Σύμφωνα με το αποδεδειγμένο πλέον φαινόμενο της κβαντικής διεμπλοκής (quantum entanglement), όταν δύο υποατομικά σωματίδια έχουν αλληλεπιδράσει (αποκτώντας, για παράδειγμα, αντίθετο «σπιν»), καθώς στη συνέχεια απομακρύνονται το ένα από το άλλο εξακολουθούν να διατηρούν την ιδιότητα της διεμπλοκής τους, δηλαδή τη δυνατότητά τους να αλληλεπιδρούν ακαριαία, όσο απροσμέτρητα μεγάλη και αν είναι η απόσταση χώρου και χρόνου που τα χωρίζει. Αυτό σημαίνει, ότι αν αλλάξει η κβαντική κατάσταση (το «σπιν») του ενός εκ των δύο σωματιδίων, επηρεάζεται ταυτόχρονα και η κατάσταση (το «σπιν») του άλλου σωματιδίου, ακαριαία, χωρίς μεσολάβηση χρόνου, ακόμη και αν το ένα σωματίδιο βρίσκεται στην μια άκρη τού σύμπαντος και το άλλο στην άλλη. Δεν τίθεται θέμα αποστολής πληροφοριών από το ένα στο άλλο με ταχύτητα απείρως μεγαλύτερης του φωτός, γεγονός που καταργεί τις γνωστές ενστάσεις του Αϊνστάιν, καθώς κάθε κβαντική αλλαγή βιώνεται και από τα δύο σωματίδια ταυτόχρονα, γιατί αυτά παραμένουν εσαεί συνδεδεμένα, όσο και αν απέχουν μεταξύ τους, σαν να αποτελούν μία και μοναδική οντότητα. Αυτή η διατοπική και διαχρονική εσωτερική διασύνδεση επέρχεται ως αποτέλεσμα της αρχικής κβαντικής αλληλεπίδρασης.

 

Οι ερωτευμένοι ή όσοι έχουν αναπτύξει δεσμούς αγάπης μεταξύ τους, αλληλεπιδρώντας «διεμπλέκονται», άρα είναι πιθανό έκτοτε, ακολουθώντας σε άλλη κλίμακα τους νόμους τού μικρόκοσμου εντός τους, να εξακολουθούν να αλληλεπιδρούν ακαριαία ως το τέλος της ζωής τους, ακόμα και αν τους χωρίζει απόσταση ίση με ολόκληρο το σύμπαν ή με ολόκληρο το χρόνο.


Το εν λόγω φαινόμενο οδηγεί σε μια βαθύτερη κατανόηση της φύσης τού σύμπαντος ως ενός ενιαίου υλοενεργειακού κόσμου που μας περιβάλλει και μας διαρρέει. Την ίδια στιγμή, ερμηνεύει πολλά παράδοξα και δίνει λύση σε έως τώρα ανεπίλυτους γρίφους τής κοσμολογικής φυσικής. Όπως για παράδειγμα σχετικά με τη φύση τής βαρύτητας, η οποία τώρα μπορεί να ερμηνευθεί ως βαρυτικό τούνελ ανάμεσα σε διεμπλεκόμενα υποατομικά σωματίδια. Είναι χαρακτηριστικό ότι η διεμπλοκή αξιοποιείται ήδη στην ανάπτυξη των κβαντικών υπολογιστών και στην ασφάλεια των τηλεπικοινωνιών, δηλαδή έχει ήδη μπει στη ζωή μας. Ωστόσο, αναρωτιέται εύλογα κάποιος αν το φαινόμενο της διεμπλοκής σχετίζεται επίσης με τη λειτουργία τού προσωπικού μας μικρόκοσμου, της συναισθηματική μας ζωής. Αν ισχύει ως μοντέλο λειτουργίας των διαπροσωπικών μας σχέσεων, αν ερμηνεύει τις ανθρώπινες αλληλεπιδράσεις. Και αν ναι, με ποιο τρόπο. Σε τι βαθμό. Και με τι συνέπειες στην οργάνωση και στην εξέλιξη της ζωής μας.

