Εδιμβούργο, Σκωτία 1410 μ.Χ. Για αρκετές δεκαετίες επικρατούσε ειρήνη στο βασίλειο. Οι υπήκοοι του βασιλιά Κένεθ Ε' ζούσαν ήσυχοι και ευτυχισμένοι. Σε γενικές γραμμές αν δεν είχες κολλήσει πανώλη ή λέπρα, ή αν κάποιος δεν σε είχε κατηγορήσει για μαγεία δεν είχες σοβαρά προβλήματα στο κεφάλι σου. Ακόμα όμως και να είχες υπήρχε κάποιος που μπορούσε να σε απαλλάξει από αυτό το βάρος.

 

Ο Αβελάρδος ήταν δήμιος στο επάγγελμα. Απολάβανε αυτή τη βάρβαρη και απάνθρωπη εργασία; Όχι. Αλλά ήξερε ότι αν δεν την έκανε αυτός κάποιος άλλος θα άρπαζε την ευκαιρία και σίγουρα δεν θα εκτελούσε τα καθήκοντά του με ίδιο σεβασμό και ευαισθησία.

 

Ο βοηθός του από την άλλη, ο Γιουτζίν, έβλεπε τα πράγματα πιο ψυχρά. Για αυτόν τα κεφάλια ήταν ένσημα και αριθμοί κάτι που εκείνος ποτέ δεν είχε παραδεχτεί ανοιχτά κυρίως γιατί δεν γνώριζε τι είναι οι αριθμοί. Ο Ροβέρτος, υφαντουργός στο επάγγελμα χρωστούσε στο βασιλιά 142 σελίνια.

 

Το ποσό ακούγεται μικρό αλλά στην εποχή μας θα αντιστοιχούσε με 137.000.000 σελίνια ένα ποσό που αν και ακούγεται πολύ μεγάλο στην πραγματικότητα είναι ασήμαντο γιατί τα σελίνια δεν έχουν καμία αξία σήμερα. Με όπλο του την πίστη για δικαιοσύνη και με μοναδικό σύμμαχο την σύντροφό του Μαρί ήταν αποφασισμένος να δώσει έναν τελευταίο αγώνα για να γλιτώσει το κεφάλι του από το σκουριασμένο τσεκούρι του δήμιου.

 

Όμως ο Αβελάρδος -αν και ευαίσθητος- ποτέ δεν έδινε δεύτερη ευκαιρία στους πελάτες του. Σχεδόν ποτέ... Γιατί όταν φτάσει στην αυλή του μια επιστολή υπογεγραμμένη από τον ίδιο τον βασιλιά θα ανατρέψει πολλά από τα πιστεύω του και θα τον φέρει στα αντιμέτωπο με τα μεγαλύτερα διλήμματα της ζωής του.