Στημένο παιχνίδι

Στημένο παιχνίδι Facebook Twitter
0

Έπαιζε φλάουτο. Λεπτός με διακριτικά χαρακτηριστικά, με τα τοξωτά φρύδια, μικρά χείλια, λίγο μεγάλη μύτη και απαίσια πεταχτά αυτιά με μακριούς λοβούς. Ένα ιδιαίτερα απροσδιόριστο ύφος ανησυχητικής καλοσύνης διαγράφονταν στο πρόσωπο του. Κατά τα άλλα μια συνηθισμένη φάτσα με κοντά μαλλιά. Ντυμένος κάθε μέρα σαν να πηγαίνει Κυριακή πρωί στην εκκλησία. Παντελόνι υφασμάτινο, όχι τζην, πουκάμισο με πουλοβεράκι τον χειμώνα, πόλο μπλουζάκι το καλοκαίρι σε χρωματισμό έναν τόνο πιο ανοιχτό από το παντελόνι. Φόραγε σκούρα αθλητικά παπούτσια τις καθημερινές και σκαρπίνια τις Κυριακές.


Μάσαγε συχνά τσίχλα και ήταν συγκρατημένα νευρικός χωρίς εξάρσεις με μια εσωτερική νεύρωση, μια υποχονδριακή καταδίωξη, μια καταπιεσμένη φύση.


Ζούσε με τη χήρα μάνα του αλλά και πιο πριν, πριν το θάνατο του πατέρα του, πάλι μαζί της ζούσε. Οι δυο τους. Το ζευγαράκι της Αγίας Παρασκευής. Κάθε Κυριακή πρωί στην εκκλησία και μετά οι δυο τους καφεδάκι ελληνικό στην πλατεία. Όχι δεν έμεναν σε χωριό, έμεναν σε προάστιο των Αθηνών στους Αγίους Αναργύρους.


Ήταν καθηγητής μαθηματικός και για ένα διάστημα, όσο ήταν φοιτητής, μουσικός του Ωδείου. Έμενε σε ένα σπίτι, μικρή μονοκατοικία, με επίσης μικρή πλακόστρωτη αυλή που κληρονόμησαν από το μικροέμπορο χαρτικών, άνθρωπο του δημοτικού, πατέρα του. Η μάνα του αμόρφωτη στα χωράφια στον Πύργο απ' το ίδιο χωριό με τον πατέρα του, για να ξεφύγει από τον κοινωνικό βιασμό του χωριού, την παρενόχληση του θείου της και των ξαδερφιών της, μικροπαντρεύτηκε τον κατά 20 χρόνια μεγαλύτερό της έμπορο, που εργαζόταν και στην Αθήνα, όπου την απέσπασε από το ζοφερό κλίμα μιας ασφυκτικής οικογενειακής σήψης.


Στα 17 της χρόνια είχε το Θάνο, το αγόρι της, τον άντρα της. Ό,τι δεν είχε εκείνη, ήθελε να του το δώσει. Να είναι καλοπλυμένος και καλοσιδερωμένος, κάθε Κυριακή στην Εκκλησία και μετά εκείνη καφέ και ο Θάνος υποβρύχιο ή παγωτό. Τον ήθελε σπουδαγμένο. Του έφερε καθηγητή στο σπίτι. Όχι καθηγήτριες να ξεμυαλιστεί.


Τον πηγαίνει και στο Κατηχητικό. Εκεί οι κυρίες οργάνωναν μικρές παραστάσεις με τα πάθη του Χριστού και τη ζωή των Αγίων. Διάβαζε και το περιοδικό η Ζωή του Σωτήρα για τα παιδιά. Ο πατέρας απών, πούλαγε χαρτί υγείας και χαρτικά κουζίνας, μαζί με άλλα συναφή χαρτικά σε μαγαζιά στους Αγίους Αναργύρους, σε μικρά μαγαζιά των Αθηνών και κυρίως στην επαρχία.


