Μύρια τόσα έχουν γραφεί για το φαινόμενο της τέχνης, γιατί υπάρχει, τι εξυπηρετεί, που πάει ή που την πάνε... Την έχουν πετσοκόψει σε διάφορες μόδες, τάσεις, εποχές και περιόδους και έχει μελετηθεί διεξοδικώς υπό το εξονυχιστικό πρίσμα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας. Αλλά το ερώτημα πλανάται ανά τους αιώνες, τι είναι και γιατί υπάρχει.


Πως όμως είναι δυνατόν να φυλακίσης σε κάποιες λέξεις αυτό το ρίγος που σου προκαλούν οι παιχνιδιάρικοι βόστρυχοι ενός γλυπτού ελληνιστικού, αυτό το πέπλο που διπλώνει σαν αερικό πάνω στο γόνυ μιάς Νίκης, ή αυτές οι φλέβες, οι εξαίσια φτιαγμένες, μ' όλην την ενέργεια που κουβαλά το αίμα το ελληνικόν.

 

Αυτές τις μνήμες μας ξυπνούν αυτές οι πτυχώσεις του One Kleomenous*, σαν μια άλλην Νίκη στέκεται εκεί. Αυτές τις μνήμες του ωραίου μας μεταφέρει, ξεχωριστό σαν έργο, σεμνό, όχι κραυγαλέο, αλλά δυνατό όπως πρέπει. Ίσως εισητήριον ενός fauteuil μελλοντικού, της Ακαδημίας.


Πως είναι δυνατόν τ' Αρχέτυπα να αισθανθής μέσα από τις λέξεις που σαν σκιές, ιδέες φευγαλέες από τον κόσμο πέρασαν. Αυτά τα βλέμματα τα σιωπηλά των αγαλμάτων, αυτό το Φως της πρώτης Των μορφής. Μα πως είναι δυνατόν οι λέξεις να συγκρατήσουν αυτήν την συγκίνηση, την υψηλών δονήσεων πορείαν της ψυχής.


Αυτά τα βλέμματα τα σιωπηλά που μας κοιτούν αγέρωχα, ατάραχα, που μας μιλούν με την σιωπή Των. Ποιος δεν μπορεί να αισθανθή την ενέργεια που κουβαλούν, αυτές τις μνήμες της ψυχής, της ελληνικής, που τόσο βάρβαρα την πολεμούν, μ' αυτήν την λύσσαν, την άσχημη μανία.


Και θαρρείς πως το κάλλος, αυτή η ιδέα μας έχει αφήσει, μόνη μας συντροφιά αυτά τα βλέμματα τα σιωπηλά, αρκετά όμως, αρκεί να τα κυττάξωμεν, βαθιά μέσα μας να δούμε, αυτό το σκότος, πως άραγε το κουβαλά η ψυχή μας.

 

Αυτές τις μνήμες να ξυπνήσωμεν, την ενέργεια της πρώτης Των μορφής να νοιώσουμε, αυτήν την γέφυρα να χτίσωμεν με την ιδέα. Μα πως όλα αυτά να γίνουν καθώς μας 'ρίξαν στην ασχήμια μέσα. Αυτή η Ήρα μας χρειάζεται, αυτός ο αγέρας ο ελληνικός, η ψυχοτρόφος αύρα, αυτά τα παλλικάρια του 40 που μέσα από το είναι τους τότε την εκαλούσαν. Αυτή η πνοή, η καινούργια πνοή να διώξη από πάνω μας ότι πιο βρώμικο της ιστορίας, τόσων αιώνων βόθρος, να αποκαλυφθή ότι πιο ωραίο, πιο αληθινό υπήρξε κάποτε, το ελληνικόν.


Και κάποιοι προσπαθούν να ορίσουν τάχατες το ελληνικόν, μικροί, ασήμαντοι, αστείοι κάποιοι, λες και 'χουν το ανάστημα το πρέπον, αυτό ενός Παλαμά, ενός Σικελιανού, λές κι 'ναι ιεροφάντες. Θέλουν να ξυπνήσουν μνήμες μέσα από τον λόγο τους, κούφο, νεκρό, οπαδοί αλλότριων δογμάτων. Θέλουν τάχατες αυτό το πυρ, τ' αείζωον να ζωντανέψουν, το ελληνικόν.


Λες και φτάνουνε οι λέξεις. Έργα μυστών χρειάζονται, οσίων μυστών. Μνήμες πάμε να ξυπνήσωμεν, αιώνες τώρα μέσα μας κοιμούνται, σφυριά χρειάζονται, το κάλπικο να σπάσουν, η ψυχή σε κάθε κρότον τους να πάλλεται.


Αυτή λοιπόν είναι η τέχνη, η πραγματική, αυτή η ροή ενεργείας που μας δονεί συθέμελα, αυτή η ατραπός προς την ιδέα, το σκίρτημα, το της ψυχής φτερούγισμα. Αυτές τις μνήμες μας ξυπνούν αυτές οι πτυχώσεις του One Kleomenous*, σαν μια άλλην Νίκη στέκεται εκεί. Αυτές τις μνήμες του ωραίου μας μεταφέρει, ξεχωριστό σαν έργο, σεμνό, όχι κραυγαλέο, αλλά δυνατό όπως πρέπει. Ίσως εισητήριον ενός fauteuil μελλοντικού, της Ακαδημίας.


Λίγο πιό κάτω, ένα άλλο τοπόσημο εποχής, πολυτελές κουφάρι, στέκεται βουβό, δεν έχει τίποτα να πη, κάτι σαν "Ηγεμών εκ Δυτικής Λιβύης".


Λοιπόν φίλοι, σαν φτάσαμε μέχρις εδώ, καταλάβατε τώρα γιατί μας έχει πνίξει το άσχημον, γιατί έχουν διώξει το ωραίον. Τυχαίον δεν είναι.


Αυτά τα βλέμματα τα σιωπηλά ν' αποζητάτε και την σιωπήν Των καρτερικά ν'ακούτε. Αρκετά για να ξυπνήσουν την Ψυχή, την αθέλητα κρυμμένη μέσα μας. Έρρωσθε!

 

*Γλυπτόν οικιστικής χρήσεως στις υπώρειες του Λυκαβηττού.


Απόστολος Καλέμος
Επίκουρος Καθηγητής ΕΚΠΑ