που δεν πήγαν, Αργεντινή, Περού, Χιλή, Μαρόκο, Ισπανία, Ιταλία! Παντού έβγαζαν φωτογραφίες που τις σφράγιζαν με τα χαμόγελα τους! Και στο ξενοδοχείο, σαν έπεφταν στο κρεβάτι πάντα γινόταν κουταλάκια το ένα πίσω από το άλλο. Για την ασθένεια κουβέντα. Ήξεραν πως δεν μπορεί να νικηθεί. Αλλά ούτε αυτό τους πτοούσε. Γιατί να μιλούσαν για θάνατο αν είχαν έστω και μια μέρα Ζωής μπροστά τους; Ο θάνατος πάντα με θήτα μικρό και η Ζωή με Ζήτα Κεφαλαίο!

 

Μόνο τον τελευταίο μήνα αυτό το γαμημένο θήτα άρχισε να μεγαλώνει επικίνδυνα. Ο Φοίβος έχασε απότομα βάρος και σχεδόν καθηλώθηκε στο κρεβάτι.. Το χρώμα του είχε αλλάξει. Ο Κωστής όμως επέμενε να τον βλέπει όμορφο και φωτεινό. Άντρας του ήταν, πως αλλιώς να τον δεί; «Εδώ υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν το παραμύθι σαν να είναι πραγματικότητα, δεν έχω εγώ δικαίωμα να κάνω το αντίθετο;» ρωτούσε τον εαυτό του κάθε φορά που αντίκριζε το είδωλο του στον καθρέφτη.

 

Μα αυτό δεν απαντούσε από την κούραση και την στεναχώρια....... ήταν και αυτή η θλίψη στο βλέμμα που τα έκανε όλα να δείχνουν πλέον τόσο βαριά, ασήκωτα και οδυνηρά.... Δεν γαμιέται; Έπλενε το πρωί το πρόσωπο του, μαγείρευε την σούπα και περνούσε το υπόλοιπο της μέρας κοντά στον Φοίβο που έλιωνε.


— «Πρέπει να δείχνω άσχημος...» Του έλεγε πολλές φορές. Το ίδιο έκανε και εκείνο το πρωί όταν ο Κωστής γύρισε από την κουζίνα με το πιάτο γεμάτο.
— «Κούκλος είσαι.»
— «Αχ βρε Κωστή, αυτά τα μάτια σου που τα βλέπουν όλα πάντα όμορφα. Μέσα από αυτά βλέπω και εγώ ωραίο τον κόσμο όλο! Σου είπα σήμερα πόσο σ' αγαπώ;»
— «Πολλές φορές.»
— «Να σου το ξαναπώ.»
— «Να μου πεις πώς κοιμήθηκες» ρώτησε ο Κωστής.
— «Δεν κοιμήθηκα καρδιά μου»
— «Γιατί; Πρέπει να ξεκουράζεσαι. Φοβάσαι... έτσι;», ο Κωστής ψυχανεμιζόταν την αλήθεια.
— «Έχω την αίσθηση πως θα φύγω νύχτα. Δεν θέλω νύχτα, όχι στο σκοτάδι. Δεν θέλω να με καταπιεί το σκότος αλλά η μέρα», παραδέχτηκε ο Φοίβος και συμπλήρωσε «Και δεν θέλω εδώ. Όχι στο κρεβάτι.»
— «Που θέλεις;»
— «Στο Ταίναρο! Να ξαναδώ το ηλιοβασίλεμα στο Ταίναρο!»
— «Στο Ταίναρο; Μα είναι εννέα ώρες μακριά!»
— «Θα πεθάνω σήμερα;»
— «Όχι, όχι σήμερα...»
— «Τότε προλαβαίνουμε να πάμε»
— «Ναι...» είπε διστακτικά ο Κωστής. «Mα έχει περπάτημα» θυμήθηκε.
— «Δεν πειράζει. Κοντά να είμαι και ας μην φτάσω. Θα μπορέσεις να με βοηθήσεις λες;»
— «Φοίβο... Στην αγκαλιά μου θα σε πάρω»
— «Άκουσε με! Θα γεμίσουμε το αμάξι με σάντουιτς, τυροπιτάκια από τον φούρνο, νερά και μπύρες. Σήμερα να ξεκινήσουμε και να βάλουμε να παίζει το αγαπημένο μας cd» είπε ο Φοίβος με έναν σχεδόν παιδικό ενθουσιασμό που ακύρωνε την αρρώστια.

