Το εξοχικό μας είναι 30 χιλιόμετρα έξω απ' την Θεσσαλονίκη. Αυθαίρετο, όπως όλα εδώ γύρω, που πριν μερικά χρόνια νομιμοποιήθηκαν. Ο μπαμπάς μου το έχτισε όλο με τα χέρια του, όπως όλοι οι μπαμπάδες! Δωμάτιο-δωμάτιο. Και ντουζιέρα εξωτερική με βαρελάκι που το νερό το ζεσταίνουν οι αχτίδες του ήλιου.


Τα πρώτα χρόνια δεν είχαμε ρεύμα. Τα μεσημέρια η μαμά μαγείρευε στην πετρογκάζ και θυμάμαι ακόμα την μυρωδιά της στραπατσάδας και της τηγανητής πατάτας. Όταν έπιανε το σούρουπο άναβε φαναράκια στο μπαλκόνι και μέσα στο δωμάτιο. Δεν είχαμε ανάγκη την τηλεόραση, δεν είχαμε κινητά για να τα φορτίσουμε, η παρέα μας ήταν ένα ραδιοφωνάκι που δούλευε με μπαταρία και οι συζητήσεις μας. Εδώ, στο παιδικό μου δωμάτιο, μου διάβασε για πρώτη φορά το βιβλίο Ο άνθρωπος με το κόκκινο γαρύφαλλο, ενώ τα άλλα παιδιά διάβαζαν κι έγραφαν με το ζόρι τις Χαρούμενες Διακοπές.

 

Κόβω τομάτες και πιπεριές απ' τον κήπο, χωρίς φάρμακα, και αχλάδια και σύκα που μοσχοβολάνε. Πηγαίνω καθημερινά στην θάλασσα και διαβάζω βιβλία. Ακούω τα αηδόνια, τα τζιτζίκια, τους γρύλους, τα ζάρια απ' το τάβλι και τις φωνές του Ζαχαρία όταν χάνει στην μπιρίμπα απ' την Μαρία.

 

Ανυπομονούσα κάθε χειμώνα και μετρούσα τις μέρες μέχρι να κλείσουν τα σχολεία. Τον περισσότερο καιρό τον περνούσα με την γιαγιά μου την Δήμητρα, αφού η μαμά κι ο μπαμπάς δούλευαν κι ερχόντουσαν μόνο τα Σαββατοκύριακα και τον Αύγουστο.


Κάθε χρόνο η παρέα μας μεγάλωνε. Τα πρωινά πηγαίναμε στην θάλασσα και κάναμε βουτιές και μαζεύαμε κοχύλια χωρίς να φοράμε αντιηλιακό, γιατί τότε ο ήλιος δεν ήταν επικίνδυνος. Τα μεσημέρια μας έβαζαν με το ζόρι για ύπνο, όμως εμείς το σκάγαμε στα κρυφά γιατί κανένα παιδί δεν έχει ανάγκη από ύπνο όταν κάνει διακοπές. Τα απογεύματα καβαλούσαμε τα ποδήλατα και πηγαίναμε στο μπακαλικάκι (έτσι το λέγαμε το μικρό σούπερ μάρκετ λίγο παρακάτω), αγοράζαμε παγωτό και παίζαμε ηλεκτρονικά! Bubble bubble και street fighter με δραχμές, κι απ' το ραδιοφωνάκι ακούγαμε του αιγαίου τα μπλουζ και το Κατερίνα Κατερινάκι.


Τα γόνατά μας ήταν μονίμως πληγιασμένα απ' τις τούμπες που φέρναμε με τα ποδήλατα και υποφέραμε κάθε φορά που βουτούσαμε στην θάλασσα και μας τα έκαιγε το ιώδιο. Ειδικά η φίλη μου η Κατερίνα, η καλύτερή μου φίλη μέχρι και σήμερα, που δεν είχε ποτέ φρένα, δεν ξέρω πως τα κατάφερνε και τα χαλούσε, και γκρεμοτσακιζόταν κάθε φορά σε κάποιον φράχτη!


Τα βράδια μαζευόμασταν στην παραλία κι ανάβαμε φωτιά και μετρούσαμε τ' αστέρια που έπεφταν!


