Επιχειρηματίας, αγρότης, διανοούμενος, φιλότεχνος, φιλόσοφος, είναι μερικοί μόνο από τους πολλούς χαρακτηρισμούς που έχουν κατά καιρούς αποδοθεί στον Christian Moueix, έναν άνθρωπο που έχει συνδέσει την ιστορία του με κρασιά-θρύλους του Μπορντό. Ο Christian Moueix είναι όλα αυτά και πολλά περισσότερα, αλλά πάνω από όλα είναι ικανός να συντηρεί και να ενισχύει τον μύθο μιας οικογένειας που αρκετοί μελετητές χαρακτηρίζουν ως «μια από τις πλέον σημαντικές στην οινική Γαλλία και σε ολόκληρο τον πλανήτη».


Ο Christian Moueix ήρθε πρόσφατα στην Αθήνα καλεσμένος της εταιρίας Αίολος Α.Ε και της σχολής W.S.P.C. και έδωσε την ευκαιρία για μια συζήτηση μαζί του. Ταυτόχρονα δόθηκε η ευκαιρία σε λίγους οινόφιλους για μια ξεχωριστή γευσιγνωσία και ενός master class υπό την καθοδήγησή του και με τη συνδρομή του Κωνσταντίνου Λαζαράκη MW. Δοκιμάστηκαν επιλεγμένες χρονιές των Chateau La Fleur-Petrus, Chateau Trotanoy Pomerol, Chateau Belair-Monange αλλά και το νέο διαμάντι του Christian στην Καλιφόρνια, το Ulysses Napa Valley 2015 σε πρώτη παγκόσμια παρουσίαση αυτού του τρύγου.

 

Είναι εύκολο να κάνεις ογκώδη κρασιά, όταν όμως αναζητάς τη φινέτσα η ισορροπία είναι εύθραυστη.


Το όνομα Moueix θεωρείται κυρίαρχο στον χώρο του κρασιού καθώς ακουμπά σε μια παράδοση που ο πατέρας του Christian, o Jean-Pierre Moueix κατάφερε να δημιουργήσει εκ του μηδενός αναδεικνύοντας το γαλλικό Pomerol σε ένα από τα κέντρα της παγκόσμιας παραγωγής «μεγάλων κρασιών». Τη δεκαετία του 1930 ο Jean Pierre έφυγε από το Παρίσι για να επενδύσει σε ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής του Bordeaux που μέχρι τότε κανένας δεν έδινε προσοχή – το Pomerol. Τα Château που αγόρασε ή έκλεισε αποκλειστικότητες είναι τώρα μέσα στα κορυφαία ονόματα της όπως Petrus, Lafleur, Trotanoy, La Fleur Petrus, Magdelaine, Belair, Hosanna και άλλα. Στις αρχές της δεκαετίας του '60 η οικογένεια Moueix απέκτησε τον έλεγχο του Chateau Petrus, απογειώνοντας τη φήμη του κτήματος, αλλά και ολόκληρης της περιοχής. Ο Jean-Pierre Moueix θεωρείτο από τους πρωτοπόρους στον χώρο του κρασιού ως το 2003 που πέθανε σε ηλικία 90 ετών. Αυτό ωστόσο δεν εμπόδισε το γιο του Christian να χαράξει τη δική του αυτόφωτη πορεία στον χώρο του κρασιού, κερδίζοντας από το 1970 που άρχισε να ασχολείται με την επιχείρηση τον αντίστοιχο σεβασμό στη διεθνή αγορά.

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Ο Christian όχι μόνο δεν έμεινε στα έργα του πατέρα του, αλλά τα πήγε ένα βήμα παραπέρα – ανέπτυξε μια ολόκληρη σχολή φιλοσοφίας γύρω από την αμπελοκαλλιέργεια, αλλά και την οινοποίηση. Το 2008, στην ηλικία των 62, έγινε εξ' ολοκλήρου επικεφαλής μιας μεγάλης ιδιοκτησίας και ονομάτων στη Γαλλία Trotanoy, La Fleur-Pétrus, Hosanna, Latour a Pomerol, La Grave Pomerol, Latour a Pomerol, Belair-Monange, Lafleur-Gazin, , εξελίσσοντας την εικόνα των ιδιοκτησιών του, καταφέρνοντας παράλληλα να δημιουργήσει νέα συγκλονιστικά οινοποιεία στην Καλιφόρνια – τα Dominus και Ulysses- που δίνουν μερικά από τα πιο κομψά κρασιά σε αυτή την ήπειρο.


