Η Ελβίνα άνοιξε το συρτάρι και βρήκε τα μπλέ χάπια στο βάθος του. Πήρε δυο βαθιές ανάσες και στη συνέχεια κατάπιε ένα από αυτά. Τώρα ήταν ήρεμη. Ο πανικός είχε περάσει.


Πόσες φορές αισθανόταν ανασφαλής και φοβόταν να βγεί από το σπίτι. Πόσες κοινωνικές συναθροίσεις είχε απαρνηθεί, για να μην ταράξει τον πολυτραυματισμένο εαυτό της; Πόσα «δεν πειράζει, πηγαίνετε εσείς!» είχε πει για να προφυλάξει τον εαυτό της από μια ακόμη κρίση.


Όλα τα αναπάντητα ερωτήματα στριφογύριζαν στο μυαλό της Ελβίνας και την έκαναν να αισθάνεται μόνη, αβοήθητη και παραμελημένη. Οι κρίσεις πανικού τη βασάνιζαν ξανά και της θύμιζαν την πολυτάραχη πορεία της ζωής της.
Ένιωθε πως κολυμπούσε σε θάλασσα γεμάτη καρχαρίες.


Πήρε μια βαθιά ανάσα και έπεσε στο κρεβάτι με μια συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη.


Την πήρε ο ύπνος καθώς διάβαζε τους ακόλουθους στίχους:


"Είμ' εγώ που φωνάζω κι ειμ' εγώ που κλαίω. Μ' ακούς
Σ'αγαπώ, σ'αγαπώ, μ' ακούς"