Η Θυσία του Αβραάμ δραματοποιεί το γνωστό επεισόδιο της Παλαιάς Διαθήκης (Γένεσις ΚΒ΄), όπου ο Αβραάμ δέχεται την εντολή από τον Θεό να θυσιάσει τον γιο του Ισαάκ, θυσία που αναιρείται τελευταία στιγμή με θεϊκή παρέμβαση.

 

Το έργο αυτό της Κρητικής Αναγέννησης (17ος αι.) -ένα ποιητικό κείμενο, με ομοιοκατάληκτο δεκαπεντασύλλαβο στίχο, με γλωσσικές ιδιορρυθμίες λόγω της κρητικής διαλέκτου στην οποία είναι γραμμένο- αποδίδεται από ορισμένους στον Βιτσέντζο Κορνάρο, ανεβαίνει σπάνια και συνήθως αντιμετωπίζεται ως βιβλικό «μυστήριο», ή τελετουργικό δρώμενο.

 

Πρόκειται ωστόσο για κανονικό θεατρικό κείμενο, υπόδειγμα λαϊκής τέχνης και ποίησης, που απηχεί ένα βαθειά ανθρώπινο δράμα, συγκινητικό και άμεσο. Οι χαρακτήρες του, με την ειλικρινή έκφραση του πόνου τους και της απορίας τους μπροστά στην επικείμενη απώλεια του παιδιού τους, με την εσωτερική τους πάλη για να αποδεχθούν τη θυσία που τους ζητάει ο Θεός, παραπέμπουν σε αληθινούς ανθρώπους και όχι σε εγκεφαλικά κατασκευάσματα.

 

Ένας εφιάλτης που μοιράζονται από κοινού ο Αβραάμ, η Σάρρα, ο Ισαάκ. Μέχρι τη στιγμή που ο πατέρας σηκώνει το μαχαίρι για να σκοτώσει τον γιο.

 

Η θυσία του Ισαάκ, ακόμη κι αν τελευταία στιγμή απετράπη με θεϊκή παρέμβαση, συνετελέσθη κατά κάποιον τρόπο. Έγινε, ακόμη κι αν δεν έγινε τω όντι. Γιατί έγινε μέσα στο μυαλό των πρωταγωνιστών του δράματος. Γιατί πίστεψαν ότι θα γίνει και δέχτηκαν να την κάνουν. Γιατί μετά από αυτό δεν μπορούν να είναι ποτέ πια εντελώς οι ίδιοι.