"Αυτή η ιστορία που από το τίποτα έμπλεξα". Με αυτήν την φράση άρεσε στην Μαλβίνα να περιγράφει έναν θυελλώδη της έρωτα. Πράγματι, ποιος δύναται να ανακαλέσει με ακρίβεια τι πρωτοερωτεύτηκε στο σκοτεινό αντικείμενο του πόθου; Τον επίκανθο των βλεφάρων ή τα χείλη του; Τον τρόπο που προφέρει τόσο βαρύ το σίγμα ή το πως είναι συνεχώς ζαλωμένος επ΄ώμου την τσάντα με το laptop του;

 

Δεν μπορώ να θυμηθώ μήτε πως ξεκίνησε, μήτε τον λόγο ή τις αφορμές που με εξέβαλαν σε αυτό το αίσθημα. Ήταν οι προσωπικές δυσκολίες, οι ατελείωτες ώρες στην δουλειά, ήταν τα ξένα, το θηριώδες καυσαέριο των Τιράνων –"Μαμά, πάλι σε πείραξε ο καυσαέριος; Δεν πήγες στον γιατρό να στο βγάλει;" μου έλεγε κάθε ημέρα ο μικρός όταν επέστρεφα από την δουλειά-, το απαγορευτικό στο σπίτι, όπου δεν έπαιζε τίποτα άλλο παρεκτός Τομ και Τζέρυ, το χούι μου να διαβάζω παιδιόθεν αρειμανίως ότι πέσει στο χέρι μου, εν προκειμένω στο μάτι μου από την φωτεινή οθόνη του υπολογιστή. Ή μπορεί απλώς και να ήτανε ένας άλλος αφορισμός επίσης σφόδρα αγαπημένου τεθνεώτος. "Μετά τις εννέα το βράδυ είμαι ένας χαρούμενος σκουπιδοφάγος" αρέσκετο να καγχάζει ο Κωστής Παπαγιώργης για την σχέση του με την τηλεόραση. Αλλά το ποιόν της νεότευκτης αγάπης μου μπορεί να ήταν ανάλαφρο, ελαφρύ, όμως, ουδέποτε υπήρξε.

 

Ξεκίνησε δειλά, δίχως να το αντιληφθώ, σχεδόν κάτω από την μύτη μου. Όταν πια το συνειδητοποίησα ήμουν κανονικό junky. Θα χρειαζόταν η πένα ενός Μπάροουζ υπό επήρεια, για να καταφέρει να μεταφέρει τον ψυχαναγκασμό μου, την σωματική μου σχεδόν εξάρτηση ιδιαίτερα τον πρώτο καιρό για το καθημερινό ανάγνωσμα, το οποίο ήταν πεπερασμένο. Επτά ερωτοαπαντήσεις την ημέρα. Άρχισα τα δημιουργικά μαθηματικά. Επτά ερωτήσεις φίλων αναγνωστών, και επτά απαντήσεις της Λένας, ήτοι δεκατέσσερα το σύνολο αυτοτελή αναγνώσματα. Υποστασιοποιούσα και πολλαπλασίαζα, σαν τον Χριστό τους άρτους. Και τι έκανε ο Μπάροουζ όταν δεν επαρκούσε η δόση; Κατέφευγε στα παλιά. Έγραφε, θυμόταν, ή απλώς ανέτρεχε. Το ίδιο ξεκίνησα να κάνω και εγώ. Με τις αυξημένες εργασιακές υποχρεώσεις και τον κουτσουρεμένο ελεύθερο χρόνο αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στο παιδί, το οποίο με τίποτα δεν χόρταινα, τις καθημερινές η ημερήσια δόση της "Αγαπητής Α,μπά;" έκανε την δουλειά της. Το πρόβλημα δημιουργείτο το Σαββατοκύριακο και οφειλόταν στον συνδυασμό δύο παραγόντων. Αφενός, η "Αγαπητή Α, μπα" έπαιρνε το weekend off, σαν γνήσια Αμερικανιδούλα, στην οποία έχει μεταμορφωθεί, -έχει κάποια χρόνια που διαβιοί στις ΗΠΑ-, αφετέρου τα Σαββατοκύριακα ακόμη και τα πιο απαιτητικά από άποψη δουλειάς, προσέφεραν λίγο πιο απλωμένο χρόνο. Η λύση δεν άργησε να βρεθεί. Και δεν ήταν τίποτα άλλο, από τα "Α, μπα;" προηγούμενων ημερών και περασμένων ετών, προ ημερομηνίας γνωριμίας και εξαρτήσεως από την περί ης ο λόγος στήλη.

 