Ήταν οκτώ χρονών όταν έχασε τον πατέρα του. Δεν τον είχε και ποτέ. Δεν έπαιξε ποτέ μπάλα μαζί του, ούτε ξύλο, όπως παίζουν οι άντρες. Τον έφαγε το τσιγάρο καθώς έλεγε η μάνα του. Μια Κυριακή πρωί έπαθε εγκεφαλικό και καθώς γύρισαν από την εκκλησία, τον είδαν σωριασμένο στο μπάνιο. Δεν ξανασηκώθηκε ποτέ. Μετά άρχισαν να έρχονται στο σπίτι αυτές οι κυρίες από την εκκλησία και το κατηχητικό να συμπαρασταθούν στη χήρα και το ορφανό. Τον φύλαγαν κοντά στο στόμα και τον έπνιγαν μέσα στη γεμάτη βυζιά αγκαλιά τους. Του έδιναν και μια σοκολάτα. Μύριζε τα αρώματά τους, πατσουλιά και τις σιχαίνονταν σταδιακά.


Έγινε έφηβος και τον βοηθούσε στο σχολείο ένας νεαρός φοιτητής μαθηματικών. Ωραίο παιδί, καλοβαλμένο. Πάντα με το ωραίο άρωμά του το οποίο έμενε στο δωμάτιο και μετά το τέλος του μαθήματος. Άρχισαν να του αρέσουν τα μαθηματικά.

Στη Γ΄ γυμνασίου η κατάσταση ήταν φανερή. Το δήλωσε και στη μάνα του, θα γινόταν μαθηματικός. Ο καθηγητής του ήταν νεαρός με γαλάζια μάτια και ξανθά μαλλιά, πολύ λεπτός και πολύ ψηλός. Σιγά σιγά ταυτιζόταν μαζί του, μιλάγανε καμιά φορά και για άλλα. Ο Στέφανος στο πανεπιστήμιο δεν ήταν μπλεγμένος σε κόμματα και νεολαίες, έγνοια του να τελειώσει γρήγορα τη σχολή του και να διοριστεί. Μέχρι τότε έκανε μαθήματα, να μην επιβαρύνει τους βιοπαλαιστές γονείς του.


Ο Θάνος άρχισε να τον ονειρεύεται με μια περίεργη έλξη, δεν ήταν μόνο παιδαγωγικός έρωτας, ήθελε να γίνει όπως εκείνος όταν θα μεγάλωνε για να τον δει και να τον αποδεχθεί εκείνος. Τα βράδια χαϊδευόταν μυρίζοντας το άρωμά του στο δωμάτιο. Έπνιγε τη διάθεση αυτή, όμως δεν σκεφτόταν και κάποια συμμαθήτριά του, απεχθανόταν τις γυναίκες της εκκλησίας, και έβρισκε μόνη ζεστή αγκαλιά αυτή της μάνας του, η οποία εξάλλου τον φιλοξενούσε στο κρεβάτι της, κάθε βράδυ μέχρι τα δεκατρία του χρόνια. Κοιμόντουσαν μαζί, όχι μόνο μετά που πέθανε ο πατέρας, αλλά και πιο πριν, καθώς ο εκλιπών ήταν εξόριστος στον καναπέ του σαλονιού, μιας και ροχάλιζε εκκωφαντικά από το πολύ τσιγάρο.


Όλα τα τετράδια του και τα βιβλία του ντυμένα με μπλε κόλλα και νάιλον κάλυμμα με ετικέτα που πληροφορούσε «Τετράδιο Αρχαίων Ελληνικών από Μετάφραση του μαθητή της Γ' Γυμνασίου Θάνου Καρτζούμπαση». Το τετράδιο των μαθημάτων για το Στέφανο ήταν σπιράλ, είχε σχέδια με μουσικά όργανα και παραστάσεις από τη φύση. Σε ένα τετράδιο στην πρώτη σελίδα είχε γράψει : Σ+Θ=LFE. Μιας και μίλαγαν τον ρωτά ο Στέφανος για αυτήν την Σ, ίσως Σοφία, αν ήταν συμμαθήτριά του και πως ήταν. Τι να πει και ο Θάνος; απέφυγε να δώσει πληροφορίες. Στο τέλος της πρώτης Λυκείου, έχοντας για τόσο καιρό βράσει μέσα του αυτό το πάθος, ο Θάνος, τόλμησε επιτέλους να του πιάσει με νόημα το χέρι, κοιτώντας τον με παράπονο, βαθιά στα μάτια, σχεδόν εκλιπαρώντας. Ο Στέφανος τραβήχτηκε με τρομερή αμηχανία και προσχηματικά απομακρύνθηκε και από το σπίτι, καθώς οι υποψίες του είχαν πια επαληθευτεί. Τον Θάνο τον έπιασε το στομάχι του, μια αγωνία διέτρεξε το κορμί του μήπως και ο Στέφανος τον προδώσει, τον διαπομπεύσει στη μάνα του, ο φόβος του, τού προξενούσε εμετό. Ανακουφίστηκε όταν ο Στέφανος είπε ότι δεν θα ξανάρθει, γιατί τον κάλεσαν εν τω μεταξύ αναπληρωτή στο Άργος.


