Σε άρθρο της την 22/02/2017 στη Lifo, η διευθύντρια της 3ης σε σειρά Ελληνικής Δημόσιας Τράπεζας Ομφαλικού αίματος, αναφέρεται σε ζητήματα γύρω από τις χρήσεις πληθυσμών κυττάρων, που περιέχονται στο ομφαλικό αίμα. Η απάντησή μας δεν θα εστιάσει τόσο σε αυτά που ειπώθηκαν – αν και υπάρχουν αρκετές παρατηρήσεις και για αυτά – όσο σε αυτά που (σκοπίμως;) παραλήφθηκαν. Είναι γνωστό πως τρεις είναι οι τρόποι να δημιουργήσει κανείς εσφαλμένες εντυπώσεις: α) να πει πράγματα που δεν ισχύουν, β) να μην πει πράγματα που ισχύουν (μισές αλήθειες) και γ) να χρησιμοποιήσει τη στατιστική με λανθασμένο τρόπο.

 

Στην εισαγωγή του σημειώματος, γίνεται μια «καθηγητικού τύπου» διόρθωση σχετικά με τη δήθεν λανθασμένη χρήση του όρου βλαστοκύτταρα (τον ορισμό μπορεί ωστόσο κανείς εύκολα να αναζητήσει σε πλήθος πανεπιστημιακών βιβλίων βιολογίας), αντί του ορθού, σύμφωνα με την αρθρογράφο: «αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα». Κατά τη λανθασμένη αντίληψη της αρθρογράφου, «...βλαστοκύτταρα είναι μόνο τα κύτταρα τις πρώτες μέρες της εμβρυικής ζωής». Την ίδια στιγμή, η Αιματολογική Κλινική του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ηρακλείου της οποίας η ίδια προΐσταται, αποφασίζει να ιδρύσει μονάδα κρυοσυντήρησης ομφαλικού αίματος, με διακριτικό τίτλο «Δημόσια Τράπεζα Ομφαλικών Βλαστοκυττάρων Κρήτης»... (αλλά αυτό είναι το λιγότερο).

 

Σε αποστροφή του άρθρου, η αρθρογράφος αναφέρει πως «Παρά το ότι τα κύτταρα μπορούν θεωρητικά να διατηρούνται σε υγρό άζωτο επ' άπειρο, αποφεύγουμε να τα χρησιμοποιήσουμε για κλινικούς σκοπούς μετά από 20-25 έτη», στοιχείο που χρησιμοποιεί η ίδια παρακάτω για να μειώσει την αξία των ιδιωτικά φυλαγμένων κυττάρων. Ορισμός του κυκλικού (άρα λογικά εσφαλμένου) επιχειρήματος! Υπάρχουν ωστόσο δημοσιευμένες έρευνες σε περιοδικά με κριτές, που αποδεικνύουν πως κύτταρα κρυοσυντηρημένα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα παραμένουν (όπως είναι αναμενόμενο) σε άριστη κατάσταση.

 

