©Will Dinski
©Will Dinski

 

Πώς κάνεις μια καινούρια γνωριμία; Στην αρχή κάθεσαι σε απόσταση και τoν (την) κοιτάς. Παίρνεις λίγο χρόνο να τον (την) δεις. Να γνωριστείτε. Γιατί... «ποιος είστε κύριε; τι θέλετε; σάς ξέρω κι από χτες;» Ο άγνωστος, ο ξένος, ο καινούριος θέλει χρόνο να γίνει οικείος και γνωστός. Θέλει χρόνο να πεις: «Σε ξέρω»... «Σε γνωρίζω»... «Μένω»... «Φεύγω»... Θέλει χρόνο να γραφτεί μία καινούρια ιστορία απ' την αρχή.

 

Κάθε καινούριο θέλει χρόνο. Να μπεις σ' ένα καινούριο σπίτι θέλει χρόνο. Να καθαρίσεις το καινούριο σπίτι που μπήκες, θέλει χρόνο. Να κάνεις γνωριμία με τις σκονισμένες γωνιές, τα σκονισμένα πατώματα,τα λερωμένα περβάζια, τα στοιβαγμένα πιατοπότηρα στις κούτες...Στην αρχή, ας πούμε, κάθεσαι σε απόσταση και κοιτάς το σπίτι από μακριά... στην απέξω. Αφήνεις το χρόνο να τρέχει μέχρι να συνηθίσεις στην ιδέα της μετακόμισης... Μέχρι να παλιώσει το καινούριο και να μη σε ξενίζει πια. Ύστερα μπαίνεις μέσα. Βρίσκεις μια δροσερή γωνιά στο μπαλκόνι, κάθεσαι στην καρέκλα και το κοιτάς από άλλη οπτική... από τα μέσα προς τα παραμέσα.

 

Κοιτάς τις σακούλες με τα ρούχα, τα μπετά, μια πράσινη ανοιχτή βαλίτσα στο πάτωμα, ένα μαύρο τηλέφωνο που δεν ξέρεις το νούμερο, μια κρεμασμένη κίτρινη πετσέτα στο μπάνιο... Παίρνεις μιαν ανάσα... άλλη μία... μια τζούρα καφέ... κι ανάσα την ανάσα, γουλιά τη γουλιά, χρόνο το χρόνο αρχίζει η γνωριμία με το καινούριο σπίτι. Τι θα πει "δυο μήνες τώρα δεν γνωριστήκατε; " Θέλουμε δυο ωρίτσες ακόμη, πειράζει; Κάθε καινούρια γνωριμία έχει τους δικούς της χρόνους. Εμείς δυο μήνες τώρα βλέπαμε το σπίτι απέξω. Τώρα είμαστε μέσα και «βλέπουμε - το -ψυγείο- πιάνουμε- το – καλώδιο-το- βάζουμε- στην –πρίζα- κάνει βουμ βουμ- βάζουμε – μέσα - ένα - μπουκάλι- νερό - να – κρυώνει- βρίσκουμε – εκεί – ένα- μπουκάλι- τσίπουρο»....

 

Με το μαλακό... αυτά είναι λεπτά πράγματα, θέλουν λεπτούς χειρισμούς και με το γάντι... όχι μπρουτάλ κινήσεις, όχι αγαρμποσύνες... Θέλει ευγένεια εδώ κι υπομονή μην τρομάξει κανείς και το βάλει στα πόδια. Γιατί μια τάση φυγής στο καινούριο την έχουμε...

 

Τέσσερα χρόνια μας πήρε να εξοικειωθούμε με τις λευκές κόλλες στο Πανεπιστήμιο. Κάθε φορά τις κοιτάζαμε με τρόμο και εχθρότητα: "ποια είστε κυρία μου; τι θέλετε; σάς ξέρω κι από χτες;» Τάση φυγής... να φύγουμε, να φύγουμε, να γλυτώσουμε... τι έπρεπε να γράψουμε; από πού ν' αρχίσουμε; και τι να πούμε; ...δεν ξέραμε. Στο δεκάλεπτο πάνω 1
φέρναμε την κόλλα στη μύτη, τη μυρίζαμε, (πάντα μας τούμπαρε η μυρωδιά του χαρτιού) κι ανάσα την ανάσα, μυρωδιά τη μυρωδιά, χρόνο το χρόνο ακουμπούσαμε τα δάχτυλα στην κόλλα κι αυτά πηγαίναν μόνα τους και γράφανε για μας την ιστορία τής καινούριας γνωριμίας.

