Δεν είναι καν κοινό μυστικό, αλλά μια μεγάλη πικρή αλήθεια που πλέον δεν γνωρίζουν μόνο οι εμπλεκόμενοι ή οι υποψιασμένοι: όλα αυτά τα ευγενή αθλήματα που συνδυάζουν πρωταθλητισμό, σκληρό ανταγωνισμό και φινέτσα είναι μικρά κολαστήρια που χωράνε στερήσεις, ταπεινώσεις, ξύλο, ίντριγκες και πάθη και κυρίως τεράστια γονική ευθύνη.

 

Κάποιος που αποφασίζει να μπει σε μια σκοτεινή αίθουσα για να παρακολουθήσει το “I, Tonya”, πάνω κάτω μοιάζει να ξέρει τι θα δει. Αν είναι κάτω των 35 το όνομα Τόνια Χάρντινγκ λίγα του λέει. Πάει για το φαν, τον ενθουσιασμό την αδρεναλίνη του αθλητικού ανταγωνισμού, το πιθανολογούμενο ξεμάλλιασμα στον πάγο.

 

Αν δεν είναι millennial, έχει ανατραφεί με μπόλικο καλλιτεχνικό πατινάζ από την πάλαι ποτέ ντελικάτη δημόσια τηλεόραση, με τη φωνή του Αλέξη Κωστάλα να εξιτάρει τα αυτιά του, προφέροντας με πάντα άψογη προφορά δύσκολα ξενικά ονόματα και λέξεις (άγνωστες μέχρι πριν από κάτι χρόνια), όπως τόλουπ και άξελ, λουτς, φλιπ και πιρουέτες Μπίλμαν.

 

Περισσότερο από βιογραφία, το φιλμ είναι ένα κυνικό μανιφέστο για τις σχέσεις μάνας κόρης, τη διαλυμένη, σχεδόν λοβοτομημένη αμερικανική οικογένεια, την πολιτική της ελαφρότητας και το πώς η ταξική ανοησία μπορεί να σημάνει τον θάνατο των μεγάλων ταλέντων απ' όπου κι αν προέρχονται.

 

Το όνομα της Χάρντινγκ είναι γνωστό στους άνω των 35. Όπως και αυτό της Καταρίνα Βιτ (αλίμονο, το "πιο όμορφο πρόσωπο του σοσιαλισμού" που στη δύση της κατέληξε τελικά "κουνέλι" του "Playboy"...), της Νάνσι Κέριγκαν και άλλων κοριτσιών του καλλιτεχνικού πατινάζ. Οι φιγούρες, οι στολές τους, τα άψογα σώματα και τα γεμάτα χάρη (και λύσσα) πρόσωπα κοσμούσαν κάποτε τα κοριτσιστικά περιοδικά (όταν υπήρχαν). Το καλλιτεχνικό πατινάζ, η ενόργανη, το μπαλέτο πάντα ενέπνεαν το ενδιαφέρον και κινούσαν την περιέργεια: στην αρχή για το θέαμα και μετά για το gossip.

 

Μετά τα μετάλλια και τις χαρές και τα πανηγύρια, στις εφημερίδες φιγουράριζαν τα μαλλιοτραβήγματα, οι αποκαλύψεις για δίαιτες στέρησης και βουλιμικά επεισόδια των πρωταθλητριών, οι σχέσεις οργής με τους προπονητές, η κακομεταχείριση από γονείς – μάνατζερς (είχαμε και στο ελληνικό έδαφος τέτοια).

 

Το καλλιτεχνικό πατινάζ, η ενόργανη, το μπαλέτο πάντα ενέπνεαν το ενδιαφέρον και κινούσαν την περιέργεια: στην αρχή για το θέαμα και μετά για το gossip.
Το καλλιτεχνικό πατινάζ, η ενόργανη, το μπαλέτο πάντα ενέπνεαν το ενδιαφέρον και κινούσαν την περιέργεια: στην αρχή για το θέαμα και μετά για το gossip.

