Μπήκε στο περιβόλι ρουφώντας το φίνο άρωμα των λεμονανθών σαν να 'θελε να το φτάσει ίσαμε το τελευταίο, το πιο μικρό της κύτταρο. Ήταν χαρούμενη που βρέθηκε και πάλι στο χωριό της. Εδώ στο Ρέθυμνο. Στο περβολάκι το αγαπημένο της. Εδώ που είχε φτιάξει τον κόσμο το δικό της μακριά απ' όλα τα τρελά του γύρω κόσμου. Εδώ που σαν παιδί ξεχνούσε τα πάντα. Κι ήθελε να ξεχάσει σήμερα. Η τελευταία δίκη ήταν γι' αυτήν σωστό μαρτύριο. Καλά το έλεγε πάντα πως αυτή δεν κάνει για δικηγόρος. Πώς να υπερασπιστεί έναν παιδόφιλο; Πώς αφού όλο της το είναι πονούσε αφάνταστα μόνο και στην ιδέα...


Ίσως και να ήταν εκείνη η εμπειρία στο χωριό στα 9 της. Με εκείνον τον πορνόγερο όπως συνήθιζε να τον λέει η γιαγιά της κι αυτή ρωτούσε συνεχώς τι είναι ετούτο. Πώς και δεν τον είχαν σκοτώσει αναρωτιέται. Ο φόνος ήταν ψωμοτύρι στο χωριό της. Έτσι είχε καταλάβει από τις διηγήσεις τόσα χρόνια στο καφενείο του χωριού.

 

— Για ψύλλου πήδημα, σκέφτηκε δυνατά και άνοιξε τη βρύση να ποτίσει. Είχε διψάσει ο κήπος της, το ένιωθε.


Στάθηκε πλάι στη λεμονιά και κράτησε το λάστιχο στοχεύοντας τη ρίζα. Το νερό ξεχύθηκε σαν πίδακας και έφτιαξε ομπρέλα. Θόλωσε ο κορμός πίσω από ετούτη την υδάτινη κουρτίνα. Έμεινε να κοιτάζει εκστατικά το νερένιο παραπέτασμα. Μια έκσταση όπως πάντα όταν έβλεπε από παιδί νερό να πέφτει από ψηλά. Όταν χανόταν στο κελάρυσμα και το χορό του. Σαν μαγεμένη και πάλι άφησε τα μάτια της να χαθούν μέσα στη νερένια κουρτίνα που χυνόταν ελεύθερα μπροστά της. Και ξαφνικά η λεμονιά άρχισε να κονταίνει, να κονταίνει, να κονταίνει μέχρι ίσα που ξεχώριζε λεπτό, μικρό κορμάκι πάνω από το φρεσκοσκαμμένο χώμα.


Κι εκεί σιμά ένα σώμα νέας, θαρρώ. Κοιμώμενης; Δεν ξέρω. Σαν να κοιμόταν. Σώμα στρογγυλεμένο. Καμπύλες έντονες. Πρόσωπο ερυθρόν. Κι εκεί στην κοιλιά μια ανεπαίσθητη καμπύλη νέας ζωής σε αγώνα θανάτου... Θανάτου, ναι! Καλά το καταλάβατε. Η νέα δεν εκοιμάτο. Κι ας ήτο τόσο γαλήνια η στάση της. Κι ας ήτο τόσο το πρόσωπό της φωτεινό. Μαντίλι γύρω στο λαιμό με άκρη ματωμένη. Αίμα πηγμένο εξήρχετο απ' το στόμα της. Αίμα πηγμένο κι εκ της ρινός της.


Λίγο πριν ήταν που εισήλθε στο περβόλι της. Ποιος το περίμενε όλο ετούτο; Μια συνάντηση του Έρωτα τον θάνατο να φέρει. Και τι θάνατο!! Διπλό!!


