Ένας Έλληνας οικονομικός μετανάστης επισκέπτεται το βρετανικό μουσείο, του λείπει η Ελλάδα, ο ήλιος, η γλώσσα του και θέλει σε κάποιον να πει τον πόνο του. Κοιτάει γύρω του και καθώς δεν βρίσκει κανέναν που να νιώθει ότι μπορεί να τον καταλάβει, στέκεται έτσι εκεί βουβός και κοιτώντας την Καρυάτιδα, προσπαθεί να θυμηθεί στα ελληνικά φράσεις και λέξεις, από γνωστούς Έλληνες, οπότε «παίζει» στο μυαλό του ο εξής φανταστικός διάλογος:

 

"Η Ελλάδα πεθαίνει.

Πεθαίνουμε σα λαός.

Κάναμε τον κύκλο μας, δεν ξέρω πόσες χιλιάδες χρόνια, ανάμεσα σε σπασμένες πέτρες και αγάλματα.

Και πεθαίνουμε....

Αλλά αν είναι να πεθάνει η Ελλάδα, να πεθάνει γρήγορα.

Γιατί η αγωνία κρατάει πολύ και κάνει πολύ θόρυβο"¹.

 

Mου λείπει, μου λείπει πολύ και εγώ πεθαίνω εδώ του αποκρίνεται το άγαλμα. «Στις χώρες της ομίχλης, όλα είναι γκρίζα. Διαβαθμίσεις γκρίζου. Το φως, είναι ένας συμβιβασμός.»².

 

Μου λείπει: "το φέγγος, η αίγλη, η λάμψη, η φωτοβολή, η αναλαμπή, η ανταύγεια, η λαμπηδών, το φωτόλουσμα, η αντηλιά, το λαμπύρισμα, η μαρμαρυγή, η χρυσαύγεια, το αστραποβόλημα, η έκλαμψη, το φεγγοβόλημα"².

 

Να βλέπεις τον ίδιο τον ήλιο – στη χώρα του.

Όμως το ελληνικό φως οδηγεί στο μαύρο.

Μέσα από την ίδια του την ένταση."².

 

Και τι θα ήθελες από όλα περισσότερο; Ρωτάει ο μετανάστης.

"Φώς, περισσότερο φως!"³.

 

Ο μετανάστης φεύγει, η Καρυάτιδα μένει.

 

• 1, Θόδωρος Αγγελόπουλος το 1995 «ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ»
• 2, Νίκος Δήμου «Το φώς των Ελλήνων.»

• 3, Johann Wolfgang von Goethe ("Mehr Licht!", τα τελευταία του λόγια)

 

Με αγάπη

D.