 

Έχοντας όλα αυτά στο μυαλό του, αποφασίζει να δει κανείς το “I, Tonya” και στην αρχή τουλάχιστον το φιλμ τον δικαιώνει. Η κάμερα ζουμάρει στην παρακμή και τον μονόλογο της άλλοτε χρυσής πρωταθλήτριας, της American Sweetheart των 90s, και έτσι, με μαεστρία όπως το ‘χει πάει ο σκηνοθέτης, νομίζει ότι θα δει μια αυτοβιογραφική ιστορία, με μπόλικο αυτοσαρκασμό, την Χάρντινγκ (Μάργκο Ρόμπι) να σπάει αρκετές φορές το τρίτο φράγμα και να μιλάει στην κάμερα. Έτσι ανάλαφρα νομίζει ο θεατής ότι θα κυλήσει η υπόλοιπη μιάμιση ώρα και χαλαρώνει.

 

Και εκεί αρχίζει το μποξ. Γιατί περισσότερο από βιογραφία, το φιλμ είναι ένα κυνικό μανιφέστο για τις σχέσεις μάνας κόρης, τη διαλυμένη, σχεδόν λοβοτομημένη αμερικανική οικογένεια, την πολιτική της ελαφρότητας και το πώς η ταξική ανοησία μπορεί να σημάνει τον θάνατο των μεγάλων ταλέντων απ’ όπου κι αν προέρχονται.

 

Γιατί το καλλιτεχνικό πατινάζ –κακά τα ψέματα- είναι άθλημα των ελίτ. Των ωραίων, των φίνων, των υποδειγματικών, με τις λεπτές συνήθειες, τα κομψά ρούχα, τους τέλειους γονείς, τα σπίτια που ντρέπεσαι να πατήσεις, τις Κυριακές στο σπίτι με τα λινά τραπεζομάντιλα και τα ασημένια μαχαιροπίρουνα, υπό τους ήχους κλασικής μουσικής και φιλολογικών και άλλων καλαίσθητων συζητήσεων. Έστω και φαινομενικά, μιλάμε για τρόπο ζωής, όχι για ακόμη ένα σπορ.

 

Και εκεί εισέρχεται στο πλάνο μια «χωριάτα», με μάνα σερβιτόρα πολλάκις παντρεμένη και συναισθηματικά αποκτηνωμένη, πατέρα ξυλοσκίστη και ελαφοκυνηγό, φτηνά ρούχα, μπανάλ χτενίσματα και σωματότυπο έφηβης σε ανάπτυξη. Ξέρει τι να κάνει με τα μπουζόκλειδα, ξέρει να «πειράζει» αυτοκίνητα, ξέρει σημάδι και από πού γεμίζει η καραμπίνα του μπαμπά, μιλά και περπατά αισχρά, μάνα και ετεροθαλή αδέλφια την κακοποιούν στο σπίτι.

 

Το ταλέντο της δεν αρκεί για να της συγχωρήσουν το ακατέργαστο της εμφάνισης, την έλλειψη λούστρου στους τρόπους, την απροθυμία να είναι όπως όλα τα καλο-αναθρεμμένα κοριτσάκια του χώρου.
Το ταλέντο της δεν αρκεί για να της συγχωρήσουν το ακατέργαστο της εμφάνισης, την έλλειψη λούστρου στους τρόπους, την απροθυμία να είναι όπως όλα τα καλο-αναθρεμμένα κοριτσάκια του χώρου.

 

Ξέρει, όμως, και κάτι που πολλές από τις καμαρωτές συναθλήτριες της θα ‘θελαν να μπορούν: τριπλό άξελ σε μια εποχή που αρκούσε η περιστροφή της προκοπής στον πάγο και ένα άρτιο καλλιτεχνικά πρόγραμμα για να πάρεις βαθμό και μετάλλιο.

 

Δεν έχει ωραία ρούχα, τις στολές τις ράβει μόνη της, έχει βρωμόστομα, μπαίνει στο παγοδρόμιο με ZZ Top και είναι η πρώτη που ζητάει με αδικαιολόγητο τσαμπουκά (για το φρου-φρου άθλημα) τα ρέστα από την κριτική επιτροπή, που αντί να βαθμολογήσει το άψογο τεχνικό μέρος, την θάβει που αδυνατεί να συμπεριφερθεί σαν «καθυστερημένη νεράιδα», όπως λέει η ίδια στην ταινία. (Μια γεύση από την πραγματική Τόνια στο βίντεο που ακολουθεί).