Ορθά αναφέρεται πως το φυλαγμένο ομφαλικό αίμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί – ανάλογα με την ασθένεια – είτε στο άτομο από το οποίο προέρχεται (αυτόλογη μεταμόσχευση) είτε σε ιστοσυμβατό άτομο της οικογένειάς του (αλλογενής μεταμόσχευση). Σωστά επίσης αναφέρεται ότι η πιθανότητα δύο αδέρφια να είναι απολύτως ιστοσυμβατά είναι 25% (στην πραγματικότητα, η πιθανότητα αδερφός να μεταμοσχεύσει αδερφό ξεπερνά το 30%, αν συνυπολογιστούν τα μερικώς ιστοσυμβατά μοσχεύματα) και πως όταν δεν είναι αυτό εφικτό, μόνη λύση είναι η αναζήτηση μη συγγενικού μοσχεύματος από δημόσια τράπεζα. Αυτό που όμως ξεχνά να αναφέρει η αρθρογράφος είναι πως σε σύγκριση μεταμοσχεύσεων ανάμεσα σε συγγενείς και μη συγγενείς δότες, οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν 2πλάσιες όταν ο δότης ήταν συγγενής σε σχέση με μη συγγενικά μοσχεύματα ίσης ιστοσυμβατότητας, ενώ ταυτόχρονα οι πιθανότητες εμφάνισης νόσου απόρριψης (GvHD) έπεφταν στο μισό (E. Gluckman et al., The New England Journal of Medicine, 1997, vol. 337, pg 373-381) . Ακόμα λοιπόν κι αν αγνοηθούν οι ενδείξεις αυτόλογης χρήσης ιδιωτικά φυλαγμένων μοσχευμάτων σε σοβαρά και πιθανώς θανατηφόρα αιματολογικά νοσήματα, όπως η Απλαστική Αναιμία, και μόνο του το παραπάνω γεγονός αρκεί, για να δικαιολογήσει την επιλογή ιδιωτικής – οικογενειακής φύλαξης, αντί της χρήσης μη-συγγενικού μοσχεύματος από δημόσια τράπεζα.

 

Η αρθρογράφος αναφέρει παρακάτω πως «...Η μεταμόσχευση αιμοποιητικών κυττάρων δεν χρησιμοποιείται σε μη-αιματολογικά νοσήματα ή σε μη-αιματολογικούς καρκίνους». Η βιβλιογραφία ωστόσο την διαψεύδει! Είναι γνωστό ότι το αίμα του ομφαλίου λώρου είναι πλούσιο σε πρόδρομα κυτταροτοξικά βλαστικά κύτταρα, τα οποία στρέφονται εναντίον καρκινικών κυτττάρων, γι αυτό και χορηγείται π.χ. σε περιπτώσεις ρετινοβλαστωμάτων (σπάνιο είδος καρκινικών όγκων του οφθαλμού), όπου η χρήση αυτόλογων μοσχευμάτων ομφαλικού αίματος αποτελεί στάνταρ θεραπεία (Joshi et al, 2007, I Neuroimmune Pharmacology 2 (2), 202-212). Επίσης αποτελεί εξακριβωμένη επιστημονική γνώση εδώ και καιρό, ότι το ομφαλικό αίμα περιέχει εκτός από τα αρχέγονα αιμοποιητικά κύτταρα, τα μεσεγχυματικά βλαστοκύτταρα και τα μη-περιορισμένα σωματικά βλαστικά κύτταρα (unrestricted somatic stem cells). Τα τελευταία, αποτελούν ομάδα ολοδύναμων κυττάρων, που μπορούν να διαφοροποιηθούν σε οποιονδήποτε τύπο ενήλικου κυττάρου πλην αυτών των γονάδων και παρόλο που ανιχνεύονται σε πολύ μικρούς αριθμούς, μπορούν να πολλαπλασιαστούν "in Vitro" σε 1015 κύτταρα, χωρίς να χάσουν την δυναμικότητά τους (Kogler G et al. J. Exp. Med. Vol 200; no2; july 19, 2004 pg 123-135) ενώ έχει αποδειχθεί ότι τo αίμα του ομφαλίου λώρου μπορεί να δώσει κύτταρα και των τριών βλαστικών δερμάτων (Sensken et al 2007, 9 (4): 362-378). Συνεπώς η πληροφορία πως «τα ομφαλικά μοσχεύματα μπορούν να χρησιμοποιηθούν μόνο σε αιματολογικά νοσήματα» είναι επιστημονικά παρωχημένη και αν μη τι άλλο εσφαλμένη. Μια απλή αναζήτηση στην επίσημη ιστοσελίδα για κλινικές δοκιμές που διεξάγονται υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιδρύματος Υγείας (NIH) των Η.Π.Α.(http://clinicaltrials.gov) με λέξεις-κλειδιά «ομφαλικό αίμα» (cord blood) παρήγαγε (σήμερα 22/2/2017) 1.363 κλινικές δοκιμές σε εξέλιξη, αναδεικνύοντας το τεράστιο δυναμικό των ομφαλικών μοσχευμάτων στη σύγχρονη ιατρική. Ανάμεσα στα αποτελέσματα που προέκυψαν από την αναζήτηση, βρίσκει κανείς κλινικές δοκιμές για αιματολογικές, μεταβολικές, νευρολογικές, ορθοπεδικές, ανοσολογικές, καρδιολογικές και άλλες ασθένειες.

