Τον ορισμό τής ανασφάλειας (και της βλακείας) τον δίνει, για παράδειγμα, το μέτρο και ο τρόπος τής συμμετοχής μας στο κάλεσμα τής μόδας. Η ανασφάλεια και η βλακεία μετρώνται από το μηδέν ως το άπειρο, αναλόγως αν η ανταπόκρισή μας στα πρότυπα της μόδας γίνεται «στα τυφλά», στείρα, εντελώς τυπολατρικά, για να ικανοποιήσει το αγελαίο κομμάτι της φύσης μας που οδηγεί στον απόλυτο ετεροπροσδιορισμό, ή κατά τρόπο δημιουργικό, ιδιότυπο, ικανοποιώντας το ναρκισσιστικό κομμάτι της φύσης μας που οδηγεί στον απόλυτο αυτοπροσδιορισμό.
Και, παρά τα φαινόμενα, μεγαλύτερη βλακεία και ένδειξη τραγικής ανασφάλειας από την «τυφλή», φανατική μίμηση είναι η «τυφλή», φανατική ρήξη.

 

Μεγαλύτερη ανοησία από το να θες να είσαι αυτό που θέλει να είναι ο άλλος (γιατί μέχρι το «θέλω» φτάνει οποιοσδήποτε, κανείς δεν μπορεί να είναι αυτό που είναι, αφού ο άνθρωπος δεν είναι αλλά γίνεται), είναι το να θες να μην είσαι αυτό που θέλει να είναι ο άλλος. Αν στη μίμηση ετεροπροσδιορίζεσαι μια φορά, στη ρήξη ετεροπροσδιορίζεσαι διπλά. Μια φορά αναλογιζόμενος υποτακτικά τι δεν πρέπει να μιμηθείς και άλλη μια φορά μιμούμενος τον υποταγμένο στο πρέπει του «δεν πρέπει».

 

Ο Brian Eno ήταν εκείνος που κατέστησε παγκοσμίως αναγνωρίσιμη την ambient-music ως υψηλών απαιτήσεων στοχαστικό στυλ μουσικής έρευνας και όχι απλώς ως «ατμόσφαιρα» (τύπου Vangelis), ως φιλόδοξο αυτοπροσδιοριζόμενο αισθητικό ζητούμενο και όχι ως στείρα μίμηση του φυσικού ή αστικού ηχητικού περιβάλλοντος.


Φυσικά, το αξιοπρεπές ζητούμενο στην ενήλικη ζωή μας είναι πάντα ο αυτοπροσδιορισμός. Και βασικά εργαλεία του αυτοπροσδιορισμού είναι μεν η μίμηση και η ρήξη, αλλά πάντα με τρόπο έκκεντρο, προσωπικό, εγω-κεντρικό (εγω-κεντρικό με τη σωτήρια έννοια της υπεράσπισης της ατομικότητας ως προστασίας της οικουμενικής βιοποικιλότητας και των άπειρων δυνατοτήτων δημιουργικής σύνθεσης των ατομικοτήτων για την ανανέωση του μέλλοντος). Αυτοπροσδιορίζεσαι, κάνοντας ό,τι θέλεις στα όρια του να μη βλάπτεις τον άλλο. Δηλαδή είτε μιμούμενος εγω-κεντρικά αυτό που θέλει να είναι κάποιος άλλος, είτε αποφεύγοντας εγω-κεντρικά αυτό που θέλει να είναι ο άλλος. Τότε βρίσκουμε (ή έχουμε ελπίδα να βρούμε, αν δεν είμαστε τόσο «απροσδιόριστοι» ή τόσο «ανύπαρκτοι») το στίγμα μας. Και αυτό συμβαίνει, παρά το γεγονός ότι όλα εξελίσσονται ακατάπαυστα γύρω μας και μέσα μας. Κάθε φορά, στις μεγάλες διαδοχικές περιόδους εξέλιξης του εαυτού μας, έχουμε όντως τη δυνατότητα να εντοπίσουμε το στίγμα μας, τουτέστιν τις βασικές μας επιθυμίες και δυνατότητες, μαζί με τις βασικές μας αδυναμίες και αδιαλλαξίες. Κατά συνέπεια, ακόμα και αν κινδυνεύουμε από τον εν εξελίξει εαυτό μας τον οποίο ανακαλύψαμε ή από την λειψή παρουσία εαυτού-σύμπαντος εντός μας, μπορούμε άνετα να εκπέμψουμε σήμα S.O.S, δηλαδή να συνεργαστούμε και να συναυτοπροσδιοριστούμε.


