Σήμερα στο βαγόνι που συνήθως κάθομαι, μπήκε ένας νέος επιβάτης. Στάθηκε ακριβώς απέναντι μου, με τα μάτια του να κοιτούν έξω από το παράθυρο. Το βλέμμα του ήταν σαν την κυψέλη των μελισσών, που αγόγγυστα εργάζονται για να παράξουν μέλι. Τον παρατηρούσα, καθώς κοίταγε τον πανομοιότυπο τοίχο που έτρεχε δίπλα μας.

 

Κοίταξα κι εγώ έξω από το παράθυρο, προσπαθώντας να δω τι βλέπει. Στο τζάμι, αντανακλούσαν τα μάτια του, τα υγρά και μελένια μάτια του. Στάθηκε το βλέμμα μου εκεί. Στην επόμενη στάση, μπήκε μία κυρία. Της χαμογέλασε ευγενικά, χωρίς η ματιά του να χάσει την ιστορία του... Γιατί σίγουρα κάποια ιστορία υπήρχε εκεί στον τοίχο.

 

Μια διαδρομή που δεν είχε τώρα προορισμό, δεν είχε στάσεις. Ένα τρένο που κυλούσε πάνω σε ράγες με δυο επιβάτες να βιώνουν το ταξίδι. Ένα ταξίδι για δυο ανθρώπους που συγχρονίστηκαν και διάλεξαν το ίδιο βαγόνι. Ένας άντρας και μία γυναίκα που κοιτούσαν έξω από το ίδιο παράθυρο, αναζητώντας τον τοίχο που θα γράψει την ιστορία τους.

 

Το τρένο ξεκίνησε πάλι. Ο ήχος του σίδερου πάνω στις ράγες, έκαναν τα μάτια του να λάμψουν. Μου φάνηκε σα να χαμογέλασε. Έγειρα το κεφάλι μου για να δω καλύτερα. Τα χείλη του, έσμιξαν μεταξύ τους, σχεδόν έπνιξαν έναν απαλό αναστεναγμό και η γραμμή τους σχημάτισε ένα χαμόγελο. Συνεχίζουμε, άκουσα τη σκέψη του, συνεχίζουμε, όπως και το τρένο συνεχίζει τη διαδρομή.

 

Σηκώθηκα και έκατσα δίπλα του. Εκείνος συνέχισε να κοιτά την ιστορία του.... τον τοίχο του... Τον χαιρέτησα και αμέσως γύρισε το κεφάλι του προς εμένα χαμογελώντας. Ευγενικός και πρόσχαρος με ρώτησε που πηγαίνω. Θεσσαλονίκη απάντησα. Είστε στο μετρό αποκρίθηκε. Γελάσαμε κι οι δυο. Η κουβέντα μας συνεχίστηκε σε όλη τη διαδρομή.

 

Μια διαδρομή που δεν είχε τώρα προορισμό, δεν είχε στάσεις. Ένα τρένο που κυλούσε πάνω σε ράγες με δυο επιβάτες να βιώνουν το ταξίδι. Ένα ταξίδι για δυο ανθρώπους που συγχρονίστηκαν και διάλεξαν το ίδιο βαγόνι. Ένας άντρας και μία γυναίκα που κοιτούσαν έξω από το ίδιο παράθυρο, αναζητώντας τον τοίχο που θα γράψει την ιστορία τους.

 

Κάποιες φορές χρειάζεται να αλλάζουμε θέσεις και να καθόμαστε δίπλα στους νέους επιβάτες. Η διαδρομή γίνεται ταξίδι. Και το ταξίδι γίνεται ζωή.