 

Ο Κωστής δάκρυσε. Με τα βιας προσπαθούσε να συμμαζέψει την συγκίνηση του.
— «Γιατί στο Ταίναρο;» κατόρθωσε να ψελλίσει.
— «Μια ζωή στα άκρα ζούσα. Στα άκρα θα ήθελα να φύγω»
— «Μα δεν θα φύγεις ούτε σήμερα ούτε αύριο» επέμενε ο Κωστής
— «Ένας λόγος παραπάνω να με πας»


Ο Κωστής έφερε το πιάτο με την σούπα κοντά στο στόμα του Φοίβου. Αυτός με την σειρά του έστρεψε απαλά το κεφάλι του σε κάποια άλλη κατεύθυνση.
— «Δεν θέλεις σούπα;» τον ρώτησε ο Κωστής
— «Θέλω τυρόπιτα, μπύρα και Ταίναρο!»
— «Αγκαλιά;» κατόρθωσε να βολέψει τις συλλαβές στους λυγμούς του ο Κωστής.
— «Ναι!» άστραψαν τα μάτια του Φοίβου. «Μια μεγάλη, ζεστή στο ακρωτήρι, στο ηλιοβασίλεμα»
— «Το προλαβαίνουμε αν ξεκινήσουμε τώρα» είπε ο Κωστής και χαμογέλασε πικρά.
— «Ναι, να φύγουμε τώρα!» είπε ο Φοίβος μα η φωνή του έδειχνε να είναι πολύ βαριά. «Πρώτα αν θέλεις πετάξου στον φούρνο να αγοράσεις τα καλούδια και όταν γυρίσεις να μου κάνεις σε παρακαλώ έναν καφέ;»
— «Καφέ;» απόρησε ο Κωστής
— «Ναι να κάνεις στον Φοίβο σου έναν καφέ!» κατάφερε να πει με δυσκολία ο Φοίβος και έκλεισε τα μάτια.

 

Ο Κωστής άκουσε τον σύντροφο του και κίνησε για τον φούρνο. Εκεί βρήκε πολλά πράγματα και ζεστά. Αγόρασε μια σακούλα με διάφορα πιτάκια. Πιτάκια με μανιτάρια, τυρί, λουκάνικο, και έτοιμα κρύα σάντουιτς, γάλα σοκολατούχο για το πρωί και φεύγοντας πέρασε από το σούπερ μάρκετ και πήρε μια δωδεκάδα μπύρες. Γύρισε στο σπίτι, έβαλε τις μπύρες με παγοκύστες στο φορητό ψυγειάκι και έψησε έναν ζεστό ελληνικό στον Φοίβο. Έβαλε τον καφέ σε έναν μικρό δίσκο μαζί με ένα κουλουράκι κανέλας, από τα αγαπημένα του Φοίβου, που τους έφερε μια φίλη και πήγε μέσα στην κρεβατοκάμαρα.


— «Ψυχή μου έτοιμος ο καφές σου. Άντε να τον πιεις να φύγουμε» είπε και ακούμπησε τον δίσκο στο κομοδίνο δίπλα στο κρεβάτι. Μα ο Φοίβος δεν αποκρίθηκε.


Ο Κωστής πήρε μια καρέκλα και κάθισε δίπλα του. Δεν μιλούσε... ήξερε. Και ένιωθε τόσο παράξενα γιατί το χέρι του νεκρού Φοίβου ήταν ακόμα ζεστό ενώ η καρδιά του είχε προλάβει να παγώσει. Και χάιδευε το χέρι του συντρόφου του χωρίς να κλαίει. Όμως πενθούσε, τρώγοντας το κουλουράκι και πίνοντας τον καφέ που ετοίμασε για τον καλό του.

 

Έτσι ήρεμα κύλησαν και οι επόμενες μέρες. Έτσι ήρεμος έδειχνε ο Κωστής χωρίς τον Φοίβο.

 

Δύο μήνες μετά ο Κωστής ξύπνησε ταραγμένος στα άγρια χαράματα. Δεν μπορούσε να αποφασίσει τι ήταν αυτό που του προκαλούσε αναστάτωση, η απώλεια του συντρόφου του ή ο καταπιεσμένος θρήνος; Σαν ξεπέρασε την συναισθηματική του αντάρα σηκώθηκε από το κρεβάτι και πήγε στην θήκη με την μουσική. Ανάμεσα στα πολλά cd βρήκε αυτό που αγαπούσε ο Φοίβος. Από τότε που έφυγε απέφευγε να το ακούσει. Πόσα τραγούδια είχε μέσα! Σαν να άκουσε την φωνή του Φοίβου «Έγραψα κοντά στα 140 μουσικά κομμάτια να μας κρατούν συντροφιά όταν ταξιδεύουμε. Τα αγαπώ όλα γιατί είναι δικά σου, δικά μου, δικά μας»


Χαμογέλασε. «...Δικά σου, δικά μου», σκέφτηκε την σειρά με την οποία τον τοποθετούσε ακόμα και στον λόγο του. Ο άλλος πάντα πρώτος! Τι άνθρωπος! «Τι καλά να προλάβαινα να τον πάω στο Ταίναρο. Δεν πρόλαβε να το ξαναδεί.» αναλογίστηκε και μετά θυμήθηκε τον Φοίβο να λέει «Αχ βρε Κωστή, αυτά τα μάτια σου που τα βλέπουν όλα πάντα όμορφα. Μέσα από αυτά βλέπω και εγώ ωραίο τον κόσμο όλο!»

