Tο βιβλίο του Στίβεν Κινγκ «Misery» δεν το έχω διαβάσει ούτε γνωρίζω τι παίζει με τις εκδοχές της θεατροποίησής του, τις εγκεκριμένες ή τις κομμένες από τον ίδιο τον συγγραφέα εννοώ. Έχω μεγάλη σχέση, όμως, με την ομότιτλη ταινία τρόμου που γύρισε το 1990 ο Ρομπ Ράινερ και που χάρισε ένα Όσκαρ ερμηνείας στην Κάθι Μπέιτς.

 

Για να είμαι ακριβής, έχω δει την εν λόγω ταινία πάνω από δέκα φορές σίγουρα μέσα στα χρόνια, πάντα σε φάση «σπίτι, φίλοι και πατατάκια».

 

Επομένως, πήγα με ζωηρό ενδιαφέρον να δω την παράσταση «Misery» που σκηνοθέτησε ο Τάκης Τζαμαργιάς στο θέατρο «Ιλίσια Βολανάκης».

 

Καταρχάς, θα ήταν λάθος να συγκριθεί η ταινία, ένα χολιγουντιανό βραβευμένο θρίλερ, με μια θεατρική παράσταση που επιχειρεί μία εκ νέου ανάγνωση της ιστορίας του συγγραφέα, ο οποίος περνάει τα πάνδεινα απ' τη θεότρελη νοσοκόμα και φαν του.

 

Είναι φανερό πως ο σκηνοθέτης Τζαμαργιάς δούλεψε πολύ με τους ηθοποιούς του, καθώς το έργο από μόνο του απαιτεί μεγάλες ψυχικές διακυμάνσεις εκ μέρους τους, όπως και έντονη κινητικότητα.

 

Δεν γίνεται δηλαδή αυτό αν πας με σκοπό να συγκρίνεις το σινεμά με το θέατρο − ειδικά σε ένα τέτοιο έργο, θα νιώσεις εκ των προτέρων απογοήτευση, ένα συναίσθημα που δεν ταιριάζει στην εν λόγω παράσταση.

 

Η οποία παράσταση, τρίωρης διάρκειας, διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στο σπίτι της Άνι Γουίλκς, στο δωμάτιο του εγκλωβισμένου συγγραφέα Πολ Σέλντον. Ένα καθ' όλα λιτό ντεκόρ, από τη στιγμή που στο φιλμ υπάρχουν και αρκετοί άλλοι χώροι εξέλιξης της δράσης, καθώς αυτή κορυφώνεται.

 

Δίπλα στην Πιττακή και τον Γεωργακόπουλο εμφανίζεται και ο Δημήτρης Καραμπέτσης στον ρόλο του σερίφη που εκτελείται εν ψυχρώ από τη Γουίλκς. © George Alexandrakis Photography
Δίπλα στην Πιττακή και τον Γεωργακόπουλο εμφανίζεται και ο Δημήτρης Καραμπέτσης στον ρόλο του σερίφη που εκτελείται εν ψυχρώ από τη Γουίλκς. © George Alexandrakis Photography

 

Παραδόξως, η έλλειψη άλλων χώρων εδώ δεν ξενίζει, αντίθετα πετυχαίνει να δημιουργήσει μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, υποβοηθούμενη από τους φωτισμούς και κάποιους ηλεκτρονικούς κρότους και ήχους, ειδικά στην έναρξη.

 

Για την υπόλοιπη μουσική έχω μια ένσταση, καθώς άλλοτε ακούγεται πολύ lounge και άλλοτε πολύ «επεξηγηματική», σαν να ήθελε ο συνθέτης και παραγωγός της παράστασης Κωνσταντίνος Ξενόπουλος να σχολιάσει τα πάντα επί σκηνής με τα θέματα που έγραψε.