 

Χτες κάναμε άλλη μία γνωριμιά στα γρήγορα μ' έναν φακό επαφής που μάς μπήκε στο μάτι, και ... «ποιος είστε κύριε; τι θέλετε; σάς ξέρω κι από χτες;" μας έπιασε ο γνωστός πανικός..." Βγάλτον, Θανάση βγάλτον, βγάλτονε , με τσούζει , με κόβει, δεν μ' αρέσει, δεν τον θέλω" είπαμε... Όπου Θανάσης, ο υπομονετικός οπτικός - ο προξενητής στην καινούρια γνωριμία με το φακούλη που μας τούμπαρε να τού δώσουμε λίγο χρόνο. Κι εμείς τού δώσαμε όλη την ημέρα, κι ένα επιπλέον πεντάωρο νυχτερινό ραντεβού στα τυφλά όπου πασχίζαμε να τον ξεφορτωθούμε, να τον βγάλουμε, μα αυτός μας είχε γίνει στενός κορσές, μας είχε κολλήσει στο μάτι και δεν έλεγε να βγει με τίποτε... Κι ας δοκιμάσαμε κάθε δυνατή θέση gia να τον πετάξουμε : κοιτάξαμε ευθεία, κοιτάξαμε στο πλάϊ, σπρώξαμε προς τα κάτω... Τίποτα.... Κι ας μυξοκλάψαμε να μας λυπηθεί, κι ας μυξοτραγουδήσαμε "Που' σαι Θανάάάση, που' σαι Θανάάάση"... Αδύνατον! Μπαϊλντισμένοι στο τέλος ανεβάσαμε τον ξένο στο κρεβάτι μας και ξενοκοιμηθήκαμε!

 

Και το πρωί με την αυγούλα, (ούτε την τυροπιτούλα του δεν πρόλαβε να φάει ο Θανάσης), προβάλαμε μπροστά του με τον τσιμπλιασμένο γνωστό-άγνωστο στο μάτι μας... «Βγάλτον Θανάση, βγάλτον, βγάλτονε", σκούξαμε και ο Θανάσης ο υπομονετικός, ο Θανάσης ο άγιος έβγαλε το φακό και μας έπιασε την κουβέντα... Και κουβέντα την κουβέντα , ανάσα την ανάσα (είναι αγχολυτικές οι αναπνοές) και χιούμορ το χιούμορ (είναι αφροδισιακό το χιούμορ στις καινούριες γνωριμίες) μας ξανατούμπαρε να δώσουμε ακόμη λίγο χρόνο στον άγνωστο.

 

Γι' αυτό σας λέω... θέλει το χρόνο του να γίνει ο άγνωστος γνωστός.Κι εμείς, τώρα, που ξέρουμε τι κάνουμε, θα δώσουμε, λιγάκι χρόνο ακόμη στο καθάρισμα τού καινούριου σπιτιού. Θα πάμε σιγά και με το μαλακό... Πώς δηλαδή; Κόλλα λευκή είναι κι αυτό, κόλλα λευκή που πρέπει να γεμίσουμε ανάσα την ανάσα... χιούμορ το χιούμορ ... Θα ακουμπήσουμε πρώτα μαλακά τα δάχτυλα πάνω του, κι αυτά θα γράψουνε για μας την ιστορία άλλης μιας καινούριας γνωριμίας: "Μια φορά κι έναν καιρό... σ' ένα μικρό σπίτι στο Παγκράτι ... ζούσε στο μπαλκόνι μία τσουπωτή, κόκκινη σφουγγαρίστρα, που τη λέγαν Σούζυ...

 

"Αρχή του παραμυθιού, καλημέρα μας!