Ο Θάνος άρχισε να μιλά με μια κοπέλα από το κατηχητικό. Η μητέρα του πολύ ευχαριστημένη, έβλεπε ότι η σύνταξη του συγχωρεμένου και οι σκάλες που η ίδια καθάριζε δεν πήγαιναν στράφι. Το παιδί της μελετούσε, έκανε καλές παρέες, εννοώντας την Μαρία, την κοπέλα στο Κατηχητικό και παρέα του για την εκκλησία. Δεν είχε και άλλους φίλους, δεν πήγαινε σε πάρτι, δεν ξενύχταγε, δεν κάπνιζε. Καμιά φορά στο περίπτερο κόλλαγε το μάτι του σε κάτι περιοδικά με άντρες γυμνούς, του άρεσε να τους βλέπει. Κάποτε, με φόβο πήρε ένα τεύχος και το είχε στο δωμάτιό του κρυμμένο κάτω από το στρώμα. Αργά το βράδυ το ανέσυρε μαζί και την καταπεσμένη του φαντασίωση, απολαμβάνοντας ολομόναχος πολύ προσωπικές στιγμές μεγάλης ικανοποίησης. Χαλάρωνε έτσι και ξέδινε, ανακτώντας δύναμη και ενέργεια για τη συνέχεια της μονότονης ζωής του.


Για την προετοιμασία του για το πανεπιστήμιο τον έστειλε σε φροντιστήριο. Μιας και ο Στέφανος τους έφυγε, ήταν και τα μαθηματικά δύσκολα και κακά τα οικονομικά, το φροντιστήριο ήταν μια λύση. Ο ιδιοκτήτης και διευθυντής του φροντιστηρίου, μαθηματικός, ο κύριος Πουλόπουλος, εξαιρετικός άνθρωπος που εκτίμησε την μητέρα και την προσπάθειά της και θαύμασε το καλό αυτό παιδί, τη διευκόλυνε να δίνει τα δίδακτρα με ευνοϊκές δόσεις. Ο Θάνος έπνιξε τον έρωτά του για τον Στέφανο, δεν μπορούσε εξάλλου να διαχειριστεί το συναισθηματικό του χάος. Επικεντρώθηκε στα μαθήματα και στην παρέα του με τη Μαρία. Δεν ήταν ερωτικά επιθετικός απέναντί της, όμως και εκείνη ήταν συνετό και συγκρατημένο κορίτσι. Η αλήθεια ήταν ότι δεν του άρεσε το γυναικείο φίλο. Τώρα όμως η έγνοια του ήταν να περάσει στο πανεπιστήμιο, όπως και έγινε. Εκείνος πέρασε στο μαθηματικό και η φίλη του η Μαρία στη Φιλοσοφική Σχολή. Ήταν η μόνη φίλη που είχε, καθώς στο μαθηματικό ήταν τα πράγματα διαφορετικά. Οι συμφοιτητές τους με ξεσχισμένα τζην, άντρες και κοπέλες να καπνίζουν συνέχεια και να βγαίνουν στα κουτούκια και στα μπαρ. Αυτός δεν είχε τι να κάνει εκεί και δεν ακολουθούσε. Έμεινε στο περιθώριο, τον είχαν μόνο να τους δίνει σημειώσεις και τα φώτα του γιατί ήταν εξαιρετικός φοιτητής. Είναι άξιο απορίας πως γλίτωσε από βίαιο εξοστρακισμό από μια έξαλλη νεολαία που δεν κατανοεί τέτοιας ιδιαιτερότητες, ενώ είναι ανεκτική σε κάθε μορφή παρέκκλισης.


