Δεκατρία χρόνια πριν από το θάνατό του ο Ο’Νηλ αρχίζει να γράφει κάτι που χρόνια σχεδίαζε: το πλέον αυτοβιογραφικό του έργο, εκείνο που θα του χαρίσει το τέταρτο Βραβείο Πούλιτζερ, «ένα κείμενο για την παλαιά του θλίψη που γράφτηκε με δάκρυα και αίμα».

 

Όσο το γράφει δεν αφήνει κανέναν να το διαβάσει· αλλά, και όταν το ολοκληρώνει, δηλώνει ρητώς πως δε θέλει να εκδοθεί ή να παρασταθεί παρά είκοσι πέντε χρόνια μετά από το θάνατό του. Έτσι συνθέτει ένα ανατριχιαστικά εξομολογητικό έργο, όπου συμπεριλαμβάνει την ίδια του την οικογένεια: τον πατέρα, τη μητέρα, τον αδερφό αλλά και τον ίδιο.

 

Με εκπληκτική ενότητα τόπου και χρόνου και φανερές επιρροές από τον Στρίντμπεργκ, ο Ο’Νηλ γράφει μια μουσική παρτιτούρα για τα τέσσερα εύθραυστα πρόσωπα μιας οικογένειας που, ενώ αγαπιούνται πολύ, δε βρίσκουν τρόπο να υπερασπιστούν ο ένας τον άλλον. Το έργο βαδίζει με καταιγιστικό ρυθμό παρακολουθώντας (όπως μαρτυρά κι ο τίτλος) την αγωνιώδη προσπάθεια των ηρώων να κρυφτούν μες στη νύχτα, μες στην ομίχλη, μες στο παρελθόν