 

Ήδη, έχουν δημοσιευθεί τα πρώτα αποτελέσματα από τη χρήση των βλαστοκυττάρων του ομφαλικού αίματος για τη θεραπεία του Διαβήτη τύπου Ι (Michael J Haller et al. 2008, Exp Hematology,36(6): 710-715) και αναμένονται εξελίξεις σε αντίστοιχες προσπάθειες για άλλα αυτοάνοσα νοσήματα, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας (MS), η αμυοτροφική πλάγια σκλήρυνση (ALS), ο Λύκος και η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα.


Πολλά υποσχόμενες είναι και οι εξελίξεις στον τομέα της «Αναγεννητικής Ιατρικής», ενός κλάδου που βρίσκεται σε δυναμική ανάπτυξη και υπόσχεται να αλλάξει το μέλλον της ιατρικής σε πολλά πεδία. Η ανίχνευση μη-περιορισμένων ολοδύναμων σωματικών βλαστοκυττάρων στο ομφαλικό αίμα (Kogler G et al. J. Exp. Med. Vol 200; no2; july 19, 2004 pg 123-135) μπορεί να καταστήσει τα ομφαλικά μοσχεύματα μία εναλλακτική πηγή βλαστοκυττάρων με ιδιαίτερα μεγάλο εύρος διαφοροποίησης, ενώ τα μεσεγχυματικά βλαστικά κύτταρα που περιέχει, χρησιμοποιούνται ήδη σε αναγεννητικές θεραπείες, όπως για παράδειγμα η αναγέννηση του μετεμφραγματικού μυοκαρδίου (R de Silva and RJ Lederman, Cytotherapy 2004; 6(6): 608-614), καθώς και σε αναπλαστικές εφαρμογές στην πλαστική χειρουργική, την ορθοπεδική και την αθληιατρική.


Σε άλλο σημείο του άρθρου αναφέρεται ορθά πως «...η Γαλλία ― η χώρα που ξεκίνησε τις μεταμοσχεύσεις από ομφαλοπλακουντιακό αίμα ― δεν έχει επιτρέψει τη λειτουργία Ιδιωτικών Τραπεζών». Δεν αναφέρεται ωστόσο σε ποιες χώρες επιτρέπεται η λειτουργία Ιδιωτικών Τραπεζών! Στην πραγματικότητα, η Γαλλία αποτελεί τη μόνη Ευρωπαϊκή χώρα όπου ισχύει ανάλογη απαγόρευση. Αντίθετα, ιδιωτικές Τράπεζες Βλαστοκυττάρων λειτουργούν σε όλες τις χώρες της Βόρειας και Νότιας Αμερικής, σε όλες τις χώρες της Ευρώπης (πλην της Γαλλίας), σε 11 χώρες της Αφρικής, καθώς και στην Τουρκία, Ιορδανία, Ισραήλ, Λίβανο, Γεωργία, Συρία, Κουβέιτ, Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Ιράν, Πακιστάν, Ινδία, Βιρμανία, Ταϊλάνδη, Βιετνάμ, Μαλαισία, Φιλιππίνες, Κίνα, Ταιβάν, Ινδονησία, Ν. Κορέα, Ιαπωνία, Αυστραλία και Ν. Ζηλανδία. Επιχειρείται έτσι – όχι με ψέματα αλλά με μισές αλήθειες – να δημιουργηθεί λανθασμένη εντύπωση για το τι ισχύει σχετικά με την ίδρυση και λειτουργία ιδιωτικών τραπεζών βλαστοκυττάρων διεθνώς.