Η πλατωνική σχέση με τη Μαρία διαρκούσε μεσ' τα χρόνια. Τώρα πηγαίνανε στο πανεπιστήμιο μαζί με το μεταχειρισμένο αυτοκινητάκι, που του πήρε δώρο η μάνα του για τις επιτυχίες του. Καμία κίνηση ούτε από τη μια ούτε από την άλλη πλευρά. Η Μαρία ήταν μια κοπέλα μετρίου αναστήματος με ανοιχτή λεκάνη και χοντρές γάμπες. Ντυνόταν πάντα με φορέματα μέχρι τη μέση της γάμπας ή με πολύ μακριές φούστες. Τα μαλλιά της μαύρα, πολύ μακριά τα έπλεκε σε κοτσίδα ή άλλες φορές τα άφηνε ελεύθερα και τα συγκρατούσε με μια λεπτή στέκα μπροστά. Δεν είχε τίποτα επάνω της που να τραβούσε ένα αρσενικό, καθόλου γύρη για να προελκύσει την πεταλούδα. Στην φιλοσοφική και συγκεκριμένα στο τμήμα της, η Μαρία ειδικευόταν στα βυζαντινά, δεν υπήρχαν επιτηδεύσεις, με στόχο τη σαγήνη και αποπλάνηση του άλλου φίλου.

Δεν έπαιζαν εκεί τέτοια θέματα ούτε από άντρες, ούτε από γυναίκες. Τα χρόνια πέρναγαν με το σινεμαδάκι για διασκέδαση, λιγότερο εκκλησία, τώρα Κυριακή παρά Κυριακή, τα διαβάσματα, την ενδοσκόπηση, τον πρωινό κυριακάτικο ύπνο, γιατί τις υπόλοιπες μέρες από νωρίς στο πανεπιστήμιο, εργασίες, εξετάσεις, μεταπτυχιακό.


Του έδωσαν τότε υποτροφία για την Αμερική. Που να αφήσει τη μάνα του μόνη, μόνο αυτός υπήρχε για εκείνη. Το μόνο της στήριγμα, έπρεπε να κάνει κάτι για την ευχαριστήσει. Είχαν πάψει πια οι εύκολοι διορισμοί. Τώρα έπρεπε να δώσει εξετάσεις ΑΣΕΠ για καθηγητής μαθηματικών. Έδωσαν μαζί με τη Μαρία και πέρασαν. Ένα μεσημέρι Κυριακής στο σπίτι του μετά τα αποτελέσματα, οι γονείς της Μαρίας εκεί, η Μαρία και βέβαια ο Θάνος, ήταν χαρούμενη η κυρία Φρόσω και δεν συγκρατήθηκε: «μιας και τα παιδιά κάνουν τόσο χρόνια παρέα γιατί δεν παντρεύονται, τώρα που θα διοριστούν κιόλας; Καλό κορίτσι η Μαρία και γειτονοπούλα, καλό παιδί και ο Θάνος μου! Να δούμε και εμείς κανένα εγγονάκι!».


Χαμογέλασε ταπεινά η Μαρία, ανταποκρίθηκε με ευγένεια ο Θάνος, εκδήλωσαν τον ενθουσιασμό τους οι γονείς. Για να μαζέψουν μόρια αποφάσισαν για το διορισμό να δηλώσουν δυσπρόσιτα μέρη και μιας και θα ήταν παντρεμένοι θα επικαλούνταν συνυπαλληλία. Έτσι βρέθηκαν στη Λέρο. Έμειναν στο Γυμνάσιο και Λύκειο έξι χρόνια και εκεί είδαν το πρώτο φως τα δυο τους παιδιά.


Στη συνέχεια επέστρεψαν στη γνωστή γειτονιά. Έμειναν στο σπίτι του Θάνου, στο ισόγειο η μάνα του και στον πρώτο όροφο, που στο μεταξύ είχαν φτιάξει, εκείνος με την οικογένειά του. Δουλεύανε σε γειτονικά σχολεία και επειδή τα παιδιά είχαν απαιτήσεις, ξεκίνησαν να κάνουν μαθήματα, πιο πολύ ο Θάνος και λιγότερο η Μαρία. Η ζωή συνεχιζόταν στον ρυθμό της, κάθε μέρα δουλειά, καθήκοντα οικιακής φύσεως για την Μαρία, τρεχάματα στα ωδεία, στα μπαλέτα για τα παιδιά , που να ακολουθήσει κανείς την καθημερινότητα και τις ελλείψεις ! Προσωπικός χρόνος μηδέν, έγιναν διαχειριστές του χρόνου και των δραστηριοτήτων των παιδιών τους.


