Ώρα πολύ καθόταν ο Στρατής στην προκυμαία του Ρεθύμνου. Το δειλινό εκείνο που έμοιαζε να μάτωνε το πέλαγο. Όχι, όχι! Δεν ατένιζε την αιμάτινη τη θάλασσα που απλώνονταν άλικη μπροστά του. Στα μάτια του μια λεμονιά. Μια λεμονιά όλο αίμα. Κι ένα αγέννητο γιατί, τόσο μα τόσο δυνατό, που τον ξεκούφαινε και έσκιζε λες έως και την ψυχή του. Αυτήν που δεν το ήξερε πως είχε.


Δεν ήτο από τους τύπους τους ρομαντικούς που θα αντάμωνες σε ροζ σελίδες μυθιστορήματος για γερά νεύρα. Αρχές του εικοστού αιώνα λίγο μετά τον πρώτο μεγάλο πόλεμο κι αυτός είχε καταφέρει όσα άλλοι δε θα βλέπανε μήτε στα όνειρά τους. Ο Στρατής ήτο ετών 30 ευσταλέστατος και γόνος οικογένειας πλουσίας του Ρεθύμνου. Μορφωμένος εις Παρισίους εσυγκαταλέγετο εις τους πολύφερνους γαμπρούς της περιοχής και ουχί μόνον. Δεν θα ήτο υπερβολήν να είπω όλης της Κρήτης.


Μόλις είχε επιστρέψει απ' τις σπουδές του στο Παρίσι. Ψέματα. Δεν ήταν σωστό το «μόλις». Ένας χρόνος περίπου εις τα πάτρια. Γενικά δεν ήταν τύπος που έσκαγε με τίποτα, για τίποτα. Όλα του ήρθαν στη ζωή σαν ποταμός σε απέραντη πεδιάδα. Οι σπουδές στο Παρίσι ήταν το επιστέγασμα όλων. Επτά αξέχαστα έτη εις Παρισίους. Μα δυστυχώς για εκείνον τον ζήτησε πίσω η μάνα του. Και σε μάνα κρητικιά ποιος το τολμά να πει το όχι;


Όμως σήμερα έναν χρόνο μετά έσκαγε σαν καρπούζι που του 'ρθε το τσιμέντο κατακούτελα. Δεν ήταν και λίγο όλο ετούτο. Στα μέλια εννιά μήνες ολόκληρους κι ουχί μόνον στα μέλια. Δεν το περίμενε τόσο μέλι σαν πρωτοήρθε. Είπε πως τέλειωσε η ζωή του σαν κάθισε στο καφενείο του χωριού την πρώτη μέρα της επιστροφής στη μάνα.


Βλέπετε είχε καλομάθει ο Δόκτορας-Στρατής με τις κομψές του Γαλλιδούλες. Τα flappergirls με τα κοντά λεία μαλλιά και το επίπεδο το στήθος. Εκείνα με το έντονο μακιγιάζ, τη μακριά πίπα στο χέρι και τα εκτεθειμένα, στις ματιές των ανδρών άκρα. Αυτά με τη φουστίτσα που ανέβηκε ολίγον παραπάνω από το ολίγον, ενσαρκώνοντας το πνεύμα της εποχής μετά το μεγάλο πόλεμο. Τα κορίτσια με τα τονισμένα, με μαύρες σκιές, μάτια, τα σκούρα και έντονα χείλη που οδήγησαν τον Παπαντωνίου να μιλήσει στη «Νέα Εστία» για «κατάργηση του ανθρωπίνου προσώπου», για «μια επιφάνεια που ζωγραφίζεται».


Ό,τι τραβούσε η όρεξή του του το κάνανε που λέτε αυτά τα νέα κορίτσια. Αυτά που εμοιάζαν με πουλιά που ελεύθερα δοκιμάζουν τα φτερά τους. Και δε μιλάμε για φαγητό. Λέω πως το 'χετε ήδη αντιληφθεί. Μα εδώ στην Κρήτη αρχές του περασμένου αιώνα τι Γαλλιδούλες να 'βρισκε; Τι πουλιά; Άντε το πολύ πολύ καμία κατσικούλα...


Στην Ελλάδα είχε γνωρίσει κάτι κορίτσια της ανώτερης κοινωνίας των Αθηνών που είχαν κόψει τα μαλλιά και που ανέβασαν την πήχη τους στη φούστα. Μα ήταν τα πράγματα κομμάτι δύσκολα ακόμα. Θυμάται ακόμα τη μέρα που συνέλαβαν την κόρη του μεγαλέμπορου καπνού καταμεσής της Ομονοίας. Μετρήσανε τη φούστα της. Δεν ήτο εις τα αποδεκτά και εγκεκριμένα μέτρα. Αρκετά πάνω από 35 εκατοστά από το έδαφος, απ' ότι αμυδρά θυμάμαι. Η φωτογραφία της με τα ακάλυπτα πόδια φιγουράριζε για μέρες στην εφημερίδα, παράδειγμα προς αποφυγήν.


Έτσι ανέραστος και μόνος ζούσε ώσπου έπεσε η ματιά του επάνω στη Μυρσίνη μας. Ομολογώ εθαμπώθη. Μπορεί να μην έμοιαζε με τις Γαλλιδούλες του μήτε στα ρούχα μήτε στα μαλλιά μήτε σε τίποτε από δαύτα μα ήξερε αυτός. Το είδε στα μάτια της. Τότε στο πανηγύρι του Αϊ-Γιαννιού, στο χωριό του πατέρα του δίπλα στο Ρέθυμνο, τρία χωριά πέρα απ' το δικό του, όταν την πρωτοείδε.


