Το σύμπαν του Greek Freak έχει ως επί το πλείστον οικοδομηθεί με αναφορές και εμπνεύσεις από τον χώρο του ελληνικού θεάτρου και της ελληνικής τηλεόρασης. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου
Το σύμπαν του Greek Freak έχει ως επί το πλείστον οικοδομηθεί με αναφορές και εμπνεύσεις από τον χώρο του ελληνικού θεάτρου και της ελληνικής τηλεόρασης. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου

 

Πληθωρικός, ανεξάντλητος, χυμώδης (μεταφορικά αλλά και κυριολεκτικά, εφόσον κάποια στιγμή εκτοξεύει λευκό υγρό από τον ψεύτικο φαλλό που προβάλλει από το παντελόνι του), δοτικός και πνευματώδης, ο Σίμος Κακάλας μοιάζει να βρήκε έναν τρόπο έκφρασης που αναδεικνύει μοναδικά τα χαμαιλεόντεια χαρίσματά του. Στο Greek Freak που είδαμε την περασμένη Δευτέρα, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, έστησε ένα σπινθηροβόλο σύγχρονο βαριετέ, που συνδυάζει το τραγούδι με την κωμωδία και τη σάτιρα, χαρίζοντας στο κοινό μερικές σπάνιες στιγμές ευφορίας και εκτόνωσης.

 

Οι περισσότερες αφορούν τη δική του παρουσία: ο Κακάλας αποδεικνύεται ένας εξαιρετικός κομπέρ, απόλυτα συντονισμένος με τη θερμοκρασία της στιγμής, ένας stand-up comedian που δαμάζει το υλικό του αλλά ταυτόχρονα βουτάει άφοβα στο κενό αυτοσχεδιάζοντας, αρπάζοντας εν ριπή οφαλμού κάθε ερέθισμα του μυαλού του ή του περιβάλλοντος για να το πετάξει σαν μπαλάκι στο κοινό και να αφυπνίσει τη μαραμένη διάθεσή μας, είτε με τα πειράγματα και τα σχόλιά του, είτε με τα τραγούδια του: σε αυτά _ το «I' m on fire» του Μπρους Σπρίνγκστιν, το «Creep» των Radiohead κ.ο.κ. _ επιδεικνύει το «άλλο» πρόσωπό του, αυτό που στέκεται ευάλωτο μπροστά μας για να ερμηνεύσει ανεπιτήδευτα και συγκινητικά τη δική του εκδοχή των «ύμνων» της γενιάς του.

 

Το Greek Freak μπορεί να συναρπάζει με τη ζωντάνια και τον οίστρο του, στο επίπεδο της σάτιρας, όμως, συναντάμε τελικά ένα freak που γαβγίζει χωρίς να δαγκώνει.

 

«"Γράψε γι' αυτό που ξέρεις, λένε οι Αμερικάνοι"», εξηγεί το σκεπτικό του ο παρουσιαστής και σκηνοθέτης της βραδιάς. Πράγματι, το σύμπαν του Greek Freak έχει ως επί το πλείστον οικοδομηθεί με αναφορές και εμπνεύσεις από τον χώρο του ελληνικού θεάτρου και της ελληνικής τηλεόρασης. Στο νούμερο «Αλήθειες με τη Λίτσα» παρακολουθούμε τον Κλέωνα Γρηγοριάδη να υποδύεται τον εαυτό του ως καλεσμένο σε trash μεσημεριανή εκπομπή, όπου αποκαλύπτει λεπτομερώς, βήμα-βήμα, την πρώτη ατυχή ομοφυλοφιλική εμπειρία του, όταν ήταν έφηβος και «περίεργος», με τον Πάρη, στη Σκύρο. Ακολουθεί η «Αναγούλα» ένα τηλεπαιχνίδι που «δοκιμάζει τα νεύρα και τις αντοχές σας απέναντι σε κλισέ που όλοι αγαπάμε να χρησιμοποιούμε»: έτσι, οι εκφράσεις «μια μυσταγωγική εμπειρία σε ένα κατάμεστο Ηρώδειο» ή «Δεν έχει ξαναδεί κάτι παρόμοιο το κοινό του Εθνικού» προκαλούν τον χειμαρρώδη εμετό των δύο παικτών. Ο Μιχαήλ Μαρμαρινός λαμβάνει κοροϊδευτική μνεία για το «έξαλλο»/ροκ/νεανίζον ντύσιμό του, ενώ στο νούμερο για το «Νεο-μεταμοντέρνο» ένας ηθοποιός με λευκές φτερούγες εμφανίζεται σκεπτικός και αμίλητος σε παράταξη με δύο εξίσου βωβούς και βλοσυρούς συναδέλφους του, ο ένας με γαϊδουροκεφαλή, παραπέμποντας στην αισθητική της εγχώριας, δήθεν πρωτοπορίας.