 

Στο επίπεδο της ανθρώπινης εμπειρίας, το εν λόγω φαινόμενο ίσως να εξηγεί, μεταξύ άλλων, την μυστηριώδη τηλεπάθεια, ιδίως τη διαίσθηση που αναπτύσσεται ανάμεσα σε συζύγους, γονείς και παιδιά, διδύμους, φίλους και ερωτευμένους. Οι ερωτευμένοι ή όσοι έχουν αναπτύξει δεσμούς αγάπης μεταξύ τους, αλληλεπιδρώντας «διεμπλέκονται», άρα είναι πιθανό έκτοτε, ακολουθώντας σε άλλη κλίμακα τους νόμους τού μικρόκοσμου εντός τους, να εξακολουθούν να αλληλεπιδρούν ακαριαία ως το τέλος της ζωής τους, ακόμα και αν τους χωρίζει απόσταση ίση με ολόκληρο το σύμπαν ή με ολόκληρο το χρόνο.


Άρα, για να το πω μεταξύ σοβαρού και αστείου, στη φύση δεν προβλέπεται μονομερής χωρισμός και, κατ' ουσίαν, ούτε χωρισμός εν γένει. Κατ' αναλογία προς το φαινόμενο της υποατομικής διεμπλοκής, άπαξ και αλλάξει η κατάσταση του ενός εκ των αγαπημένων προσώπων αλλάζει αυτομάτως και η κατάσταση του άλλου, είτε εμείς δίνουμε όντως σημασία σε αυτό που «διαισθητικώς» αντιλαμβανόμαστε με τον ενήμερο για όλα κβαντικό μας εγκέφαλο είτε όχι, αφού ό,τι μας συμβαίνει αντιστοιχεί σε κάποιο κβαντικό φαινόμενο εντός μας ή γύρω μας, μεταφρασμένο σε συναίσθημα, με τον εγκέφαλό μας να υπέχει το ρόλο τής κεντρικής κβαντικής διασύνδεσης και αλληλεπίδρασης του εντός με το εκτός, του μερικού με το όλο. Όλα σε αυτόν τον κόσμο μοιάζει να είναι συνέπεια και έκφραση κβαντικών φαινομένων (κυρίως της λεγόμενης «κβαντικής κατάρρευσης»): η γέννηση, ο χρόνος, ο έρωτας, οι αποφάσεις, οι επιθυμίες, οι επιτυχίες, τα λάθη, τα όνειρα, η δράση, η ευτυχία, η δυστυχία, η τέχνη, ο θάνατος. Είμαστε η συναισθηματική και έλλογη έκφραση τόσο των κβαντικών φαινομένων του μυαλού μας (η περιορισμένη ελευθερία μας) όσο και των ταυτόσημων κβαντικών φαινομένων του αχανούς έξω σύμπαντος, ακριβώς στον βαθμό και με τον τρόπο που υποκείμεθα , αν υποκείμεθα όντως, στους νόμους του παράδοξου κόσμου των κβάντων.

 

Στον έρωτα, σε αντιστοιχία με την κβαντική διεμπλοκή που έχει ήδη συμβεί εντός μας, αλλάζοντας η κβαντική κατάσταση ενός εκ των ερωτευμένων, επηρεάζεται ταυτόχρονα η κατάσταση του άλλου. Ακαριαία. Χωρίς μεσολάβηση χρόνου. Επομένως, πρακτικά, δεν υπάρχει απιστία, εφόσον η αλλαγή διάθεσης του ενός καταγράφεται αυτομάτως από τον κβαντικό εγκέφαλο του διαπλεγμένου άλλου. Και εφόσον δεν υπάρχει η απιστία ως επιλογή δεν υπάρχει και η πίστη ως επιλογή, υπάρχει μόνο η πίστη ως φυσική αναγκαιότητα που υπακούει στο νόμο της διεμπλοκής, έναν θεμελιώδη νόμο της ύπαρξης, ένα προαιώνιο φαινόμενο του κόσμου. Την πίστη δεν την επιλέγουμε, είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας ως δυνατότητα, εκ γενετής. Η κβαντική θεωρία, παρότι γεμάτη παράδοξα, εκσυγχρονισμένη και εμπλουτισμένη με τις αποκαλύψεις των νεότερων επιστημών μελέτης του ανθρώπινου εγκεφάλου και της συνείδησης, ερμηνεύει επιτέλους τον παράδοξο κόσμο των συμπτώσεων και των οιωνών, αλλά καθιστά και την πίστη το απόλυτο και αναπότρεπτο δεδομένο στον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλός μας και το σύμπαν. Την πίστη ως αποτέλεσμα της αιώνιας διεμπλοκής των άπαξ αλληλοεπιδρώντων όντων, άρα και των άπαξ ερωτευμένων και των άπαξ αγαπημένων προσώπων.