Γύρω γύρω γειτονιά. Ο κυρ Θόδωρος και η κυρία Σουζάνα, ο Ζαχαρίας και η Μαρία, ο Παντελής και η Πόπη, η Σοφούλα και ο Στέλιος. Η καημένη η κυρία Σοφούλα, έχασε τον γιό της τον Αγάπιο στα 18 του, σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μαύρισε όλη η γειτονιά εκείνο το καλοκαίρι. Ήταν απ' τα μεγάλα παιδιά και δεν κάναμε παρέα, όμως θυμάμαι πάντα τα μάτια του. Η μαμά μέχρι και σήμερα έχει μια μικρή φωτογραφία του στο σαλόνι, δίπλα στο καντηλάκι. Το καντηλάκι του Αγάπιου.


Πολύ αργότερα, όταν μεγάλωσα αρκετά, έπιασα δουλειά κι αγόρασα αμάξι, το ξέχασα το σπιτάκι μας στην Καλλικράτεια. Δεν καταδεχόμουν! Φόρτωνα στο πορτ μπαγκάζ τον εξοπλισμό του κάμπινγκ κι έφευγα στο δεύτερο πόδι. Κριαρίτσι, Καλαμίτσι, Αρμενιστής. Λίγο πριν το πρώτο μνημόνιο.


Όταν αποφάσισα να γυρίσω στην Καλλικράτεια, πολλά πράγματα είχαν αλλάξει... Η φίλη μου η Κατερίνα έχασε τον μπαμπά της, ο κυρ Θόδωρος την κυρία Σουζάνα, η Σοφούλα τον σύζυγό της τον Στέλιο. Και οι παρέες μας σκορπίσανε... Η Ματίνα στην Αμερική, η Δώρα στην Αγγλία, ο Φίλιππος στην Γερμανία.


Μόνο εγώ εδώ σταθερή, με δυο γάτους, να συνεχίζω να ερωτεύομαι τα καλοκαίρια και να κοιτάζω τ' αστέρια.
Ξύπνησα πολύ χαρούμενη σήμερα, με μια παράξενη νοσταλγία. Δεν έχω πάει σε πολλά νησιά, με πρόλαβε η κρίση πάνω στην καλύτερη ηλικία και δεν έχω την οικονομική δυνατότητα. Έτσι όπως πάει, δεν θα την έχω ποτέ. Όμως δεν με πειράζει καθόλου.


Το πρωί, αν δεν με ξυπνήσει ο κόκορας του κυρ Παντελή, θα με ξυπνήσουν οι γάτοι μου με το πρώτο φως του ήλιου. Φτιάχνω καφέ και καπνίζω μερικά τσιγάρα ακούγοντας ραδιόφωνο. Κόβω τομάτες και πιπεριές απ' τον κήπο, χωρίς φάρμακα, και αχλάδια και σύκα που μοσχοβολάνε. Πηγαίνω καθημερινά στην θάλασσα και διαβάζω βιβλία. Ακούω τα αηδόνια, τα τζιτζίκια, τους γρύλους, τα ζάρια απ' το τάβλι και τις φωνές του Ζαχαρία όταν χάνει στην μπιρίμπα απ' την Μαρία. Όταν πέφτει το βράδυ καθόμαστε κάτω απ' τον κισσό και πίνουμε τα πιο νόστιμα μοχίτο του κόσμου, απ' τα χέρια του κουμπάρου μου του Πέτρου, και γελάμε με την καρδιά μας!


Όλες αυτές οι στιγμές είναι που με κρατάνε ζωντανή τον χειμώνα. Όταν έρχομαι εδώ είναι σαν να επιστρέφω στις ρίζες μου. Ξαναγυρνάω στην εφηβεία μου, αισθάνομαι παιδί.


Πριν λίγη ώρα με φώναξε η Σοφούλα. Κρατούσε στα χέρια της ένα τάπερ με μπάμιες που έκοψε απ' τον κήπο της και τις μαγείρεψε ειδικά για μένα, επειδή ξέρει ότι δεν τρώω κρέας. Κι αν αυτό δεν είναι αγάπη, κι αν η αγάπη δεν φέρνει την ευτυχία, τότε τι;


Τα ομορφότερα καλοκαίρια της ζωής μου τα έζησα εδώ μαζί σας...