 

Είναι φανερό πως ο σκηνοθέτης Τζαμαργιάς δούλεψε πολύ με τους ηθοποιούς του, καθώς το έργο από μόνο του απαιτεί μεγάλες ψυχικές διακυμάνσεις εκ μέρους τους, όπως και έντονη κινητικότητα.

 

(Ακολουθούν spoilers)
Κι ενώ το πρώτο μέρος, που διήρκεσε μιάμιση ώρα, το βρήκα κάπως φλύαρο και αντιθεατρικό, τα τεκταινόμενα στο δεύτερο, έτσι όπως στήθηκαν, καθώς καταλαβαίνουμε (ή κάποιοι γνωρίζουμε) πως ο συγγραφέας θα καταφέρει τελικά να σκοτώσει τη νοσοκόμα, ευτυχώς κάνουν τον θεατή να ξεχάσει την «κοιλιά» της παράστασης και να γίνει μέτοχος μεγάλων συγκινήσεων.


Πιστεύω, εν ολίγοις, πως ένα δραματουργικό συμμάζεμα στο πρώτο μέρος θα έκανε πολύ πιο λειτουργικό το timing ολόκληρου του έργου.

 

Αν δεχτούμε την ερμηνεία της Πιττακή ως άποψη ή, έστω, διαφοροποιημένη απ' αυτήν της ξένης συναδέλφου της, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της και ενδεχομένως να της χαρίζει ακόμα μία μεγάλη στιγμή στο πλούσιο ρεπερτόριό της. © George Alexandrakis Photography
Αν δεχτούμε την ερμηνεία της Πιττακή ως άποψη ή, έστω, διαφοροποιημένη απ' αυτήν της ξένης συναδέλφου της, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της και ενδεχομένως να της χαρίζει ακόμα μία μεγάλη στιγμή στο πλούσιο ρεπερτόριό της. © George Alexandrakis Photography

 

Ας πάω τώρα στο πρωταγωνιστικό δίδυμο, τη Ρένη Πιττακή και τον Λάζαρο Γεωργακόπουλο, στους ρόλους της Άννι Γουίλκς και του Πολ Σέλντον αντιστοίχως.


Ο Γεωργακόπουλος είναι πιο κοντά στο πνεύμα του Στίβεν Κινγκ, έχω την εντύπωση, ως φιζίκ και ως ηλικία, αφού πάντα θεωρούσα τον Τζέιμς Κάαν, που έπαιζε στην ταινία, αρκετά μεγάλο για τον ρόλο, ή έτσι έδειχνε τουλάχιστον. Ο χαρακτήρας που ενσαρκώνει ο Γεωργακόπουλος είναι ένας μεσήλικας συγγραφέας, ικανός να γοητεύσει τη Νο 1 θαυμάστριά του και να δεχτεί με αγωνία, τρόμο, στωικότητα και οργή στα όρια του θανάσιμου μίσους την παρανοϊκή μανία της!

 

Δύσκολος ρόλος, πραγματικά, καθώς ο ηθοποιός, με φασκιωμένα πόδια, πρέπει να συρθεί στα πατώματα και να επιδοθεί σε έναν αγώνα επιβίωσης μπροστά στα μάτια των θεατών. Τα καταφέρνει απόλυτα, κάτι που φανερώνει ακριβώς τις ικανότητες του Γεωργακόπουλου αλλά και τη δουλειά που έγινε με τον Τζαμαργιά, έναν σκηνοθέτη έμπειρο στη διδασκαλία των εκάστοτε ηθοποιών του.

 

Ωστόσο δεν θα έλεγα το ίδιο για τη Ρένη Πιττακή, μα ας λάβει υπ' όψιν ο αναγνώστης της κριτικής αυτής πως για μένα ήταν το μοναδικό στοιχείο του έργου, το πιο δυνατό, για να ακριβολογούμε, όπου δεν μπόρεσα να αποφύγω τη σύγκριση με την ταινία, εν προκειμένω με την οσκαρική ερμηνεία της Κάθι Μπέιτς.


