Δύο φαινομενικά επιτυχημένοι άνδρες στη «χρυσή» δεκαετία της ζωής τους συναντιούνται μετά από πολύ καιρό για να πιούνε έναν καφέ και να τα πούνε.

 

Ο Τζεφ και ο Νταν ήταν κολλητοί στο πανεπιστήμιο, όμως σήμερα οι πολυάσχολες ζωές τους τους επιτρέπουν με χίλια ζόρια να βρίσκονται μια στις τόσες. Διατηρούν ωστόσο μια επίφαση επικοινωνίας μέσω της τακτικής επαφής τους με μηνύματα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την παρακολούθηση όσων μοιράζονται διαδικτυακά. Όπως θα φανεί όμως η λέξη κλειδί, και όχι μόνο στην τωρινή επικοινωνία τους, είναι «επίφαση».

 

Ο Άλεν Μπάρτον, ένας συντηρητικός Αμερικανός ρεπουμπλικάνος και καλλιτεχνικός διευθυντής του Beverly Hills Playhouse, έγραψε το 2013 ένα εμφανώς αυτοαναφορικό έργο το οποίο ο Έλληνας θεατής του 2018 δεν θα θεωρήσει ανοίκειο, παρά την γεωγραφική και πιθανά ιδεολογική απόσταση που τον χωρίζει.

 

Ο λόγος είναι πως αν αντικαταστήσεις το παγκάκι του Σέντραλ Παρκ με τραπεζάκι από ξύλινη παλέτα σε κάποιο hip καφέ που άνοιξε πρόσφατα στην Αγίας Ειρήνης –καθώς αυτοί οι δήθεν cool σαραντάρηδες παρεπιδημούν μόνο στις πρόσφατες αφίξεις της πόλης– στο πρόσωπο τους θα αναγνωρίσεις πολλούς φίλους και γνωστούς.

 

Ο φόβος του θανάτου και η αποτυχία, όπως εκείνοι την αντιλαμβάνονται, κλίνουν την πλάστιγγα της ζωής και το μόνο στοιχείο που φαίνεται πως θα μπορούσε να ισοσκελίσει το έλλειμμά τους είναι η φιλία. 

 

Η εγγύτητα αυτή οφείλεται κυρίως σε δύο λόγους. Από τη μία την διευκολύνει η επιλογή του θεατρικού συγγραφέα να μην κατονομάζει τον λαοπλάνο πρόεδρο της χώρας ή το νέο τηλεφωνικό δίκτυο που μοιράζει smartphones ή την ταινία που αποδομεί απολαυστικά ο Νταν σε ένα ειρωνικό παραλήρημα εναντίον αυτών που ο Έλληνας ομοϊδεάτης του θα αποκαλούσε «θολοκουλτουριάρηδες».

 

Από την άλλη η αβίαστη οικειότητα που νιώθεις για τους χαρακτήρες του έργου αποδίδεται στην καθολική πολιτισμική ηγεμονία της αμερικανικής ποπ κουλτούρας που έχει διαδοθεί και εμπεδωθεί οικουμενικά μέσω του διαδικτύου.

 

Η ανδρική και αμιγώς αστική πανίδα στην οποία ανήκουν ο Τζεφ και ο Νταν (δεν θα τους έβρισκες παρά μόνο ως τουρίστες στον παραδοσιακό καφενέ κάτω από το πλατάνι του χωριού και υπό τις συνθήκες αυτές θα συνέχιζαν μάλλον να προσποιούνται πως όλα βαίνουν καλώς) έχει αποκτήσει κοινά χαρακτηριστικά κι έχει υιοθετήσει έναν τρόπο ζωής, ο οποίος εκτός από τα υλικά αξεσουάρ που έχουν πλέον καταστεί αναπόσπαστο κομμάτι της ταυτότητας τους, συμμερίζεται και τις ίδιες αγωνίες στις κομβικές στιγμές της ύπαρξης.

 

Ο φόβος του θανάτου και η αποτυχία, όπως εκείνοι την αντιλαμβάνονται, κλίνουν την πλάστιγγα της ζωής και το μόνο στοιχείο που φαίνεται πως θα μπορούσε να ισοσκελίσει το έλλειμμα τους είναι η φιλία.

 

Τι συμβαίνει όμως αν ακόμα κι η ανδρική φιλία, αυτή η ιερή αγελάδα των καθώς πρέπει στρέιτ νοικοκυραίων στους οποίους ανήκει ο Άλεν Μπάρτον, είναι πλασματική;

 

 

 

Το «Σε μια... Μέρα» είναι ένα έργο διαλόγων με αμεσότητα που επιθυμεί να εξερευνήσει πως οι σχέσεις στις οποίες έχουμε αφιερώσει χρόνια ολόκληρα μπορούν σήμερα να ξεφτίσουν εξαιτίας της κίβδηλης αμεσότητας των like στο Facebook και των έξοχα καδραρισμένων φωτογραφιών ευτυχισμένων δείπνων στο Instagram που αφήνουν απ' έξω τα άπλυτα πιάτα της ζωής μας.