 

Σύμφωνα με την κατά Νιλς Μπορ «ολοκίνηση», την αέναη αλληλεπίδραση των πάντων στον κβαντικό ωκεανό που εμπεριέχει και περιβάλλει τα πάντα, όπου κατ' ουσίαν κάθε μέρος του σύμπαντος περιέχει το όλον, και εφόσον η πίστη είναι η αναπόφευκτη συνέπεια της διεμπλοκής τής υποατομικής υλοενέργειας, συμπεραίνουμε ότι είναι μάλλον πιθανή η παρουσία της και στη διεμπλοκή των έμβιων υλοενεργιακών όντων μεταξύ τους και με τον κόσμο. Η πίστη είναι γενετική προδιαγραφή τής ύπαρξης των πάντων, άρα κατά πάσα πιθανότητα και θεμελιώδης προδιαγραφή τής ανθρώπινης ύπαρξης. Μαζί με την ροπή προς διεμπλοκή, φυσικά. Στην καθημερινή μας ζωή, η διεμπλοκή εκφράζεται προφανώς ως φιλία (κατώτερη διεμπλοκή), ως έρωτας (ανώτερη διεμπλοκή) και ως αγάπη (ανώτατη διεμπλοκή).

 

Αν όμως, σχολιάζοντας το πρωτόγονο ενστικτώδες φαινόμενο του έρωτα, το οποίο αξίζει μόνο γιατί το θέλω προηγείται πάντα του μπορώ και ο έρωτας είναι ίσως η ισχυρότερη ψυχική γεννήτρια του θέλω, μοιάζει ανόητο να συζητάμε περί απιστίας και πίστης, καθώς η διεμπλοκή ακυρώνει την απιστία και μας καταδικάζει σε αιώνια συναισθηματική διαπλοκή, ακόμη πιο ανόητο είναι το να παρασιωπούμε το ύψιστο επίτευγμα του έρωτα, αν και όταν αυτό ευοδώνεται, επίτευγμα που δεν είναι άλλο από την αγάπη, την αγάπη μεταξύ πρώην ξένων. Αν στον έρωτα «επενδύουμε» για να «εισπράξουμε», στην κατασταλαγμένη αγάπη δεν ζητάμε τίποτα, ίσως γιατί διαισθανόμαστε και αισθανόμαστε πως είμαστε ήδη ευεργετημένοι από την επιβεβαίωση της ικανότητάς μας να αγαπάμε και από το μυστικό έργο της αγάπης μέσα μας, μια διεμπλοκή εμπιστοσύνης προς τον εαυτό μας που αγαπά, έργο που είναι πιο σημαντικό απ' όσο φανταζόμαστε και απ' όσο αντιλαμβανόμαστε όταν όλα πάνε καλά. Γιατί, βεβαίως, το έργο της αγάπης αποκαλύπτεται σε όλο του το μεγαλείο όταν τίποτα δεν πάει καλά, όπως στην ιστορική συγκυρία της σύγχρονης Παγκόσμιας Κρίσης και της Πτώχευσης της χώρας μας.

 

Η αληθινή, η πηγαία, η μη προσποιητή αγάπη, το συναίσθημα που θέτει βέτο υπέρ του στα μπορώ μας και στα θέλω μας, είναι η μοναδική δυνατότητά μας να κρατηθούμε από κάπου ώστε να μη κατρακυλήσουμε στο χάσκον κενό της έλλειψης νοήματος στη ζωή μας ή στο χάος ενός υπερβολικά πολύπλοκου και επίφοβου κόσμου, τους δύο προαιώνιους και ανίκητους εχθρούς του εγώ μας και του βαθύτερου εαυτού μας.

