Πρόσφατα μου κατέστη σαφές ότι έχω μεγαλώσει. Και φοβάμαι. Αλλά φοβάμαι διαφορετικά. Δηλαδή; Δηλαδή, θυμάμαι τον εαυτό μου, τότε που ήμουν μικρή και φοβόμουν μετά από την εμφάνιση κάποιου κακού/τρομακτικού χαρακτήρα (νύχια γαμψά, τραβηγμένες μούρες, κέρατα, διαολεμένο βλέμμα) στην τετράγωνη οθόνη- ήταν τότε που είχα μία σίγουρη διαφυγή: Αυτή του να τρέξω και να χωθώ στο κρεβάτι των γονιών μου. «Μπαμπά, μαμά δε μπορώ να κοιμηθώ.» Μετά, δε θυμάμαι πολλά, μόνο μία από τις δύο σκιές να σηκώνεται αργά, παραπατώντας και στενάζοντας, να μεταφέρεται σε κάποιο καναπέ, εκτός του χώρου ασφαλείας μου. Για μένα όμως, το βασίλειο είχε στηθεί κανονικά, με τον ένα εκ των δύο προσώπων, φύλακα στην είσοδό του, να διώχνει κακές μητριές και δράκους, προσφέροντάς μου ένα ήδη ζεσταμένο μαξιλάρι.


Τότε, υπήρχε η ασφάλεια. Μια άγνωστη ασφάλεια, απροσδιόριστη και αποτελούμενη από ζεστασιά και τσαλακωμένα σεντόνια. Ξυπνούσες το επόμενο πρωί, και οι εφιάλτες σου είχαν διαλυθεί.
Ήταν η εποχή που φοβόσουν, όταν σε τρόμαζαν. Φοβόσουν κάτι βίαιο ή διεστραμμένο και μπορεί στη θέα του να έκλαιγες. Το σκοτάδι, οι πάνινες κούκλες στο πάνω ράφι της βιβλιοθήκης- πάντα έφευγε το βλέμμα τους-καθώς και ο κλόουν που σε έκανε να κλαις στο τσίρκο της επαρχίας σου. Αλλά, κάπως όλα περνούσαν μετά από λίγο. Πότε με ένα χέρι λίγο πιο ρυτιδιασμένο που τα είχε περάσει αυτά και σε καταλάβαινε, και πότε με τη σιγουριά ενός μεγαλύτερου αδερφού/ξαδέρφου/ φίλου που στο φόβο ότι θα τ' ακούσει από κάποιο μεγαλύτερο, σε διαβεβαίωνε ότι όλα θα πάνε καλά. Μαγικό (;)


Σήμερα; Σήμερα τι φοβάται ένας νέος στα 20; Αφήνω απ' έξω το existential part ενός απρόβλεπτου θανάτου, του καρκίνου ή ενός επικείμενου πολέμου. Η ενηλικίωση, μεταξύ άλλων, σου προσφέρει μια ξενάγηση σε έναν κόσμο που κάποιες φορές περισσότερο σε απογοητεύει, παρά σε ανακουφίζει. Σε κάνει να ντρέπεσαι για το ίδιο σου το γένος για την απληστία αλλά και την αδιαφορία του ως προς τον Άνθρωπο εν γένει. Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.


Νομίζω ότι αυτό που φοβάται σήμερα ένας ικανοποιητικός μέσος όρος, -συμπεριλαμβανομένων αντρών και γυναικών- είναι το να αισθανθεί. Να εκτεθεί και να πληγωθεί. Να δώσει, χωρίς να περιμένει αντάλλαγμα.


Τι άλλο φοβάται; Προσωπικά φοβάμαι πολύ την πιθανότητα να καταστώ φορέας μιας κακής εμπειρίας- πιο απλά και λαϊκά να πληγώσω εγώ έναν τρίτο. Σε συζήτηση βέβαια, οι αποδέκτες της ανησυχίας μου, με ενημερώνουν ότι είναι αδύνατον να αποφύγεις ένα τέτοιο σενάριο. Κανείς δεν είναι τέλειος. Όλοι κάνουμε λάθη. Σύμφωνοι. Αλλά. Είναι αυτό το έρμο το «αλλά» που με κάνει πλέον να μην κοιμάμαι τα βράδια. Όπως τότε που ήμουν μικρή. Με τη διαφορά ότι πλέον δε μπορώ να τρέξω στο πατρικό των γονιών μου.


Βλέπεις, χωρίς να θέλω να γίνω γλυκανάλατη- ειλικρινά, το σιχαίνομαι- διαπιστώνω ότι οι άνθρωποι φοβόμαστε να νιώσουμε. Χτίζουμε θεόρατα τείχη, τα προστατεύουμε, τα συντηρούμε, φτιάχνουμε αμυντικά συστήματα, αλλά πάντα θα μας ξεφεύγουν κάποιες γωνίες και θα γλιστράμε και θα τρώμε τα μούτρα μας. Έτσι είναι η ζωή, αλλιώς τι νόημα έχει να στέκεσαι στο εσωτερικό ενός κύκλου που δε σ' αφήνει να απογαλακτιστείς;


Αλλά αυτό που παρατηρώ από τη γωνίτσα μου, είναι μια τάση να αποφευχθεί η οποιαδήποτε ανάπτυξη κάτι βαθύτερου. Ενός συναισθήματος. Άγνωστη λέξη. Λες, «καλά είμαστε και έτσι» και συμβιβάζεσαι με fast food. Ας είμαστε καλυμμένοι. Ας κρατάμε μικρό καλάθι. Ας περιοριστούμε στο physical κομμάτι. Και μετά; Και πότε θα ζήσεις; Και πότε θα νιώσεις; Πότε θα αγαπήσεις, χωρίς να περιμένεις αντάλλαγμα;


Τι, πιστεύεις θα πάψει ν' αγαπάει ποτέ ο άνθρωπος; Ανόητε, γιατί προσπαθείς να ξεφύγεις από το ριζικό σου; Δεν ακούς τον Ελύτη που σου ψιθυρίζει « Κι όμως πρέπει να βρει ένα νόμισμα η ζωή/ Αφού δεν είναι ο έρωτας, αφού δεν είναι ο έρωτας/ Ο έρωτας ποιος είναι-η ζωή μετριέται με σφυγμούς,/η χαρά με απέλπιδες χειρονομίες (...)»;