Ευθύς εφώλιασε μέσα του έρως μεγάλος. Μα όχι από αυτούς που σας μιλάνε τα βιβλία εποχής. Όχι. Διόλου τέτοιος. Δεν ήταν έρως της ψυχής. Δεν ήξερε ο Στρατής τι ήτανε ετούτο. Άκου ψυχή! Παραμύθι της εκκλησίας για να φοβίζει τους πιστούς ή μάλλον τους απίστους. Την έψαχνε στα βιβλία του καιρό μα δεν τη βρήκε. Σε κάτι μύθους μοναχά. Σ' εκείνον για παράδειγμα του Πλάτωνα που εξιστορεί την ιστορία του Έρωτα και της Ψυχής. Μα πάλι ήταν ένα επιπλέον παραμύθι. Πλατωνικό μεν, παραμύθι δε. Είπε λοιπόν πως δεν υπήρχε. Έρωτας παράφορος λοιπόν, μα σκέτος. Σάρκινος εντελώς. Απ' την αρχή. Και απ' τους δυο. Ή έτσι πίστευα εγώ τότε.


Όχι, μην το νομίζετε πως η Μυρσίνη ήταν παρθένα. Τον γνώρισε τον έρωτα νωρίς και τον αγάπησε πολύ. Σπούδασε στην Αθήνα η Μυρσίνη. Έξυπνη κόρη της κρητικής γης ήταν μία εκ των 77 γυναικών που σπούδαζαν στο πανεπιστήμιο Αθηνών το 1920. Μπορεί να μην έκοψε μαλλιά, μπορεί να μην ανέβασε διόλου τον ποδόγυρο στη φούστα μα απ' την αρχή έδειξε πως ήταν επαναστάτρια μεγάλη.


Τούτη την επανάσταση, τούτη τη φλόγα είδε ο δόκτορας στα δυο της μάτια. Τούτη που έκρυβε από όλους στο χωριό. Μα τα έμπειρα μάτια του Στρατή ένιωσαν την πυρά που έκαιγε στα μέσα της και αντιφέγγιζε στην κατάμαυρή της κόρη σαν φως σε νύχτα θεοσκότεινη!!
Έζησαν έμπυρες νύχτες όπου μπορείτε να φανταστείτε. Ευτυχώς έξυπνοι άνθρωποι κι οι δυο το μπόρεσαν να κρύψουν τον πυρετό του κορμιού τους και τις κρυφές, απανωτές, λυτρωτικές τους συναντήσεις από τα μάτια που δεν έπρεπε να δουν. Από τα αυτιά που δεν χρειαζόταν να ακούσουν. Δε θέλανε να ξέρει άλλος κανένας.


Το γεγονός βόλευε τον Δόκτορα-Στρατή απόλυτα, οφείλω να ομολογήσω. Κανέναν σκοπό δεν είχε να τη νυμφευτεί εξάλλου τη Μυρσίνη ο Στρατής. Όχι πως δεν ήτανε καλή η Μυρσίνη. Τρίκαλη ήταν. Όλες τις χάρες του Θεού και του διαβόλου. Μα ένα έλειπε. Το χρήμα.
Κι επίσης άκουγε στα μέσα του, σαν το γραμμόφωνο που κόλλησε, τη φωνή της μάνας του να λέει δυνατά και με ειρωνεία .

-Τούτες τις γυναίκες δεν τις παντρεύεσαι. Τις γεύεσαι μονάχα. Ακούς Στρατή. Κι άκουγε


Γι' αυτό και έχασε τη γη κάτω απ' τα πόδια του ο Στρατής εκείνο το απόγευμα. Ετοιμαζόταν βλέπεις να ανοίξει ιατρείο στο Ηράκλειο κι ο πατέρας του είχε βρει μια κόρη καστρινού γιατρού σκέτο μπιζουδάκι.
- Με μπόλικους παράδες και ανέγγιχτη,
Την είχε δει δυο φορές και ήδη φανταζόταν πόσα θα της μάθει. Όχι περί ιατρικής . Φαντάζομαι θα καταλάβατε πως όχι.


Τι βλακείες του τσαμπουνούσε εκείνο το απόγευμα πριν λίγες εβδομάδες η Μυρσίνη; Έγκυος; Ε, και; Της είχε υποσχεθεί τίποτα; Δεν είχαν πει πως απλώς περνούσαν καλά; Τι περίμενε; Πώς θα την παντρευόταν; Δεν ήταν για σπίτι η Μυρσίνη. Είχε άποψη. Την κατηγόρησε πως προσπαθούσε να τον τυλίξει κι έφυγε πετώντας στο χώμα πλάι στη λεμονιά το μαντήλι που του είχε χαρίσει. Η κατάρα του αχάριστου ανθρώπου.


Το δειλινό το σημερινό δεν είχε άλλο μαντήλι να πετάξει. Πέταξε μια ζωή αγέννητου θανάτου μοναχά. Εκεί πλάι στη λεμονιά. Εκεί που κοιμήθηκε η ζωή της κόρης με τα μαύρα μάτια. Τα μάτια που έχασαν αργά αργά το αντιφέγγισμα του έμπυρου μέσα της. Έτσι αργά αργά καθώς έσβηνε μέσα της κι ο αγέννητος εν δυνάμει θάνατος. Αυτός που σκάλωσε στην μικρούλα λεμονιά ωσάν μικρός σγουρομάλλης Έρως. Αυτός που σκάλωσε στις κόρες των ματιών του Στρατή που μάτωσαν σαν ανταμώσανε του δειλινού το χρώμα μες το πέλαγος.

 

Μάτωσε η λεμονιά. Μάτωσε και το πέλαγο.