Αν και ο ανώτερος εαυτός του, η αυστηρή ηθική του Θάνου, δεν του επέτρεπε να επιδίδεται σε άλλης φύσης δραστηριότητες, φάνηκε τελικά αδύναμη. Το id τον παράσερνε επίμονα. Αυτό δεν έπαψε ποτέ να κυλιέται στα σωθικά του και δεν έφευγε ποτέ, έμενε εκεί ριζωμένο και χαμερπές μέσα του, σε κάθε ευκαιρία μια θύμηση ή και μικρές ατάσθαλες ανομολόγητες πράξεις, γλυκοκοιτάγματα στην αρχή, κανένα επιδερμικό φλερτ στη συνέχεια, καμιά ταινιούλα στην κρεβατοκάμαρα διάνθιζαν τη πεζή φύση της ζωής του – ούτως ή άλλως δεν κοιμόντουσαν μαζί με την Μαρία και δεν συνηθίζεται από την εμπειρία του αυτό για τα παντρεμένα ζευγάρια. Αργότερα, ένα βλέμμα, κάλεσμα στο δρόμο και μια γρήγορη συνεύρεση με διάφορους σε τουαλέτες, σε πάρκα το βράδυ, σε αποδυτήρια έδιναν μια πνοή κατάθλιψης στο τέλος σε μια ζωή καθυποταγμένη και πνιγμένη στην υποκρισία. Συνευρέσεις με άγνωστους, φαντάσματα και αυτά μιας άλλης ζωής, ανικανοποίητους ή και όχι με τους οποίους δεν συνήπτε γνωριμία, δεν αντάλλαζε απόψεις, ούτε ξαναεπικοινωνούσε.


Καθώς μεγάλωνε άρχιζε να τον ενοχλεί λίγο, μήπως κάτι μαθευτεί από τα παιδιά του. Φρόντιζε πάντα σε ό, τι συνέβαινε να μην εμπλέκεται ούτε φιλικό, ούτε επαγγελματικό περιβάλλον, ούτε βέβαια, πολύ σημαντικό, να δίνει συνέχεια. Η ζωή εξάλλου, η βεβαρημένη καθημερινότητα, η αποχή από τη συζυγική κλίνη, η ανοχή της μητέρας, Παρθένου Μαρίας, ευνοούσε κάθε παράλληλο βίο. Εδώ συνάδελφός του στο σχολείο για πάνω από δέκα χρόνια διατηρεί σχέση με άλλη συνάδελφο, παντρεμένοι και οι δύο και μάλιστα κάνουν και παρέα οι οικογένειες. Πρόκειται για ανομολόγητες σχέσεις κλειστού τύπου, μια υποκρισία που ευνοείται από την άγνοια των έτερων συντρόφων, παραστάτες, υποστηρικτές της φιλικής, οικογενειακής συναναστροφής. Μοιάζει με μια έξη. Σαν να παίζει ο άλλος χαρτιά ή να πηγαίνει στο Καζίνο, ή να παίζει στοίχημα. Εμμονές, που δεν μπορεί κανείς να δαμάσει ή μάλλον δεν βρίσκει και τον λόγο να τις δαμάσει. Οδηγούν συχνά σε καταστροφή οικονομική, ηθική οπωσδήποτε, όμως αυτό αρχίζει να αφορά από τη στιγμή που μαθαίνεται. Η κοινωνική κατακραυγή είναι που συμμαζεύει τα πράγματα. Τίποτα δεν συμβαίνει αν δεν ομιλεί κανείς για αυτό. Κανείς δεν βλέπει τον εαυτό του παρά μονό στα μάτια και στα λόγια του άλλου. Έτσι ξεκινούν οι ενδοσκοπήσεις, με διάφορες τεχνικές διαλογισμού, οι επισκέψεις στους ψυχοθεραπευτές, μήπως και αντιμετωπιστεί το εσωτερικό τέρας.


Έτσι με αφορμή τον φόβο μήπως και τα παιδιά μάθουν τον έκφυλο βίο του ευσεβούς κατά τα άλλα και οικογενειάρχη πατέρα τους, τηλεφώνησε σε ψυχολόγο αναζητώντας βοήθεια. Η γιατρός, που βρήκε ήταν στη Θεσσαλονίκη. Της τηλεφώνησε δίνοντας ψεύτικο όνομα, όμως παρουσιάζοντας την κατάσταση με ειλικρίνεια, όπως έχει. Του αρέσει να βρίσκεται με άντρες, πολύ συχνά αυνανίζεται μυρίζοντας μια αντρική κολόνια, όχι την δική του, παρουσίασε την οικογενειακή του κατάσταση και ζήτησε βοήθεια να απαλλαγεί από αυτό που τον βασανίζει και ενδεχομένως να τον εκθέσει στα παιδιά του.