Έτσι ακριβώς κινήθηκε, κατά τη γνώμη μου, μία από τις κορυφαίες μουσικές ιδιοφυίες του εικοστού αιώνα (δεν θα έλεγα και του εικοστού πρώτου, γιατί η δημιουργική κάμψη είναι εμφανής), ο Brian Eno. Περνώντας από τον δημιουργικό ευφυή ετεροπροσδιορισμό στις αέναες εκλεκτικές συνεργασίες (Roxy Music, Bowie, Devo, Talking Heads, U2 κ.λπ – ολόκληρη η ιστορία του Eno βρίσκεται αποθηκευμένη στο Google και στο Youtube), καταλήγει σήμερα, με το έργο «The Ship», του οποίου την ολοκληρωμένη οπτικοακουστική εκδοχή μας χάρισε αισίως η «ΣΤΕΓΗ», να μιμείται ιδιοσυγκρασιακά τις ambient εκφάνσεις της προσωπικής του καριέρας, χωρίς ωστόσο να μπορεί και να τις ξεπεράσει.

 

Αλλά πως είναι δυνατόν κανείς, ακόμα και ο ίδιος ο Eno, να ξεπεράσει τις ασύλληπτα ψυχοτροπικές, ψυχονοητικά διασταλτικές, κορυφαίες στιγμές έμπνευσης και μεγαλείου, οι οποίες χαρίζονται σε όποιον αφεθεί στο αβυσσώδες «τριπ» ερωτισμού και φαντασίας των ambient αριστουργημάτων του δημιουργικού ζενίθ τού Eno, άκρως αισθαντικών άλμπουμ όπως το «Music for Airports» (1978), το «On Land» (1982), το «Apollo» (1983, με Daniel Lanois και Roger Eno), το «The Shutov Assembly» (1992) ή το κλασικό «Discreet Music» (1975 - προσέξτε την ημερομηνία!). Έργα τα οποία λειτουργούν διαχρονικά χωρίς ίχνος ψυχενεργούς κάμψης. Μας αλώνουν εκ των έσω, προσφέροντάς μας ένα δημιουργικό εγκεφαλικό μασάζ άνθισης νευρώνων και έναν υποβολιμαίο καρδιολογικό συντονισμό αφύπνισης των ευαισθησιών και της διαίσθησης, ψυχοσωματικές δράσεις με ευεργετική επίδραση στους προσωπικούς μας δείκτες IQ και EQ, για να περιοριστώ σε δύο μόνο από τα δεκάδες είδη νοημοσύνης που χαρακτηρίζουν ποσοστιαία τη μοναδικότητα του καθενός μας. Παραδόξως, αυτά τα πολύτιμα έργα παραμένουν ακόμα μη επαρκώς αφομοιωμένα από τους επίδοξους, διαδικτυακής κουλτούρας, μυοχαλαρωτικούς ηχοπλοηγούς και από τους cyber-jazz ιεροφάντες τού matrix-style νιρβάνα. Το ίδιο θα ισχυριζόμουν, με το χέρι στην καρδιά, και για το απόλυτο αριστούργημα του εικοστού αιώνα, το ασύλληπτα ονειρώδες άλμπουμ «Music for Films» (1978) και τους δύο χαοτικούς προδρόμους του, τα σοκαριστικής υποβλητικότητας, άκρως απρόβλεπτα άλμπουμ «No Pussyfooting» (1973) και «Evening Star» (1975), τις πλέον ερμητικές και προφητικές («εξωγήινης αισθητικής» τα αποκαλεί ο γιος μου) κυβερνοψυχεδελικές συνεργασίες του Brian Eno με τον (σε εντελώς «space φάση» τότε) Robert Fripp, κιθαρίστα των King Crimson.