Εκείνους τους τελευταίους μήνες – γύρω στους δέκα ήταν θαρρώ- έπλεε σε πελάγη ευτυχίας η Μυρσίνη μας. Η μάνα της κατέβαινε στο Ρέθυμνο συχνά να μένει με το γιο να του προσέχει τα κοπέλια. Είχε δουλειά αυτός κι αυτά δίχως μητέρα απ' τα τέσσερα. Δίδυμα, όμορφα πολύ τ' ανίψια της. Όπως και να 'χει η Μυρσίνη έμενε μόνη της στο χωριό. Ο άλλος αδερφός σπούδαζε Νομική στην Αθήνα.


Στα 23 η Μυρσίνη, όμορφη πολύ, ήταν η περηφάνια μα και το σαράκι του χωριού. Σπουδαγμένη. Μια από τις 77 κοπέλες που τελείωσαν το πανεπιστήμιο το '20. Έλεγε ο πατέρας της πως έτσι θα 'βρισκε έναν πλούσιο γαμπρό και μορφωμένο φυσικά να την παντρέψει. Για να δουλέψει ούτε λόγος. Μα ο πατέρας πέθανε και η Μυρσίνη άρχισε να δουλεύει σαν δασκάλα. Ήταν κι ο Νίκος που σπούδαζε Αθήνα. Τα χρειαζόταν τα λεφτά να τον σπουδάσει. Ο άλλος αδερφός στο Ρέθυμνο με ένα περίπτερο όλο κι όλο τι να σου κάνει;


Εκεί στο χωριό διορίστηκε δασκάλα. Οι χωριανοί είχανε να το λένε. Τέτοιο κορίτσι δεν ξαναπέρασε απ' τον τόπο. Σεμνή και μετρημένη, πρόθυμη να βοηθήσει όσους είχανε ανάγκη. Μα απ' την άλλη δεν εχάριζε και κάστανα. Δύσκολη η θέση της γυναίκας κείνα τα χρόνια. Το ξέρετε θαρρώ. Γνωστό τοις πάσι. Για να τα καταφέρει έφτυσε αίμα. Μάτωσε τα μέσα της. Γίνηκε πιο σκληρή από πέτρα. Μα η ευαίσθητη πλευρά της φανερωνόταν πάντα σαν βρισκόταν με παιδιά. Η αγάπη της.


Έτσι κυλούσε η ζωή της. Σχολείο, σπίτι, σπίτι, σχολειό και το περβόλι. Η άλλη της αγάπη. Έτσι κυλούσε σαν τον γνώρισε. Όχι πως ήταν ξενομερίτης. Χωριανός κι αυτός μα χρόνια τώρα έμενε 3 χωριά πιο πέρα. Ο Στρατής ήτο ετών 30 ευσταλέστατος και γόνος οικογένειας πλουσίας. Μορφωμένος εις Παρισίους εσυγκαταλέγετο εις τους πολύφερνους γαμπρούς της περιοχής και ουχί μόνον. Δεν θα ήτο υπερβολήν να είπω όλης της Κρήτης.


Όταν όμως έπεσε η ματιά του επάνω στη Μυρσίνη μας ομολογώ εθαμπώθη. Τόσο ήτο το κάλλος της τόση κι η καλοσύνη. Στο πανηγύρι του Αϊ-Γιαννιού θα ήτανε θαρρώ όταν την πρωτοείδε. Κι ευθύς μες στην ψυχή εφώλιασε έρως μεγάλος. Μα όχι από αυτούς που σας μιλάνε τα βιβλία εποχής. Όχι. Διόλου τέτοιος.


Ήτανε έρωτας παράφορος σάρκινος εντελώς. Διόλου της ρομαντζάδας. Απ' την αρχή. Και απ' τους δυο. Γιατί μην το νομίζετε πως η Μυρσίνη ήτο παρθένα. Τον γνώρισε τον έρωτα νωρίς και τον αγάπησε πολύ. Δίχως του δύσκολα πολύ. Σαν κατέβηκε απ' την Αθήνα είπε πως δεν θα το αντέξει για πολύ. Μα ευτυχώς που βρέθηκε ο Στρατής. Και ευτυχώς που η μάνα της συχνά κατέβαινε στο Ρέθυμνο για τα εγγόνια.