Τότε για να βοηθήσει το οικογενειακό εισόδημα ασχολούνταν και με προώθηση κάποιων βιολογικών προϊόντων και καλλυντικών. Όποτε στην ερώτηση της ψυχολόγου γιατί απευθύνθηκε σε αυτήν και πως θα έχουν μια κανονικότητα στις συνεδρίες, απάντησε ότι η εταιρεία με την οποία συνεργάζεται έχει την έδρα της στη Θεσσαλονίκη και θα επικαλείται ενημερώσεις και συνέδρια για να την επισκέπτεται και έτσι θα έχει την ευκαιρία να απομακρύνει τη ζωή του από την Αθήνα, διαφυλάσσοντας έτσι την ιδιωτική του ζωή. Μόνο που θα προτιμούσε τα ραντεβού τους να γίνονται από Παρασκευή έως και Κυριακή για να μην δημιουργεί θέματα στην πρωινή του εργασία και να είναι πιο πιστευτό. Έμεινε άφωνη η γιατρός και δεν τον δέχθηκε για ασθενή, του υπέδειξε ωστόσο ότι αν πράγματι νομίζει πως πρέπει να θεραπευθεί, θα έπρεπε να βρει γιατρό κοντά στην περιοχή που μένει. Του είπε δε, ότι ήταν πολύ άρρωστος και πως θα έπρεπε να πάρει σοβαρά υπ'όψιν του τη νοσηρότητα της κατάστασής του.


Η μάνα στο μεταξύ είχε πεθάνει και μετά εκείνος ξεκίνησε να βλέπει μια ψυχίατρο μιας και είχε και δύσκολο ύπνο και ένιωθε κάθε μέρα και πιο κουρασμένος. Έγινε και ένα περιστατικό και ξευτιλίστηκε, με εκείνον τον αλλοδαπό ένα βράδυ στου Ψυρρή, καθώς τον κανόνιζε σε ένα σκοτεινό και έρημο σοκάκι, τον μαχαίρωσε από πίσω και εκείνος έτρεχε μέσα στα αίματα στην Αιόλου φωνάζοντας απελπισμένος για βοήθεια. Στην γυναίκα του είπε ότι χειρουργήθηκε εκτάκτως με κύστη κόκκυγα. Τι να κάνει και αυτή το υπέμεινε, σάμπως τον είχε δει και καθόλου γυμνό;


Άρχισε να ψάχνεται σε απίθανες περιοχές μιας και η δεύτερη δουλειά του, του έδινε την ευκαιρία να μετακινείται. Έτσι μετά από μια παρουσίαση σε σπίτι στη Νίκαια, κάποιος κατά τη διάρκεια της πράξης αλλά και μετά τον γρονθοκόπησε άσχημα και γύρισε σπίτι σε άσχημο χάλι. Είπε ότι του επιτέθηκαν για να τον κλέψουν και ότι στην αντίσταση που άσκησε, εκείνοι τον ρημάξανε.


Μπορεί να το νόμιζε μόνο αυτός, αλλά διέκρινε πια μια ανησυχία, μια δυσπιστία στο βλέμμα της γυναίκας του. Ο φόβος του δεν τον απέτρεπε από το να επεκταθεί σε συνομιλίες ερωτικού περιεχομένου στο διαδίκτυο, σε ραντεβού επί τούτου, σε ακολασίες και αναζητήσεις σε σκοτεινές ατραπούς, με αλκοόλ, ναρκωτικά και βία. Όλα κρυφά, μέσα από έναν υπολογιστή, έκανε πια τη ζωή που λαχταρούσε.


Ο ύπνος του γινόταν όλο και πιο ανήσυχος, έβλεπε την μάνα του συνέχεια, τις κυρίες του κατηχητικού, τον Στέφανο, έκλαιγε στον ύπνο του σαν μικρό παιδί, πήγαινε άρρωστος στο σχολείο και συνέχιζε τα μαθήματα κακήν κακώς. Γινόταν περίγελος των μαθητών του. Φορούσε ένα βασανισμένο κοστούμι με ιδρώτα στο λαιμό, τα μαλλιά του απεριποίητα, με φαβορίτα σγουρή, πολλές φορές άπλυτος. Άρχισε σιγά σιγά το καθημερινό ποτό και στο σχολείο έβαζε βότκα στο μπουκαλάκι του νερού και κουτσόπινε.


