Ο Γκρέγκερς επιστρέφει στην πατρίδα του μετά από χρόνια απουσίας, έχοντας αναπτύξει τη φιλοσοφία του για τη ζωή, που συνοψίζεται στον αγώνα για επίτευξη της αλήθειας με κάθε θυσία. Επιστρέφοντας ξανασυναντά τον παιδικό του φίλο Γιάλμαρ Έκνταλ, ο οποίος ζει σε μία πλάνη ως προς την οικογενειακή του γαλήνη, τη συζυγική του ευτυχία και το μέγεθος της προσωπικότητάς του. Ο Γκρέγκερς βρίσκει ευεπίφορο πεδίο άσκησης της φιλοσοφίας του και οδηγεί την οικογένεια Έκνταλ στην καταστροφή της ψευδαίσθησής της.

 

Η αλήθεια πρέπει να αποκαλύπτεται, όποιο κι αν είναι το κόστος, διότι μόνο τότε κανείς μπορεί να γίνει κοινωνός της ιδεώδους ζωής, υποστηρίζει ο Γκρέγκερς κατά την αντιπαράθεσή του με τον Ρέλινγκ πάνω στη μοίρα του Γιάλμαρ. Το ζωτικό ψεύδος είναι η θεραπεία διά πάσαν νόσον, αντιτείνει ο πνευματικός του αντίπαλος. Ο Ερρίκος Ίψεν, ένας από τους μεγαλύτερους στοχαστές του παγκόσμιου θεάτρου, επιχειρεί να πάρει θέση στο αιώνιο αυτό ερώτημα με την Αγριόπαπια, μια ποιητική και γεμάτη συμβολισμούς ιλαρατραγωδία, στην οποία κανένα από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα δεν κατορθώνει να γίνει ρομαντικός ήρωας. Εάν πιστέψουμε τον συγγραφέα, πρόκειται για ένα έργο που περιορίζεται σ’ έναν κλειστό οικογενειακό κύκλο, και δεν έχει προεκτάσεις πολιτικές ή κοινωνικές. Κι όμως, με το έργο του παρουσιάζει και μία ακόμη πικρή εικόνα του ανθρώπου: η μεσαία τάξη δεν διαθέτει καμία δύναμη και καμία αυτοπεποίθηση κι εξαρτάται πλήρως από την ανώτερη: ό,τι κατέχει ο Γιάλμαρ, το έχει χάρη στον Βέρλε, και η μόνη του πιθανότητα για αλλαγή είναι η διαφώτισή του από τον Γκρέγκερς· από εκείνον που θέλει να «σώσει» με κάθε κόστος την αγριόπαπια από τον βυθό και που οδηγεί τελικά την οικογένεια του Γιάλμαρ στην συντριβή. 

 

Ο σκηνοθέτης της παράστασης, Δημήτρης Τάρλοου, σημειώνει: «Σε μια χώρα όπου η συντριπτική πλειοψηφία της κοινωνίας τρέφεται από τα ζωτικά της ψεύδη, ιδεολογικά και ιστορικά, σε μια χώρα που κανείς δεν θέλει να κοιτάζει τον εαυτό του στον καθρέφτη, σ’ έναν τόπο που έχει εξορίσει ό,τι αληθινό και ουσιώδες, που έχει μετατρέψει τη φύση σε τσιμέντο, εκεί μας μεταφέρει η Αγριόπαπια. Στην πατρίδα των παθιασμένων αγωνιστών με τις φουσκωμένες τσέπες, εκείνων που εξαιτίας των δικών τους τραυμάτων, συμπλεγμάτων και ανεπαρκειών δεν διστάζουν να καταστρέψουν τα πάντα γύρω τους, σ’ έναν τόπο αυταπάτης, ντρόγκας και ακραίου συμφέροντος. Σε μια χώρα με θύματα παιδιά και εφήβους που σαν τις κυνηγημένες από τις άθλιες καραμπίνες αγριόπαπιες, χώνουν το κεφάλι μέσα στην λάσπη του βυθού και μένουν για πάντα εκεί. Ακίνητα και σιωπηλά.»