 

Από τη μία η υπο-κουλτούρα των celebrities, από την άλλη οι «κουλτουριάρηδες» που κάνουν «αληθινή τέχνη» και, κάπου στη μέση, το σεξ ως πασπαρτού στην «κοινωνία του θεάματος», τόσο αχόρταγη ώστε χρειάζεται ολόκληρη ομάδα τηλε-σεφ να αυνανίζονται με πλαστικά πέη πάνω από ένα κέικ για να του δώσουν «γλάσο». Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου
Από τη μία η υπο-κουλτούρα των celebrities, από την άλλη οι «κουλτουριάρηδες» που κάνουν «αληθινή τέχνη» και, κάπου στη μέση, το σεξ ως πασπαρτού στην «κοινωνία του θεάματος», τόσο αχόρταγη ώστε χρειάζεται ολόκληρη ομάδα τηλε-σεφ να αυνανίζονται με πλαστικά πέη πάνω από ένα κέικ για να του δώσουν «γλάσο». Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου

 

Από τη μία η υπο-κουλτούρα των celebrities, από την άλλη οι «κουλτουριάρηδες» που κάνουν «αληθινή τέχνη» και, κάπου στη μέση, το σεξ ως πασπαρτού στην «κοινωνία του θεάματος», τόσο αχόρταγη ώστε χρειάζεται ολόκληρη ομάδα τηλε-σεφ να αυνανίζονται με πλαστικά πέη πάνω από ένα κέικ για να του δώσουν «γλάσο». Η κουλτούρα της νοσταλγίας εκτίθεται ευρηματικά στο νούμερο-αναπαράσταση παλιάς ελληνικής ταινίας, με τον μασκοφορεμένο «Νίκο Σταυρίδη» να βατεύει νεαρά ενζενύ πάνω στο καρώ τραπεζομάντηλο γραφικής αθηναϊκής ταβέρνας, την ίδια στιγμή που η ενζενί εκτελεί πεολειχία σε έτερο θαμώνα, συνθέτοντας έτσι οι τρεις τους ένα ανατρεπτικό κωμικό-ερωτικό σύμπλεγμα με σώματα και μάσκες.

 

Δεν στέκονται, δυστυχώς, όλα τα επεισόδια εξίσου σθεναρά στα πόδια τους. Τα περισσότερα «απλώνουν», ξεχειλώνουν, πέφτουν θύματα της φλυαρίας τους, της έλλειψης ρυθμού _ ή, απλούστερα, δεν επιδεικνύουν το απαιτούμενο κωμικό νεύρο, την αναγκαία αίσθηση της «ατάκας», που πρέπει να διεδέχεται η μία την άλλη σαν υπολογισμένες ριπές πολυβόλου και όχι σαν πλαδαρές χάντρες σε αυτοσχέδιο κομπολόι. Νομίζω πως αυτό, σε περίπτωση μελλοντικής επανάληψης της παράστασης, διορθώνεται με λίγο καλό editing, που θα προσδώσει την απαραίτητη σφριγηλότητα στο σύνολο (αν και κάποια κομμάτια, όπως η «Αναγούλα» και οι φαλλοφόροι, ίσως πρέπει να παραλειφθούν εντελώς).