 

Ο έρωτας, ως πρωτόγονος μύστης και αγγελιοφόρος της αγάπης, πέραν της υπόσχεσής του για μια πιθανή εγωκεντρική αναπαραγωγή τών γονιδίων μας και πέραν του γεγονότος ότι συνιστά την ισχυρότερη επιβεβαίωση του συναισθηματικού νόμου ότι το θέλω προηγείται πάντα του μπορώ, είναι απλώς μια προσωρινή τυφλότητα, πολύτιμη ασφαλώς και αυτή, αλλά τραγικά προσωρινή τυφλότητα ενώπιον του κινδύνου τής πραγματικής μας Πτώσης, πιο μοιραίας από οποιαδήποτε βιβλική «αμαρτία» ή ιδρυτικό του πολιτισμού φόνο, της Πτώσης-παράδοσης του εαυτού μας και της ανθρωπότητας στο χάος και στο κενό.


Διόλου τυχαία, όταν η προσωρινή τυφλότητα του έρωτα αμβλύνεται, ανατέλλουν θριαμβευτικά το χάος και το κενό. Η αγάπη, ακόμα και η ανεπίδοτη, στην επικράτεια της οποίας προβλέπεται μόνο το μπορώ εν διαρκή εγρηγόρσει, μάς προστατεύει από το χάος και το κενό απείρως πιο αποτελεσματικά από τον πολιτισμό. Και ας χλευάζουμε συνήθως την αγάπη ως ευχολογικό απολίθωμα ή ως προδομένο λάβαρο της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας.

 

Όπως στη ζούγκλα των εννοιών, οι λέξεις-κλειδιά, αυτές που μεταθέτουν από θέμα σε θέμα μια ελεύθερη συζήτηση, αντιστοιχούν συμβολικά στα κλαδιά που αδράζουν οι προγονικοί πίθηκοι για να μετακινούνται μέσα στη φυσική ζούγκλα, έτσι και η αγάπη είναι ένας κραταιός κορμός δέντρου, φυτεμένος και θρεμμένος απ' ό,τι πιο σταθερό συναίσθημα υπάρχει μέσα μας, ώστε να αρπαζόμαστε σωτήρια από αυτό το δέντρο, όταν τρέμει το έδαφος κάτω από τα πόδια μας ή όταν γκρεμιζόμαστε από ψηλά ή όταν συνειδητοποιούμε ότι ακόμα και ο εαυτός μας μας προδίδει, χτυπημένος από ηττοπάθεια, από αυτοάνοσα ή από απάθεια.


Μήπως, εδώ και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια, ίσως πριν καν επέλθει το λυκόφως του πολιτισμού των άμεσων συγγενών μας Νεάντερνταλ, η αγάπη υπήρξε το σαμανικό «Δέντρο τής Ζωής» ή το "Δέντρο της Γνώσης"; Μήπως, παρά τους μύθους και τις ιερές γραφές, η αγάπη ήταν η πρώτη ελεύθερη επιλογή των Πρωτόπλαστων που τους αποξένωσε από τον μηχανιστικό εμβιορομποτικό (γιατί τα ζώα λειτουργούν ουσιαστικά ως βιολογικά ρομπότ πρωτόγονης συνειδητότητας) κόσμο τής "Θείας Χάριτος"; Η αγάπη ως προσωπικά κερδισμένη σωτηρία τού συνειδησιακά ανατέλλοντος ανθρώπου κατά την εξορία του σε έναν κόσμο άλγους, δηλαδή κατά την συνειδησιακή αφύπνισή του μέσα στον πραγματικό κόσμο, μακράν του ονείρου τής Εδέμ. Όνειρο, το οποίο αντικαταστάθηκε ευμενώς από την ονειρική πραγματικότητα της αγάπης, το παυσίλυπο κάθε Πτώσης και κάθε Κρίσης.


Διόλου τυχαία, στα κολαστήρια το μόνο που κάμπτει τον βασανιστή είναι η χαμογελαστή εικόνα ενός αγαπημένου προσώπου στο μυαλό τού βασανιζόμενου.

Χρήστος Τσανάκας
Οκτώβριος 2016

 

 

* Ο Χρήστος Τσανάκας είναι λογοτέχνης και δημοσιογράφος-μελετητής των πρωτοποριών, συνεργάτης του Τρίτου Προγράμματος, πρώην διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού FOCUS. Πέραν των λογοτεχνικών βιβλίων του, έχουν εκδοθεί μελέτες του για τον Γιάννη Ξενάκη, τον Φίλιπ Γκλας, τον Μινιμαλισμό, τα underground lifestyles και τα θύματα του Τρίτου Ράιχ.