Το έργο «Βασιλική Τριανταφύλλου: Αχ, Γιάννη μ’!» είναι ο τέταρτος από τους επτά Μονολόγους που παρουσιάζονται στον Πολυχώρο Vault, με αφορμή το θεατρικό project «Ο Γιος μου…».

 

Ο Γιάννης Μακρυγιάννης γεννήθηκε το 1797-’98 στο Αβορίτι της Δωρίδας. Ήταν ενός έτους, όταν δολοφονήθηκε ο πατέρας του, Δημήτρης Τριανταφύλλου, από τους Τούρκους. Ο Γιάννης, ονομάστηκε αργότερα Μακρυγιάννης για το ψηλό του ανάστημα.

 

Η μάνα του, η Βασιλική, φτωχή αγρότισσα, τον είχε γεννήσει επιστρέφοντας από το χωράφι στο σπίτι. Αναγκάστηκε να φύγει στη Λειβαδιά. Επτά ετών μπήκε υπηρέτης. Αργότερα, τον έστειλαν υπηρέτη στην Άρτα, στο σπίτι του Θανάση Λιδωρίκη. Εκεί, επιδόθηκε στο εμπόριο. Χάρη στην εργατικότητά του κατάφερε να αποκτήσει σημαντική περιουσία.

 

Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Ενώ διαρκούσε ο αγώνας των Ελλήνων κατά των Τούρκων, άρχισε ο εσωτερικός διχασμός που κατέληξε σε εμφύλιο πόλεμο με οδυνηρές συνέπειες για την επαναστατημένη Ελλάδα. Βαθιά θλιμμένος, απογοητευμένος από την κυβέρνηση και τις διχόνοιες, βασανισμένος από τις πληγές που έφερε σ’ όλο του το σώμα, ο Μακρυγιάννης απομακρύνθηκε από τη στρατιωτική και πολιτική ζωή.

 

Πρωταγωνίστησε στην επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου του 1843 για την παραχώρηση Συντάγματος από τον Βασιλιά Όθωνα. Κατηγορήθηκε για συνωμοσία κατά του βασιλιά και καταδικάστηκε σε θάνατο. Η ποινή του μειώθηκε σε δεκαετή φυλάκιση. Τελικά, έμεινε δυο χρόνια στη φυλακή. Όμως, το διάστημα αυτό ήταν αρκετό να κλονιστεί η ήδη εύθραυστη υγεία του από τις κακουχίες της φυλακής. Απομονώθηκε στο σπίτι του κοντά στην Ακρόπολη όπου και πέθανε το 1864.

 

Άρχισε να γράφει τα Απομνημονεύματά του το 1829, ένα μνημείο λόγου και ιστορίας. «…Ό,τι πιο σπουδαίο πράμα τα γράμματα, η μόρφωση, να μη σε κοροϊδεύουν. Να δώσει να ’ρθει μια μέρα σ’ αυτό τον τόπο, που ο κόσμος θα ’ναι μορφωμένος και δεν θα μπορούν να κοροϊδεύουν τους ανθρώπους».

 

Μέσα από την προσωπική του ιστορία, ξεδιπλώνεται ένα μεγάλο κομμάτι της ιστορίας της Ελλάδας. Με τα «κολλυβογράμματά του» κάνει μια καταγραφή σημαντικών ιστορικών γεγονότων, και μέσα από τη ματιά και την αφήγηση της μητέρας του Βασιλικής Τριανταφύλλου, διαπιστώνουμε για άλλη μια φορά πως η ιστορία επαναλαμβάνεται με τις ίδιες ακριβώς αντιστοιχίες.

 

Σχέσεις με την υπόλοιπη Ευρώπη, συμφέροντα ξένων και ντόπιων και μια χώρα, η Ελλάδα, πάντα χρεωμένη, διχασμένη και έρμαιο των ξένων Κυβερνητών ή Βασιλέων, να αγκομαχά και να υποφέρει.

 

Μια παράσταση στη διάρκεια της οποίας, μέσα από τη ζωή του γιου ανακαλύπτουμε τη μητέρα και, από τα λίγα που ξέρουμε γι’ αυτήν, ανακαλύπτουμε το γιο.