Ετοιμάζεσαι, είσαι στην τρίχα, όλα σου να είναι άψογα, από τα γυαλισμένα μαύρα άρβυλα, το χαλαρό τζιν, τη μαύρη ζώνη με την αγκράφα της κεντραρισμένη, το τζάκετ, το t-shirt, γιακάδες σε πλήρη στοίχιση, μέχρι τα φρύδια και τις υπό natura τρίχες της κεφαλής σου, σα να είσαι για επιθεώρηση αγήματος ένα πράμα, προεδρική φρουρά και ακόμη παραπάνω, έχεις μπροστά σου αγώνα δύσκολο, δε θα στέκεσαι απλά, ότι πεις θα βαρύνει στην τελική έκβαση, μια ματιά στον καθρέπτη του ασανσέρ, που για καλή σου τύχη μονάχος σου βρέθηκες, ακόμη και τα γυαλιά του ηλίου με μαεστρία τα κρέμασες για να συμπληρώσεις την εικόνα, εκεί δεξιά στο τσεπάκι, έξω από τα συνηθισμένα, σημασία στη λεπτομέρεια, στέκεσαι ορθός, στάση προσοχής και χαλάρωσης, λίγο προφίλ, λίγο κάμψη το κεφάλι, επανάληψη, το ασανσέρ ελαττώνει ταχύτητα, πλησιάζεις στο ισόγειο, αργές βαθιές ανάσες και μια κρυφή ευχή μέσα σου, μέχρι και η από μηχανής Θεά σου να θυμηθεί να σε σώσει την κατάλληλη στιγμή. Τα βήματα σου αυτόματα, χωρίς αίσθημα, μουδιασμένα τα γόνατα όταν τα δίπλα σκαλιά ανεβαίνεις, άκρα δεν έχεις, η κίνηση τα τραβά. Είσαι έτοιμος, θα βαδίσεις στους δρόμους της φωτιάς και θα θριαμβεύσεις, δεν υπάρχει αντίπαλος, είσαι στην κορυφή, όλα τα κοίταξες, όλα τα ετοίμασες, τα λόγια; Ξέχνα τα αυτά. Στα λόγια δε μπορείς να κάνεις τίποτα, όπως τα φέρει η στιγμή, έτσι κι αλλιώς, εκεί κάθε φορά χαμένος έφευγες, κάθε φορά άφηνες το πεδίο βρίζοντας στα βουβά μονολογώντας στο αυτοκίνητο σαν άλλος ένας τρελός των ημερών και κλείνοντας μάτια υγρά πίσω από γυαλιά μαύρα. Τι έπρεπε να πεις, γιατί είπες αυτό, γιατί δεν απάντησες, μάχες με ανεμόμυλους (αλλά αυτό είναι άλλο κεφάλαιο). Από βιτρίνα, από στολή σήμερα είσαι άψογος ... υπερπαραγωγή!

 

...Έχεις φτάσει στην είσοδο της αρένας, μια ακόμη ανάσα και ανοίγεις την πόρτα... και τότε το σοκ... αντικρίζεις μια βασίλισσα καθισμένη σε έναν θρόνο, όλα γύρω της, στροβιλίζονται σε μια θολούρα, τοίχοι μπεζ, ντουλάπες και γραφεία, μαύρες οθόνες, αδιάφορες κρεμάστρες, χάρτινα ημερολόγια και διαφημιστικά ρολόγια, όλα μια σούπα εικόνες, όλα σβησμένα από αυτό το φως, μπήκες στη δική της έδρα, στο δικό της μικρό στενό βασίλειο, έχεις μπλέξει! Να τη λοιπόν μπροστά σου, πιο φωτεινή, πιο όμορφη, πιο εντυπωσιακή από ποτέ, έτοιμη κι η ίδια να σε αντιμετωπίσει, όχι! Έτοιμη να σε πατήσει, να σε συνθλίψει, να περάσει από πάνω σου, να θριαμβεύσει στα ερείπια για ακόμη μια φορά, να σε μασήσει και να σε φτύσει. (Μονάχα αυτά τα μάτια της κουρασμένα, παραιτημένα...)

 

Κάνεις ότι μπορείς, είσαι συνειδητοποιημένος, στα λόγια έχεις την ήττα στο τσεπάκι σου, όρθιος σα μαθητής δημοτικού στον τεράστιο πίνακα, ένας τόσο δα μικρούλης, παλεύεις απλά να μετριάσεις τον πόνο, να σώσεις κορμιά, μη και η καρδιά σου που την ακούς να κοπανάει το στήθος σου και ακουστεί στο μικρό χώρο, μη και οι ανάσες που πνίγεις σε προδώσουν, φλερτάρεις με τη σοφία της λιτής κουβέντας, να μη πέσεις στην παγίδα της φλυαρίας. Δύσκολο με τα παράσιτα γύρω σας, τηλέφωνα και κοινό και συνάδελφοι που μπαινοβγαίνουν και ανακατώνουν τη θολούρα στις άκρες της ματιάς σου. Και ως θαύμα το καταφέρνεις!

 

Και ως άλλη βασίλισσα, τη χαιρετάς εκεί, καθισμένη αυτή στο θρόνο της, σκυφτός εσύ, μονάχα το γονάτισμα και το χειροφίλημα απουσιάζει από τη σκηνή, αίθουσα βασιλική σε μοντέρνους, ψηφιακούς καιρούς. Έχεις επιβιώσει.

 

Νίκησες; Έχασες; Ισοπαλία; Το μόνο βέβαιο είναι ότι εξασφάλισες αρκετές νύκτες να το συζητήσεις, αρκετά πρωινά για την ακρίβεια, γιατί τότε είναι που ξυπνά το μέσα σου και ζητά απαντήσεις. Θα μπορούσε να ήτανε και χειρότερα (άλλο κι αυτό το κεφάλαιο).

 

Μαζεύεις τη χάρτινη αξιοπρέπεια σου και αποχωρείς, κλείνοντας την πόρτα πίσω σου, διαπιστώνεις ότι πίσω αριστερά στην πλάτη ξύπνησε η γνώριμη μαχαιριά, προίκα από άλλες παλιότερες ήττες σου, προσπαθείς μα δε καταφέρνεις να καταπιείς, ο λαιμός σου μια πέτρα, σα να μην υπάρχει καν και για να συμπληρωθεί όμορφα η στιγμή, άξαφνα ο Μorrissey ξεπηδά από κάποιο κρυφό ηχείο του μυαλού και σου τραγουδά last night i dreamt that somebody loved me... ήθελες υπερπαραγωγή...