 

Το Greek Freak μπορεί να συναρπάζει με τη ζωντάνια και τον οίστρο του, στο επίπεδο της σάτιρας, όμως, συναντάμε τελικά ένα freak που γαβγίζει χωρίς να δαγκώνει. Σε αρκετά σημεία στοχοποιείται η κατασπατάληση του δημόσιου χρήματος («έχω φέρει όλη μου την οικογένεια και τρώμε από τον κρατικό κορβανά, Βαγγέλη» λέει ο Κακάλας κάποια στιγμή, απευθυνόμενος στον διευθυντή του Φεστιβάλ που καθόταν στις πρώτες σειρές της πλατείας), η έλλειψη εργασιακής εξασφάλισης και αξιοπρεπών αμοιβών («Vangelis, with the money you gave, these jokes you receive»), και επιπλέον, όπως προαναφέραμε, η υποκρισία του «σοβαρού» καλλιτεχνικού χώρου και η ευτέλεια της τηλεόρασης. Το εγχείρημα του Greek Freak αποπνέει ελευθερία, καθώς και μια παρακίνηση προς αυτήν, που δεν είναι πλασματική: «Να κάνετε ακριβώς αυτό που θέλετε. Έτσι κι εμείς» υπόσχονται οι συντελεστές και βάζουν τα δυνατά τους να το πετύχουν επί σκηνής, στον βαθμό που αντέχουν και μπορούν.

 

Η επιλογή εύκολων στόχων, όμως, στέκεται ενίοτε αποκαρδιωτική: δεν είναι αστείο να κοροϊδεύεις τον Γιώργο Χρανιώτη ή τη Μόνικα, τον Φοίβο Δεληβοριά («ο φλώρος που τα κατάφερε») ή τον Μαραβέγια (ο «εικονικός τραγουδιστής»), κι ας μην τους εκτιμάς καλλιτεχνικά. Αν πρόκειται να αποκτήσει πραγματικά κοφτερό και αιρετικό χαρακτήρα και να μην παραμείνει ένα μαξιλάρι διασκέδασης σε χαλεπούς καιρούς, το είδος απαιτεί ουσιαστικό θάρρος, και καλεί τους δημιουργούς να τα βάλουν με τους ισχυρούς, με τους φορείς εξουσίας, και όχι με απλούς συναδέλφους τους. Αν αρκεστούν στο τελευταίο, αυτό συνιστά πλάκα της παρέας, ξεδοντιασμένη σάτιρα και όχι ανατροπή, κι ας κραδαίνουν όσο θέλουν τους φαλλούς τους μπροστά στα μάτια μας.

 

Στο νούμερο «Αλήθειες με τη Λίτσα» παρακολουθούμε τον Κλέωνα Γρηγοριάδη να υποδύεται τον εαυτό του ως καλεσμένο σε trash μεσημεριανή εκπομπή, όπου αποκαλύπτει λεπτομερώς, βήμα-βήμα, την πρώτη ατυχή ομοφυλοφιλική εμπειρία του, όταν ήταν έφηβος και «περίεργος», με τον Πάρη, στη Σκύρο. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου
Στο νούμερο «Αλήθειες με τη Λίτσα» παρακολουθούμε τον Κλέωνα Γρηγοριάδη να υποδύεται τον εαυτό του ως καλεσμένο σε trash μεσημεριανή εκπομπή, όπου αποκαλύπτει λεπτομερώς, βήμα-βήμα, την πρώτη ατυχή ομοφυλοφιλική εμπειρία του, όταν ήταν έφηβος και «περίεργος», με τον Πάρη, στη Σκύρο. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου

 

Κάποια κομμάτια, όπως η «Αναγούλα», ίσως πρέπει να παραλειφθούν εντελώς. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου
Κάποια κομμάτια, όπως η «Αναγούλα», ίσως πρέπει να παραλειφθούν εντελώς. Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου

 

Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου
Φωτο: Μαριλένα Σταφυλίδου