Εννέα μήνες κράτησε η μέθη. Μάτι δεν θα τους είχε δει. Κανείς δεν θα είχε καταλάβει. Ήτανε έξυπνοι κι οι δυο. Μα έναν μήνα πριν κατάλαβε πως κάτι περίεργο συνέβαινε στα μέσα της. Κάτι που τη γέμιζε απ' τη μια χαρά κι από την άλλη τρέλα. Ήταν έγκυος. Σίγουρη πια μια και το κόκκινο του μήνα δεν χτυπούσε πια την πόρτα μήνυσε του Στρατή να βρεθούνε.


Έχασε τη γη κάτω απ' τα πόδια του ο Στρατής. Ετοιμαζόταν βλέπεις να ανοίξει ιατρείο στο Ηράκλειο κι ο πατέρας του είχε βρει μια κόρη καστρινού γιατρού σκέτο μπιζουδάκι. Την είχε δει δυο φορές και ήδη φανταζόταν πόσα θα της μάθει. Όχι περί ιατρικής . Φαντάζομαι θα καταλάβατε πως όχι. Τα μασαγε που λέτε εκείνο το απόγευμα ο Στρατής μας στη Μυρσίνη. Κι αυτή κατάλαβε πολλά. Πολλά περισσότερα απ' όσα ειπώθηκαν. Η κατάρα του έξυπνου ανθρώπου.


Από τότε ζούσε και δε ζούσε η Μυρσίνη. Ο παπα – Γιώργης, φίλος καλός του αποθανόντα πατέρα της, την έβλεπε μέρα με τη μέρα να λιώνει και έγραψε στα αδέρφια της πως ήταν ώρα να τηνε παντρέψουνε. Μάλιστα είχε βρει και υποψήφιο γαμπρό. Έναν πρωτοξάδερφό του που έμενε στα Χανιά. Δικηγόρος φτασμένος. Γύρω στα 50. Είχε δει τη Μυρσίνη πριν έναν χρόνο σαν είχε έρθει επίσκεψη στο χωριό και κόντεψε η μασέλα να του πέσει.


Έτσι γρήγορα κανονίστηκαν όλα. Ερήμην της Μυρσίνης. Σιγά μην της έπαιρναν και την άδεια. Μεγαλοδικηγόρος ήταν αυτός. Μια μέρα πριν έρθουν στο χωριό για τα τελειώματα η Μυρσίνη γύρεψε το Στρατή. Του είπε πως ήτανε ζήτημα ζωής και θανάτου. Ραντεβού στο περβόλι. Μετά το δείλι. Πλάι στη λεμονιά. Εκείνη που πριν ένα μήνα είχε φυτέψει. Κι ήρθε. Δεν ξέρω αν τον έστειλε ο Θεός . Δεν ξέρω αν τον έστειλε ο διάολος. Όμως ήρθε.


Εκεί πλάι στο λεπτό κορμάκι της φρεσκοποτισμένης νεαρής της λεμονιάς. Εκεί «κοιμήθηκε». Με το μαντίλι στο λαιμό. Με τα κατακόκκινα τα μάγουλα. Με τις καμπύλες της τις έντονες. Κι εκείνη την πιο έντονη εκεί δα στην κοιλιά να νανουρίζει έναν θάνατο που δεν έμελλε ποτέ να γεννηθεί.


Εκεί στη λεμονιά με το λιγνό κορμάκι της που όλο μεγάλωνε, κι όλο μεγάλωνε, κι όλο μεγάλωνε και πήρε πάλι το γνώριμο το μέγεθος, το γνώριμο το σχήμα μπροστά στα μάτια της άλλης Μυρσίνης του τώρα, που πότιζε κοιτάζοντας εκστατικά το νερένιο παραπέτασμα.

 

Ήτανε άραγε αίμα ετούτο πάνω στον κορμό της λεμονιάς της;