 

Η επιτυχία του έργου, ακόμα κι αν εν μέρει διαφωνείς με τα συμπεράσματα του και θα ήθελες να προικίσεις τον Τζεφ με απαντήσεις που θα κατακεραύνωναν τον πυρήνα της συντηρητικής ατζέντας του Νταν, έγκειται στην παντελή έλλειψη ψευδοδιανοουμενίστικης εσάνς.

 

Παραμένοντας πιστή σε αυτό το χαρακτηριστικό τόσο του έργου όσο και του ίδιου του συγγραφέα, η παράσταση ευτυχώς αποφεύγει το κουραστικό, άνευ ουσίας στυλιζάρισμα και αποστασιοποιείται από τις συνήθεις σκηνικές εκφράσεις δήθεν καφκικών και υπαρξιακών εφιαλτών σε μια τεχνολογικά προηγμένη μεν αλλά δυστοπικά αποξενωτική κοινωνία.

 

Δεν απαιτείται από τον θεατή να είναι κάτοχος κάποιου obscure θεατρικού λεξιλογίου ώστε να είναι σε θέση να αποκρυπτογραφήσει σημειολογικά κάθε λεπτομέρεια της κίνησης των ηθοποιών προκειμένου να κατορθώσει να αντιληφθεί τι στ' αλήθεια συμβαίνει στην σκηνή.

 

Αυτό ωστόσο δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση πως το «Σε μια... Μέρα» είναι μια απλοϊκή παράσταση που απευθύνεται σε απαίδευτους θεατές. Η οικονομία εκφραστικών μέσων και η ανυπόκριτη υποκριτική των πρωταγωνιστών αποδεικνύει πως η σκηνοθέτις της παράστασης Σόφη Παπαδοπούλου ήξερε επακριβώς τι ήθελε από τους ηθοποιούς της και το απέσπασε θριαμβευτικά και από τους δύο.

 

Το χειμαρρώδες κείμενο του Μπάρτον θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί σε μια φλύαρη σκηνική σούπα με τους δύο χαρακτήρες να πνίγονται σε μπουρλέσκ χειρονομίες που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του έργου, αλλά εκείνη προφύλαξε τους ηθοποιούς της από το να περιφέρονται άσκοπα λέγοντας ακατάπαυστα λογάκια χωρίς αντίκρυσμα και αντί για μια μηχανικά χορογραφημένη ερμηνεία μας χάρισε δύο ολοκληρωμένους χαρακτήρες που κινούνται στον χώρο χωρίς να βολοδέρνουν.

 

Ο Κίμων Φιορέτος, ο οποίος μετέφρασε υποδειγματικά το έργο χωρίς να επιτρέψει στους αγγλισμούς να κυριεύσουν το ελληνικό κείμενο, ενσαρκώνει πηγαία τον κυριαρχικό, προσβλητικό και απογοητευμένο Νταν. Αποδίδει τον συμπεριφορικά ασταθή χαρακτήρα ισορροπώντας μεταξύ εξάρσεως και βαθιάς απελπισίας ειρωνευόμενος μεν, χωρίς να διολισθαίνει σε μια καρικατούρα του κυρίαρχου αρσενικού δε.

 

Ο Φάνης Παυλόπουλος προικίζει τον στωικό Τζεφ, που επί σειρά ετών ανέχεται τις χοντράδες του φίλου του, με μια ήσυχη, δωρική στιβαρότητα διανθισμένη με διαπεραστικά βλέμματα, ανεπαίσθητες κινήσεις και καλά χρονισμένες παύσεις που αφήνουν να αναδυθούν όλα όσα βράζουν μέσα του επί σειρά ετών.

 

Αντίστοιχα, η αναμενόμενη έκρηξη του Τζεφ δεν μεταφράζεται σε τηλεοπτικού τύπου ερμηνευτικές υστερίες αλλά σε μια αξιοπρεπή ένταση που ισοπεδώνει την σχέση τους ώστε ίσως να ξαναχτιστεί, πιθανά πιο δυνατή.

 

Αξίζει επίσης να αναφερθεί η συνεισφορά των υπόλοιπων συντελεστών που κατόρθωσαν να δημιουργήσουν ένα πειστικό περιβάλλον που λειτουργεί υποδόρια ώστε να βυθιστείς απερίσπαστα στον διάλογο των ηρώων.

 

Info

Σε μια...Μέρα

του Άλεν Μπάρτον

Σκηνοθεσία: Σόφη Παπαδοπούλου

Μετάφραση: Κίμων Φιορέτος

Ερμηνεύουν: Κίμων Φιορέτος, Φάνης Παυλόπουλος

Σκηνογράφος/Ενδυματολόγος: Μαρία Καραπούλιου

Σχεδιασμός φώτων: Πάνος Γκόλφης

Σχεδιασμός ήχου/ Μουσική: Λευτέρης Δασκαλαντωνάκης

Φωτογραφίες/Σκηνοθεσία trailer/ Μοντάζ: Πάτροκλος Σκαφίδας

Βοηθός σκηνοθέτη: Ερατώ Αγγουράκη

Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης Από 15/01 έως 27/02/2018

Ημέρες & ώρες παραστάσεων: Κάθε Δευτέρα & Τρίτη στις 21:00