Τέλος, ορθά αναφέρεται πως στην Ελλάδα πρέπει να γίνουν δράσεις, που θα αυξήσουν τον αριθμό των δειγμάτων ομφαλικού αίματος που δωρίζονται για δημόσια χρήση. (Στην πραγματικότητα μόνο το 20% των γεννήσεων οδηγούν σε φύλαξη ομφαλικού αίματος οποιασδήποτε μορφής – ιδιωτικής ή δημόσιας. Το 80% καταλήγει στα σκουπίδια). Αντί ωστόσο οι δημόσιοι φορείς να ασχοληθούν σοβαρά με αυτό το πρόβλημα, εστιάζουν διαχρονικά τη δράση τους στη συκοφάντηση των αντίστοιχων ιδιωτικών μονάδων. Ταυτόχρονα, είναι γνωστό πως η Βιοτράπεζα του Ιδρύματος Ιατροβιολογικών Ερευνών της Ακαδημίας Αθηνών, εκτός από δωρεές, δέχεται να φυλάξει για ιδιωτική χρήση (έναντι μάλιστα συχνά υψηλότερου των ιδιωτικών χρηματικού ανταλλάγματος), βλαστοκύτταρα από τον ομφάλιο λώρο, καταστώντας έτσι εαυτόν εμπορικό ανταγωνιστή των ιδιωτικών μονάδων φύλαξης.

 

Θα άξιζε ίσως να αναφερθεί ότι, σε ημερίδα που διοργάνωσε η Ένωση Αιματολόγων Ελλάδος την 01/11/2008 στο ξενοδοχείο CARAVEL της Αθήνας, ο προσκεκλημένος της ένωσης Κος P. Rebula, υπεύθυνος τότε του δικτύου δημοσίων τραπεζών της Ιταλίας, τόνισε τα εξής: «...Η λειτουργία δημόσιας τράπεζας στην Ελλάδα έχει μεγάλη σημασία, όμως μην κάνετε το ίδιο λάθος με εμάς και ιδρύσετε πολλές και διασκορπισμένες τράπεζες ανά την χώρα. Η Ελλάδα είναι χώρα με μικρές αποστάσεις και η λειτουργία της τράπεζας στην Αθήνα αρκεί για να καλύψει τις ανάγκες. Κάθε άλλη λύση δεν θα ήταν οικονομικά βιώσιμη...» (η πλήρης ομιλία του Κου P. Rebula στη διεύθυνση http://www.mdata.gr/eae_011108/4_rebulla/f.htm).

 

Όπως είναι γνωστό, οι ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες συλλέγουν δείγματα από τη συνολική έκταση της επικράτειας, με δίκτυο που εκτείνεται από την Αλεξανδρούπολη μέχρι την Κρήτη. Γιατί δεν μιμούνται την πρακτική αυτή οι υπέρμαχοι της δημόσιας δωρεάς και επιμένουν με τόσο πάθος στην ίδρυση και τρίτης – μετά τη Θες/νίκη - τράπεζας στην Κρήτη; Μήπως τελικά οι υπέρμαχοι των απανταχού δημοσίων τραπεζών και πολέμιοι μέχρις εσχάτων των ελληνικών ιδιωτικών τραπεζών, εξυπηρετούν ίδια συμφέροντα, αντί τα συμφέροντα της δημόσιας υγείας;

 

*Ο Γιώργος Καραβάνας (MSc, PhD), είναι Πρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών Ομφαλοπλακουντιακού Αίματος (ΕΕΤΟΑ), Βιολόγος με Μεταπτυχιακό στη Μοριακή Βιολογία και Ανοσολογία και Διδακτορικό στις Βασικές Ιατρικές Επιστήμες, με έμφαση στη Γενετική των Ιών στα πλαίσια πρωτοκόλλων γονιδιακής θεραπείας.