Στην κατά Offenbach εκδοχή, η μυθική ηρωίδα βρίσκεται εγκλωβισμένη σ’ ένα ανδροκρατούμενο περιβάλλον, διψασμένο για δύναμη και εξουσία. Έναν κόσμο που,  μόνιμα και εμμονικά, αρνείται να αντιμετωπίσει τη σήψη που τον κατατρώει. Εγωπαθείς βασιλιάδες, κακομαθημένα πριγκιπόπουλα, διεφθαρμένοι ιερείς, συνθέτουν τον σουρεαλιστικό καμβά της ιστορίας.

 

Ο συνθέτης

Ο Jacques Offenbach γεννήθηκε στην Κολωνία το 1819. Ξεκίνησε αρχικά να παίζει βιολί και στη συνέχεια τσέλο. Το 1833 η οικογένεια του μετακόμισε στο Παρίσι, όπου ο Offenbach  κέρδιζε τα προς το ζην ως μουσικός ορχήστρας στην Opera Comique και συνέθετε μουσική δωματίου (ρομάντζα και βαλς).

 

Η πρώτη του προσπάθεια να γράψει σκηνικά έργα δεν ήταν πετυχημένη. Το 1850 έγινε Διευθυντής του Γαλλικού Θεάτρου και τη χρονιά της Παγκόσμιας Έκθεσης του Παρισιού (1855) άνοιξε το δικό του θέατρο, το Bouffes-Parisiens στα Ηλύσια Πεδία. Στο απόγειο της φήμης του, τη δεκαετία του 1860, ο Henri Meilhac και ο Ludovic Halévy συνεργάστηκαν μαζί του ως λιμπρετίστες.

 

Μετά το Γαλλοπρωσικό Πόλεμο και την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας, η διάθεση της κοινωνίας άλλαξε και τα έργα του έγιναν λιγότερο δημοφιλή. Το Θέατρο της Χαράς πτώχευσε και αυτός αναχώρησε για περιοδεία στην Αμερική για να ξαναδοκιμάσει την τύχη του. Πέθανε ενώ ακόμα δούλευε στα Παραμύθια του Χόφμαν, μια φανταστική όπερα, την οποία συμπλήρωσε ο Ernest Guiraud.