Με κύρια πηγή έμπνευσης το έργο και κυρίως την προσωπικότητα του σημαντικού ποιητή Νίκου Καρούζου, η χορογράφος Μαρία Γοργία, που ξεχώρισε πέρσι με το «Μονόπετρο του Πύργου», επικεντρώνεται στο θέμα της φθοράς του σώματος και στην «κυκλική» σχέσης μεταξύ ζωής και θανάτου.

 

Με επιλογές από τα λεγόμενα του Καρούζου στις συνεντεύξεις που κατά καιρούς έδινε, («Συνεντεύξεις του Νίκου Καρούζου», εκδόσεις Ίκαρος) αλλά και από το ποιητικό του έργο, η χορογράφος στοχεύει να αναδείξει τη φυσιογνωμία ενός σπάνιου ανθρώπου που δε λύγισε, δεν πήγε με τα νερά κανενός συστήματος, και έφυγε χωρίς την αναγνώριση που του άξιζε από την πολιτεία.

 

Ο χώρος του Αμάλγαμα στη Μενάνδρου έχει και φέτος επιλεγεί και εν μέρη αλλαχθεί (διατηρώντας όμως τα ουσιαστικά του χαρακτηριστικά), ώστε να παραπέμπει σε κάποιες σκηνές σε πισίνα.

 

Ενώ η θάλασσα είναι ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην ποίηση του Καρούζου, εδώ επιλέγεται το εμφιαλωμένο σε μπουκάλια νερό, δημιουργώντας αντιφάσεις και συμβολισμούς, αλλά και συνδέσεις με κάποια από τα λεγόμενα του ποιητή: «Σας θέλω λιγάκι τρελούς, να ξεφεύγετε από κείνα τα εμφιαλωμένα νοήματα της φιλοσοφικής διαλεκτικής, να ξεφεύγετε. Η ζωή δε θέλει πώμα».

 

Στο έργο πρωταγωνιστεί η Δάφνη Σταθάτου, ως το σώμα της ψυχής του Καρούζου. Ο άνθρωπος με τις έντονες αντιφάσεις, ο Νίκος Καρούζος, είναι στα μάτια της χορογράφου, ένα φλογερό, ταλαιπωρημένο παιδί.

 

Οι δυό ακόμα Καρούζοι του έργου, η υψίφωνος Λητώ Μεσσήνη που τραγουδά, παίζει και κινείται, καθώς και η ίδια η χορογράφος, δεν πλαισιώνουν απλά την πρωταγωνίστρια, αλλά δημιουργούν ένα δραματουργικό όλον και ένα παιχνίδι ανάμεσα στο σώμα, το λόγο, την οπερατική φωνή και το αντικείμενο.

 

Οι θεατές καλούνται να «συνομωτήσουν» με τους περφόρμερς ακολουθώντας τις οδηγίες τους. Τέλος, σε κάποιες σκηνές, εμφανίζονται (όπως και στο προηγούμενο έργο της χορογράφου, «το Μονόπετρο του Πύργου») ερασιτέχνες περφόρμερς.