Η κατάσταση έφευγε από τον έλεγχό του. Οι πρώτες διαμαρτυρίες γονέων δεν άργησαν να εκδηλώνονται και εκείνος ένιωθε να εγκλωβίζεται και να ασφυκτιά σαν ένα αγρίμι, που του έχουν στήσει ενέδρα. Η τρέλα, που ήταν ένα βήμα πίσω του, τώρα τον έχει προσπεράσει και τον ελέγχει.


Περίεργες εξάρσεις με φωνές και βρισιές στο σπίτι, στα παιδιά, στον Διευθυντή του ακόμα, όταν του έγινε πια η απαιτούμενη σύσταση. Να συμμορφωθεί ! Οι τάξεις μύριζαν αλκοόλ, έλεγε και κάτι άσχετα στο μάθημα, τα παράπονα γονιών και μαθητών αθρόα στο γραφείο.


Μετά επικρατούσε μια περίεργη σιωπή με χιλιάδες πνιγηρές φωνές, μια απειλή, που θα ξέσπαγε σαν καταιγίδα. Το ένιωθε, θα ερχόταν. Γύρναγε πανικόβλητος κυνηγώντας την ουρά του, δεν έβλεπε διαφυγή. Θα εξέθετε θανάσιμα τον εαυτό του και τα παιδιά του. Πρώτη φορά φυλακισμένος διπλά, πρώτα στα πάθη του και μετά στην αναπόφευκτη έκθεσή του.


Ήταν Κυριακή απόγευμα μετά από μια παρουσίαση των προϊόντων του σε κάποιο σπίτι, σταμάτησε να πιει ένα ουίσκι σε ένα μπαρ και μετά ένα δεύτερο και άλλο ένα. Καθόταν στην μπάρα και τον κοίταζε επίμονα ένας θαμώνας. Αντάλλαξαν ματιές με νόημα σαν μονομαχία, πρόσκληση για τελευταία αναμέτρηση, τραβήχτηκαν στα αντρικά ουρητήρια, ξαναβγήκαν στη σάλα του μπαρ ήπιε κι άλλο ποτό και ένα ακόμη. Όλα ήταν προκαθορισμένα, συμφωνημένα, δεν μπόρεσε να τραβήξει όπλο, τον λάβωσε θανάσιμα η σφαίρα του άλλου, δεν μπορούσε να ξεφύγει. Όλες οι προσπάθειες στο κενό! Περπάτησε λίγο μέχρι το αυτοκίνητο, κοντοστάθηκε στο φανάρι της παραλιακής, είδε τα φώτα των αυτοκινήτων θολά, σαν άστρα που έκλαιγαν. Το φανάρι άλλαζε σε πράσινο και κόκκινο για τον πεζό. Το κόκκινο ήταν το κάλεσμα του αίματος, μετά τους τραυματισμούς, το ξύλο, τον εξευτελισμό, τι θα έμενε πια; Θα τον έσερναν με την άμαξα στους δρόμους για να τον διαπομπεύσουν! Θα τον περιγελούσαν οι κυρίες με τα πατσουλιά και τα κόκκινα κακοβαμμένα χείλια, θα έσπαγε η καρδιά της μάνας του, θα τρελαινόταν η γυναίκα του και θα έτρεχε στις εκκλησίες για να διώξει τον σατανά από το σπίτι τους, τα παιδιά του θα κατέληγαν σε ουσίες και ιδρύματα με κάθε είδους διαταραχή. Όχι δεν θόλωσε, όχι δεν ήταν που ήταν μεθυμένος! Στην αναμέτρηση αυτή αποφάσισε και πετάχτηκε στον δρόμο, ελεύθερος πια απ' όλους τους ψυχαναγκασμούς, παραδόθηκε βορρά στις ρόδες των αυτοκινήτων, βάζοντας τέλος στο νοσηρά στημένο εξαρχής παιχνίδι. Αυτό της ζωής του!

Μαρία Μαρή
Καθηγήτρια Γαλλικών- Θεατρολόγος

 

Οποιαδήποτε ομοιότητα με καταστάσεις και ονόματα είναι συμπτωματική.

0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