 

Ο Κωστής ένιωσε σαν να τον χτύπησε κεραυνός. Για λίγα δευτερόλεπτα περιφερόταν ανήσυχα μέσα στο σπίτι χωρίς λόγο. Κάποια στιγμή, ντύθηκε πρόχειρα, φόρεσε ένα jeans, ένα ξεχασμένο δερμάτινο, έπιασε τα κλειδιά του αμαξιού από την θήκη που ήταν κρεμασμένη δίπλα στην εξώπορτα και έκανε να φύγει. Κοντοστάθηκε όμως. Σαν κάτι να ξέχασε. Γύρισε στο δωμάτιο, άνοιξε το πρώτο συρτάρι του Φοίβου και έβγαλε από μέσα μια κορνίζα με την καλύτερη φωτογραφία του και ένα πασμάτινο μαντίλι που είχαν αγοράσει από την Γρανάδα και που ακόμα κρατούσε το άρωμα του. Τα έριξε μέσα στο μικρό σακίδιο που πάντα κουβαλάει μαζί του και ξεκίνησε.

 

Ο ήλιος δεν είχε προλάβει να ανατείλει μα αυτός είχε φτάσει ήδη Λάρισα. Από το ηχοσύστημα έπαιζαν γνωστά αγαπημένα τους κομμάτια. Ο Κωστής οδηγούσε, αγέλαστος, αγέρωχος, ανέκφραστος. Εφτά ώρες μετά έφτασε στα Κοκκινόγεια. Το Ταίναρο ήταν μισή ώρα περπάτημα μακριά. Βγήκε από το αμάξι, φόρεσε τον σάκο και πήρε τον δρόμο για το ακρωτήρι. Σαν έφτασε εκεί, κάθισε σε ένα βράχο, έγειρε το κορμί του και αποκοιμήθηκε. Ξύπνησε αρκετές ώρες μετά, από το γλυκό φως του ήλιου που έσβηνε τόσο γρήγορα και ήρεμα όσο και ο Φοίβος.

 

Έβγαλε την κορνίζα γρήγορα από την σάκα και την έστησε δίπλα του για να βλέπει ο καλός του την ομορφιά. Έβγαλε και το μαντήλι και το φόρεσε στο λαιμό θηλιά να εμποδίσει τους λυγμούς του. «Σε έφερα Φοίβο....», ψέλλισε και έμειναν να ατενίζουν μαζί, αυτός πίσω από την άρνηση και ο καλός του πίσω από το γυαλί την αιωνιότητα.

 

Λίγα δευτερόλεπτα πριν χαθεί ο ήλιος ένιωσε ένα σφίξιμο το στήθος. Έλυσε το μαντίλι και το έφερε στο στέρνο του σαν να περίμενε πως έτσι θα φέρει κοντά στην καρδιά του ξανά τον καλό του. Μα αυτό ήξερε πως δεν μπορεί να γίνει. Έτσι ξέσπασε σε ένα τόσο δυνατό κλάμα που τράνταζε όλο του το κορμί και του έσκιζε τα σωθικά.

 

Θρηνούσε για όλα όσα έχασε και για όλα όσα δεν πρόλαβε να ζήσει, με τον Φοίβο και μόνος. Θρηνούσε για την μοναξιά που του δημιουργούσε η απώλεια και για την ακόμα μεγαλύτερη που του έφερνε ως δώρο η ελευθερία. Ούρλιαζε σαν αγρίμι επειδή ένιωθε ευάλωτος, απεγνωσμένος, φοβισμένος, μόνος, ανθρώπινος.

 

Ίσα που πρόλαβε να πετάξει την κορνίζα στο πέλαγος πριν έρθει το σκοτάδι και να αφήσει το μαντίλι στον αέρα να το πάρει μακριά μαζί με το κλάμα του. Για να ταξιδεύουν, μαζί, θρύψαλα, υφάσματα, αναμνήσεις, αρώματα, όνειρα, θρήνοι. Και όλα αυτά να τα ζει, ίσως και να τα απολαμβάνει, χωρίς τυρόπιτες, χωρίς μπύρες, χωρίς μουσικές. Μόνος πια, με τον εαυτό του.