Τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας» του Δημήτρη Δημητριάδη επιλέγει ο Θάνος Σαμαράς για την πρώτη του θεατρική σκηνοθεσία που θα παρουσιάζεται από την Παρασκευή 4 Μαΐου στο Μπάγκειον, με πρωταγωνίστρια την Έλλη Τρίγγου.

 

Γνωστός τόσο για τις ερμηνείες του σε θεατρικές παραστάσεις και ταινίες, όσο και για την πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική του ματιά, όπως αποτυπώθηκε στο σχεδιασμό της καμπάνιας «The Greeks» για λογαριασμό της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση, ο Σαμαράς παρουσιάζει τη δική του εκδοχή μιας Κασσάνδρας που δεν ευαγγελίζεται καταστροφές αλλά την επικράτηση του έρωτα και την επερχόμενη αυτοκρατορία του πόθου.

 

O Δημήτρης Δημητριάδης για τον «Ευαγγελισμό της Κασσάνδρας»

Η Κασσάνδρα είναι το πρόπλασμα τής ξένης, όχι μόνο γιατί είναι Ασιάτισσα, έστω Μικρασιάτισσα, αλλά κι επειδή η μαντική της ιδιότητα την τοποθετεί αυτομάτως σ’ ένα άλλο επίπεδο, κυρίως την θέτει απέναντι στους άλλους στους οποίους απευθύνει τις προβλέψεις της. Στο πρόσωπό της συναιρείται το πρόβλημα τής καταγωγής και της γλώσσας, στοιχεία και τα δύο καθοριστικά για την αποδοχή και την ένταξη.

 

Στον «Ευαγγελισμό», αυτά τα δύο στοιχεία δοκιμάζονται ριζικά από την ανατρεπτική δύναμη τού πόθου. Εδώ, η Κασσάνδρα αναλαμβάνει η ίδια την διαπραγμάτευση τού προσωπικού της μύθου, που την θέλει ανέραστη και εχθρική προς την ερωτική προσφορά, και ανασκευάζει άρδην την γνωστή και καθιερωμένη εικόνα της. Γίνεται το αντίθετό της.

 

Απευθυνόμενη και πάλι προς όλους, αφηγείται την μεταστροφή της και τους λόγους που την οδήγησαν σ’ αυτήν. Η απόρριψη τού έρωτα που ένιωθε ο Απόλλων γι’ αυτήν, απόρριψη για την οποία εκείνος την καταράστηκε να προλέγει την αλήθεια αλλά να μην γίνεται από κανέναν πιστευτή, διακόπτεται και αντικαθίσταται από την απόλυτη παράδοση στο ερωτικό πάθος τού άντρα που, με την ανταπόκριση αυτή, την κάνει γυναίκα, αλλά κι από το γεγονός ότι τώρα πια, χάρις στην αποδοχή τού πόθου και στην ανταπόδοσή του, ό,τι λέει γίνεται από όλους πιστευτό.

 

Ωστόσο, αυτό που συμβαίνει στην Κασσάνδρα, παίρνει, μέσα από τα λόγια της κι από τον τρόπο με τον οποίο αφηγείται την μεταστροφή της, πολύ ευρύτερες διαστάσεις: γίνεται μία παράφορη εξαγγελία υπέρ τής ερωτικής προσφοράς στην οποία η Κασσάνδρα αποδίδει τον καταλυτικό ρόλο για την επίτευξη μιάς ριζικής τομής. Η ιστορία τής ανθρωπότητας χωρίζεται σ’ ένα πριν την προσφορά και σ’ ένα μετά απ’ αυτήν.

 

Το προσωπικό πριν της Κασσάνδρας είναι το πριν όλων των ανθρώπων, και το προσωπικό της μετά είναι το μετά όλων των ανθρώπων. Το καταδικασμένο πριν και το αναγεννητικό μετά γίνονται, μέσα από τον ενθουσιώδη μονόλογό της, τα δύο άκρα όπου ο κάθε άνθρωπος μπορεί να βρεθεί αλλά και όπου μπορεί να επιλέξει ποιο από τα δύο θα ακολουθήσει, αφού πρόκειται πάντα για θέμα προσωπικής επιλογής και όχι έξωθεν καταναγκασμού.

 

Με την φρενήρη αφήγησή της η Κασσάνδρα καταρρίπτει όλες τις δεσμεύσεις τού παρελθόντος αποκαλύπτοντάς τες αποτυχημένες, και διακηρύσσει, ως φλεγόμενη συνήγορος, την ολική επικράτηση τής προσφοράς και τής αποδοχής του πόθου στην ζωή τού κάθε ανθρώπου.