Στο φιλμικό «Misery» η Άνι είναι μια νέα γυναίκα, θρησκόληπτη και σεξουαλικά στερημένη, που μες στην παράνοιά της ταυτίζει όλη της την υπόσταση με την ηρωίδα των βιβλίων του Σέλντον. Δείχνει αφελής, μα κατά βάθος είναι ο... σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι, χωρίς μάσκα από ανθρώπινα πετσιά στο πρόσωπο της.

 

© George Alexandrakis Photography
© George Alexandrakis Photography


Εδώ, πάλι, η Πιττακή είναι μια σαφώς πιο ώριμη γυναίκα που μάλλον δεν επιθυμεί να συνθέσει έναν ακραίο ψυχωτικό χαρακτήρα. Η Πιττακή υποδύεται τη Γουίλκς χωρίς ιδιαίτερες ψυχικές διακυμάνσεις. Σε πολλά σημεία είναι απλώς μια παράξενη μεν, ελαφρόμυαλη δε γυναίκα, ικανή για το χειρότερο, φυσικά, στη σχέση λατρείας και μίσους με το θύμα της.


Θέλω να πω ότι ενώ με την Κάθι Μπέιτς ανατριχιάζουν έως και τα νύχια του θεατή, η δική μας Πιττακή δεν γίνεται αυτό που λέμε horror queen επί σκηνής, ούτε καν αντιπαθητική ή μισητή, ακόμα και στο οριακό φινάλε της παράστασης. Υπάρχουν στιγμές, μάλιστα, που επιστρατεύει έως και το χιούμορ της σε ορισμένες ατάκες, καταφέρνοντας να αποφορτίσει το αγχώδες κλίμα.


Αν, τώρα, δεχτούμε την ερμηνεία της Πιττακή ως άποψη ή, έστω, διαφοροποιημένη απ' αυτήν της ξένης συναδέλφου της, η πλάστιγγα γέρνει υπέρ της και ενδεχομένως να της χαρίζει ακόμα μία μεγάλη στιγμή στο πλούσιο ρεπερτόριό της.


Γεγονός είναι πως ο Τάκης Τζαμαργιάς αυτήν τη στιγμή είναι από τους λίγους εκείνους σκηνοθέτες μας που κάνουν εμπορικό και παράλληλα ποιοτικό θέατρο. Η αναμέτρησή του με ένα famous θρίλερ τρόμου τον δικαιώνει ως τολμηρό πρώτα απ' όλα στις προθέσεις του.

 

Τα «οχ» και «μη» που φώναζαν οι θεατές στις σκηνές του δείπνου των ηρώων και του σπασίματος των ποδιών του συγγραφέα με τη βαριοπούλα έκαναν σαφές πως η παράσταση πετυχαίνει τον στόχο της: εισάγει το κοινό στον εφιαλτικό μικρόκοσμο των χαρακτήρων και από το δεύτερο μέρος μέχρι το τέλος δεν το αφήνει να πάρει ανάσα!

 

Δίπλα στην Πιττακή και τον Γεωργακόπουλο εμφανίζεται και ο Δημήτρης Καραμπέτσης στον ρόλο του σερίφη που εκτελείται εν ψυχρώ από τη Γουίλκς.

 

 © George Alexandrakis Photography
© George Alexandrakis Photography

 

Info:

MISERY

Θέατρο Ιλίσια Βολανάκης

Μετάφραση: Αντώνης Γαλέος

Σκηνοθεσία - Δραματολογική Επεξεργασία : Τάκης Τζαμαργιάς

Σκηνικά - Κοστούμια: Εδουάρδος Γεωργίου

Πρωταγωνιστούν: Ρένη Πιττακή , Λάζαρος Γεωργακόπουλος , Δημήτρης Καραμπέτσης

ΑΓΟΡΑ ΕΙΣΙΤΗΡΙΩΝ