Ξεγλίστρησα απ'το ταξί σαν την τρελή ανοίγοντας το κόκκινο ομπρελίνο. Τα πάνινα παπούτσια μου άρχισαν να τσαλαβουτούν κάπου βαθιά μέσα στους δρόμους της Αθήνας. Έτρεχα να προλάβω το ραντεβού – όπως και πλείστοι άλλοι, θαρρώ, εκείνη την ώρα! Η Άνοιξη είναι ίσως η μόνη εποχή που ζει τόσο σφιχτοδεμένη με την ίδια της τη χρονικότητα. Πώς να μπορέσω αλλιώς να εξηγήσω το πόσο αψήφιστα είχα πάρει εκείνη την μαγιάτικη βροχή; Το πόσο σίγουρη ήμουν για το ότι ο Ήλιος αργά ή γρήγορα θα επανέκαμπτε, σαν νομοτέλεια...σαν το πιο ασφαλές συμπέρασμα τούτου του κόσμου να 'ταν ότι τα καλοκαίρια ζουν στα πέρατα των ανοίξεων.


Μία μαγιάτικη βροχή! ήταν παρούσα στη στιγμή μαζί μου κι εγώ ούτε που ήξερα πόσα χρόνια είχαμε να συναντηθούμε. Καθώς δρασκέλιζα τα τσιμεντένια πεζοδρόμια παρέα με το κατακόκκινο ομπρελίνο, σκέφτηκα τις κερασιές. Εκείνες του Λουντέμη : « Οι κερασιές θ'ανθίσουνε και φέτος στην αυλή και θα γεμίσουνε με άνθη το παρτέρι ». Θα πρόλαβαν άραγε φέτος να δέσουν τον καρπό εκείνα τα άνθια και να τον παραδώσουν στους ανθρώπους ; θα πρόλαβε κάποιο παιδί να γευτεί την κουρκουμέλα του κορμού τους ; ή μήπως η μαγιάτικη βροχή ήταν για κάποιους μια καταστροφή ;

« Πρέπει να πρόλαβαν! » σκέφτηκα.


Συνέχισα την βρόχινη και βιαστική πορεία μου. Κι έφερε το τρεχαλητό μου, με τρόπο ακατανόητο, ως τα χείλη μου τους πρώτους στίχους απ'το τραγούδι του Μπεκό: «Οι κερασιές είναι λευκές/και τα πουλιά ευτυχισμένα/να τηνε πάλι η άνοιξη!». Πρόλαβε η φύση να ευτυχήσει, άραγε, και φέτος πριν ο καιρός προστάξει την λάβρα του καλοκαιριού και πριν ο Μάης γίνει από ήλιος ένα Μεγάλο Νερό ;
« Πρέπει να πρόλαβε! » σκέφτηκα.


Το ομπρελίνο ήταν κόκκινο, σαν πετροκέρασο. Και γεμάτο σταγόνες μαγιάτικης βροχής. Έγγιζα σχεδόν τον προορισμό μου. Σκέφτηκα τους καρπούς της φύσης. Και τις δροσοσταλιές. Το χώμα, καθώς το μαλακώνει η μαγιάτικη βροχή. Τον ουρανό. Και τους ανθρώπους. Να πρόλαβαν αυτήν την άνοιξη κάτι απ'την σφοδρότητα των αισθήσεών τους να βιώσουν ; ίσως ακόμη να το κεράσουν σε όποιον κοντά τους ήταν διψασμένος ;

«Πρόλαβαν!» είπα.

 

Κι είχα φτάσει.
Αψήφιστα και χωρίς άλλα περιθώρια.
Μαζί με τη μαγιάτικη βροχή.