Τι είναι το "Αγαπητή Α, μπα;" Μία καθημερινή στήλη στην ιστοσελίδα της Lifo. H οικοδέσποινα, Λένα Φουτσιτζή, υποδέχεται επτά καλεσμένους με τις ερωτήσεις τους για να τους τρατάρει φιλόξενα την απάντησή της. Οι ερωτήσεις ποικίλουν, από συναισθηματικής, ερωτικής, επαγγελματικής φύσεως, μέχρι ερωτήσεις για το πως να αντιμετωπιστούν σημαντικά οικογενειακά προβλήματα ή σοβαρές ιατρικές παθήσεις, χωρίς να απουσιάζουν ερωτήματα που θα έθετε κανείς σε φίλο την ώρα του καφέ. Η αλήθεια είναι ότι τα πράγματα ξεκίνησαν κάπως διαφορετικά. Το "Α, μπα;" γεννήθηκε, κυοφορήθηκε στο ατίθασο βοστρυχοφόρο κεφαλάκι της Λένας ως ένα ταπεινό blog. Όπου, αρχικά, έστελνε κανείς ό,τι ερώτηση του ερχόταν, και με την σειρά της η Λένα απαντούσε με ανάλογη διάθεση. Στα συμπεράσματα αυτά αβίαστα οδηγείται όποιος τον φέρει η τύχη, ή η μανία στα πρώτα "επεισόδια" του "Α, μπα;" στην Lifo. Τίνι τρόπω, όμως, κατάφερε η καπριτσιόζα κοκκινοσγουρομάλλα να μετατρέψει ένα γινάτι, ένα παιγνιώδες εγχείρημα σε μεταμοντέρνο μαντείο Δελφών, σε ηλεκτρονικό ντιβάνι ψυχανάλυσης ή γειτονιά παλιάς εποχής, όπου ο καθένας ζητάει χρησμό, αποτείνεται προκειμένου να ξεμπλέξει τους πλέον μύχιους κόμπους της ψυχής του, ή απλώς γράφει όπως θα έγραφε σε παιδική φίλη για την συμβουλή της;

 

Πότε καταλάβαινα σε ολόκληρη μου την ζωή ότι είναι σοβαρό ένα ειδύλλιο; Όταν μιλούσα για την νέα συγκίνηση στην μητέρα μου, στην οποία φυσικά δεν το περιέγραφα τοιουτοτρόπως, αλλά το παρουσίαζα ως συναρπαστική καινούργια φιλική ή επαγγελματική γνωριμία. "Μαμά, πρέπει οπωσδήποτε να την διαβάσεις, είναι φοβερή, όλα μαζί της τα πέρασα, έχω γίνει στην κυριολεξία καινούργιος άνθρωπος". Την είχα πει ένα Σάββατο μεσημέρι που είχαμε βγει για φαγητό, την τελευταία φορά που ήρθε στα Τίρανα για να μείνει λίγο καιρό μαζί μας. Σε απάντηση της μητέρας μου "Και πως θα τα καταφέρω, παιδί μου, να βρίσκω όλα αυτά στo ίντερνετ; Ξέρεις πόσο δυσκολεύομαι", σφυρηλατήθηκε εντός μου η ιδέα αδήριτης ανάγκης εκδόσεως ηλεκτρονικού, αλλά και χάρτινου βιβλίου με highlights και best of της "Αγαπητής, Α, μπα;".

 

Γιατί κανείς να διαβάσει τις ερωτήσεις και τις απαντήσεις της Λένας Φουτσιτζή; - Και οι ερωτήσεις της στήλης δικές της είναι, υπό την έννοια ότι τις κερδίζει με το σπαθί της.- Για την ευφυΐα της, για την ευστροφία της, την θετική της στάση προς την ζωή, τον δυναμισμό και τον τσαμπουκά της, για την ειλικρίνεια και την αλήθεια της, για εκείνες τις φορές που θα σου σπάσει τα νεύρα, ή θα σε κάνει να αναφωνήσεις "Μπάστα, Α, μπά!", για την γενναιοδωρία και την γενναιότητα της, μα πάνω και πρώτα από όλα, για την γλώσσα της. Με την διττή σημασία του όρου. Το στόμα της, δηλαδή, το "τι λέει ο στόμας" της, αλλά κυρίως τη γλώσσα που χρησιμοποιεί για να μεταφέρει, να μεταγγίσει τις απόψεις και τα πιστεύω της.

 

"Αν θέλεις να γράψεις, να διαβάσεις πρώτα πολύ και καλά" έλεγε ο Παπαγιώργης, και πράγματι η Λένα είναι μανιώδης της ανάγνωσης. Πως θα μπορούσε συνεπώς να μην γράφει; Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, έγραφε ο Παπαγιώργης, οφείλει να εφευρίσκει συνεχώς καινούργια γλωσσικά σχήματα, οτιδήποτε έχει χρησιμοποιηθεί πρέπει να εγκαταλειφθεί, η απόδοση του βιώματος πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου. Αν την Λένα την ευγνωμονείς, γιατί σου μαθαίνει να αποδέχεσαι, να συμφιλιώνεσαι και να αγαπάς τον εαυτό σου, -αναγκαία συνθήκη για σύναψη ειρήνης με τους άλλους και τον κόσμο-, την παραδέχεσαι για τις σπαρταριστές μεταφορές και τα γάργαρα σχήματα λόγου, σαν νερά που αναβλύζουν αδιάκοπα από σπάνια ιαματική πηγή.

 

Θυμώνω με την Λένα. Αν είχε εκδώσει στο παλιομοδίτικο χαρτί τις ερωτοαπαντήσεις της, θα είχα υπογραμμίσει τις φονικές ατάκες της με άλικο στυλό, και θα τις έγραφα τώρα εδώ κομπάζοντας, από μνήμης. Δεν είναι τυχαίο ότι το συνθηματικό της όνομα είναι Λένα Φου. Που φέρνει κάτι σε λεκτικό, πνευματικό Ζίου Ζίτσου. Η Φουτσιτζή μας βάζει όλους να κάνουμε καθημερινά ψυχολογικά push ups, ανακράζοντας σαν marines εξ Αμερικής: "Δεν είμαι δα και το κέντρο του κόσμου".

Μυρένα Σερβιτζόγλου