 

Και φυσικά, το ταλέντο της δεν αρκεί για να της συγχωρήσουν το ακατέργαστο της εμφάνισης, την έλλειψη λούστρου στους τρόπους, την απροθυμία να είναι όπως όλα τα καλο-αναθρεμμένα κοριτσάκια του χώρου. Δεν εκτιμάται φυσικά ούτε η ειλικρίνεια της να μη γίνει κάτι που δεν είναι. 

 

 

Είναι το «λευκό σκουπίδι», το φτωχό αμερικανικό κατακάθι, που δεν το αγαπάει ούτε η μάνα του. Είναι το ΑΤΜ για να τραβάει λεφτά η σερβιτόρα, που «θυσίασε τη ζωή της για χάρη της». Θα τρέξει πολύ η ταινία, γεμάτη απ’ όλη τη σαπίλα που κρύβει μέσα του το αμερικανικό όνειρο, στην μετά-Ρήγκαν και μετα-Ψυχροπολεμική εποχή για να γίνει σαφές ότι η Χάρντινγκ κυνηγάει τόσο πολύ τον εαυτό της γιατί ακόμη προσπαθεί να κερδίσει την αγάπη της λάθος μάνας.

 

Μιας μάνας που πληρώνει αλήτες για να την προσβάλουν και να την τραμπουκίσουν λεκτικά πριν τους αγώνες, «γιατί μόνο θυμωμένη αποδίδει», μιας μάνας που τη δέρνει και τη μαχαιρώνει γιατί έτσι φτιάχνονται οι αγωνίστριες (!) και έτσι συντηρούνται τα χαρίσματα, μιας απερίγραπτης μέγαιρας που φτάνει στο σημείο να συνεργαστεί με το FBI για να προσπαθήσει να παγιδεύσει το ίδιο της το γέννημα.

 

Αν και η σκηνοθεσία του Γκιλέσπι γέρνει υπέρ της αθωότητας της Χάρντινγκ αναφορικά με τη συνωμοσία που την απέκλεισε για πάντα από τα παγοδρόμια, καταδικάζοντας την σε καριέρα μποξέρ («Βία. Το μόνο πράγμα που ήξερα καλά», όπως συμπεραίνει πικρά και η ίδια), η όλη ταινία είναι ένα σπουδαίο πολυεπίπεδο μάθημα για το πώς η μάνα –ως ρόλος και ουσία- μπορεί να σκοτώσει ή να απογειώσει τη ζωή που έφερε στον κόσμο.

 

Η Μάργκο Ρόμπι (αριστερά) στον ρόλο της Τόνια Χάρντινκ (δεξιά).
Η Μάργκο Ρόμπι (αριστερά) στον ρόλο της Τόνια Χάρντινκ (δεξιά).

 

Για το πώς η Αμερική –ντοπαρισμένη στο ανύπαρκτο όνειρο της εκτρέφει δεκαετίες τώρα στρατιές ηλιθίων και παραφρόνων στα κατώτερα στρώματα (ενδεικτικοί οι ρόλοι των συνεργατών της Χάρντινγκ στη συνωμοσία), των ίδιων που ιστορικά έφτασαν ως το σήμερα υποστηρίζοντας τη «λευκή –κατά Τραμπ- υπεροχή».

 

Για το πώς το να είσαι δυνατός ή ταλαντούχος και ταπεινής καταγωγής δεν θα είναι ποτέ ισάξιο του να είσαι δυνατός και πλούσιος, με τους όρους του αμερικανικού ονείρου πάντα.

 

Χωρίς μελοδραματισμούς, χωρίς συναισθηματικό πορνό, χωρίς εκβιασμούς και φιοριτούρες –μόνο βία και κάποτε υπόκωφη- ο ….. κάνει μια μικρή διατριβή πάνω στο αμερικανικό πρόβλημα που ως μόδα πέρασε και σ’ όλον τον υπόλοιπο κόσμο: επιφάνεια, αποθέωση στον θρίαμβο και σφαλιάρα στην παρακμή και μια απέραντη αγάπη για το trash, στον πάγο ή όπου αλλού.