Μέσα σε σένα μόνο μοιάζει το καλοκαίρι ατελεύτητο. Μέσα σε σένα που το τέλος του φέρνεις. Φτιαγμένος είσαι από την ύλη των έναστρων ουρανών και εκείνην της λήθης. Έλα, να σιγοπλεύσουν από τις πρώτες σου τις μέρες οι άνθρωποι για τα ταξίδια των επιστροφών τους. Έλα να φέρεις στη θάλασσα το φως, στο κύμα τον λόγο να υπάρχει. Να φέρεις τα χαμόγελα των γυρισμών και την σιωπή μιας μακρινής ανακούφισης στα βλέμματα Ερώτων ανεκπλήρωτων που μέσα σου κάποτε γεννήθηκαν και μέσα σου ακόμη τόπο ζητούν για να γυρνούν. Έλα να φέρεις τις νύχτες, τις μέρες, τα καταμεσήμερα και τις φωνές των παιδιών. Το σέλας. Τον ύπνο στις βεράντες με συντροφιά του σώματος τα φύλλα του ανέμου. Την μαρμαρυγή στα βλέμματα των κοριτσιών που πίστεψαν σε 'σένα. Που μέσα σου κάποτε έμελλε και γεννήθηκαν, που κάποτε μέσα σου τους μέλλει ίσως να (ανα)γεννηθούν. Τι « εάν μη έλπηται... »...

 

Πες πως μ'ακούς που σε καλώ, όπως ακούω εγώ το πέρασμα του ερχομού σου μες τα στάχυα. Όπως ακούω εγώ τα βήματά σου. Μισά στο κύμα, μισά στο χώμα το ξερό. Μισά στο αλάτι, μισά μες τα μελτέμια.

 

Όταν η πόρτα ανοίξει να φανείς, πρώτα θα μπούνε τα τραγούδια απ'τα τζιτζίκια. Θα 'ρθουν σε μας, πριν από σένα. Όλο συστάδες τραγουδιών τον ερχομό σου προϋπαντούν. Όλο γενναίες μουσικές σε προλαβαίνουν. Τι 'ναι γενναία τα τζιτζίκια σαν απ' το Θάνατο γλιτώνουνε για πάντα τις στιγμές.

 

Δεν σταματήσαμε ποτέ οι άνθρωποι να περιμένουμε τις νύχτες με τ'αστέρια. Ν'αποζητούμε την σιωπή των μακρινών από την πόλη σκοταδιών, την ησυχία. Εκείνη την γαλήνη που απλώνεται και μέσα στο τραγούδι σου ξεχνιέται. Δεν σταματήσαμε ποτέ να λαχταρούμε την ανάσα που παίρνεται απ'τα μάτια και ζει μες στις καρδιές. Αύγουστε, έλα.