Φυσικά, ο Brian Eno είναι αναμφισβήτητα ο απόλυτος γκουρού τής ambient-music, εξελιγμένης από τον ίδιο (αξιοποιώντας κυριολεκτικά το απόσταγμα των συνεργατών του) σε αυτόνομο μουσικό ιδίωμα, παρά τους όποιους προδρόμους μπορεί ή οφείλει κάποιος να εντοπίσει στην ιστορία της δυτικής μουσικής, κατ' αρχάς στον χώρο του μεταρομαντικού ιμπρεσιονισμού, όπως τον Ντεμπισί, τον Ραβέλ και κυρίως τον Σατί, αλλά και στον χώρο του μινιμαλισμού (Τζον Κέιτζ, Λα Μόντε Γιανγκ κ.λπ.) ή της ηλεκτρονικής πρωτοπορίας, ιδίως στις ψιθυριστές στιγμές των αλλόκοσμων μυσταγωγιών ενός Γιάννη Ξενάκη, ενός Ολιβιέ Μεσιάν, ενός Πιέρ Ανρί ή ενός Καρλχάιντς Στοκχάουζεν.

 


Ο Brian Eno ήταν εκείνος που κατέστησε παγκοσμίως αναγνωρίσιμη την ambient-music ως υψηλών απαιτήσεων στοχαστικό στυλ μουσικής έρευνας και όχι απλώς ως «ατμόσφαιρα» (τύπου Vangelis), ως φιλόδοξο αυτοπροσδιοριζόμενο αισθητικό ζητούμενο και όχι ως στείρα μίμηση του φυσικού ή αστικού ηχητικού περιβάλλοντος (τύπου Wendy Carlos ή Scanner). Ο Brian Eno ήταν επίσης που οριοθέτησε –με μη ανταγωνίσιμο ακόμη τρόπο- τις εκφραστικές και φαντασιακές δυνατότητες της ambient-music ως εγνωσμένης αξίας καλλιτεχνική γλώσσα πειραματισμού με τις ονειροποιητικές ικανότητες του εγκεφάλου, την ενσυναίσθηση, ακόμη και τη δυνατότητα αυτοῒασης μέσω της αισθητηριακής επίπλευσης σε καταλλήλως ρυθμισμένα οπτικοακουστικά περιβάλλοντα. Ο λόγος για τα λιγότερο γνωστά άλμπουμ του Brian Eno, τα υπνοβατικά ambient σάουντρακ κλινικών ή αστικών χώρων ή «εγκαταστάσεων» (Installations) σε γκαλερί, όπως τα εξής αφανή πλην αξιοπρόσεκτα μνημεία ενόρασης: «January 07003», «Civic Recovery Centre», «Lightness», «Music for White Cube», «Compact Forest Proposal», «Lux» κ.λπ. Έργα, τα οποία εκτός των άλλων είναι και ευθέως προδρομικά τού «The Ship», από τα οποία δυστυχώς το καινούργιο άλμπουμ του Eno απλώς ετεροπροσδιορίζεται, κρατώντας τα ελάχιστα προσχήματα καλλιτεχνικής ιδιαιτερότητας και αυτονομίας, τα οποία ωστόσο αρκούν -συγκρινόμενα με τη mainstream δισκογραφία των καιρών- για να καταστήσουν το έργο αυτό μοναδικό, ασυνήθιστα εμβριθές και αλλόκοσμο!