Όταν συζητά κανείς με τον 70χρονο Christian Moueix διαπιστώνει ότι το «μείγμα» της επιτυχίας του έχει εξίσου καλές δόσεις επιχειρηματικής ευστοχίας αλλά και σεβασμού στην πολιτιστική διάσταση που χαρακτηρίζει ένα τόσο ξεχωριστό προϊόν όπως το κρασί. Χαρακτηριστική είναι η άποψη που διατυπώνει όταν ερωτάται για τις διαφορές φιλοσοφίας που υπάρχει μεταξύ των Ευρωπαίων και των οινοπαραγωγών του Νέου Κόσμου, λέγοντας: «Η οινολογία (enology) που χρησιμοποιούμε στην Ευρώπη είναι μια εκπληκτική ελληνική λέξη που έχει να κάνει με την επιστήμη του κρασιού. Περιλαμβάνει την ιστορία της κουλτούρας του κρασιού και περιγράφει πολλά ιδιαίτερα πράγματα που σχετίζονται με το κρασί. Στον αντίποδα, η αμερικανική λέξη winemaking είναι μια απλή, σχεδόν «κουτή» λέξη που απλώς περιγράφει πως μπορεί κάποιος να φτιάξει κρασί. Η επιστήμη της οινοποίησης περιλαμβάνει τόσο αίσθηση όσο και τεχνική. Ωστόσο και στις νέες οινοπαραγωγικές χώρες υπάρχουν παραγωγοί οι οποίοι έχουν μια διαφορετική άποψη. Συνήθως είναι άνθρωποι που είναι διανοούμενοι. Που δεν «μπαίνουν στο χορό» μόνο για εμπορικούς λόγους αλλά έχουν όραμα και προσπαθούν να το υλοποιήσουν. Ωστόσο οι περισσότεροι από τους νέους παραγωγούς έχουν καθαρά εμπορικούς στόχους».

 

Στο κόσμο του κρασιού ο Christian Moueix περιγράφεται ως ανθρωπιστής, διανοούμενος και φιλόσοφος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Στο κόσμο του κρασιού ο Christian Moueix περιγράφεται ως ανθρωπιστής, διανοούμενος και φιλόσοφος. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

Η άποψή του έχει αρκετή δόση απόλυτης προσέγγισης, αλλά με το κύρος που διαθέτει και την ιστορία που τον ακολουθεί ο Christian δικαιούται να έχει απόλυτες απόψεις για κάποια θέματα του κρασιού. Χαρακτηριστικά είναι τα σχόλιά του:

- Για το άρωμα βαρελιού που αρκετοί επιδιώκουν στο κρασί: «Αν το κρασί μυρίζει βαρέλι είναι ελάττωμα. Το κρασί πρέπει να μυρίζει φρούτο και όχι να αισθάνεσαι σαν να γλείφεις μια σανίδα. Κρασί με άρωμα δρυός θεωρώ ότι είναι τεχνικό λάθος».

- Για τα υπερβολικά πληθωρικά κρασιά: «Δεν μου αρέσουν τα μαύρα κρασιά. Πως γίνονται μαύρα; Γιατί πας στα όρια με υπερβολική ζύμωση, βαρέλι κλπ. Πίνω μόνο κόκκινα κρασιά».

- Για τους οινόφιλους που είναι ευκολόπιστοι σε οινοκριτικούς που διατυπώνουν απλουστευμένες κριτικές και αποδίδουν βαθμολογίες: «Όταν απλουστεύεις τα πράγματα αναλαμβάνεις το ρίσκο να χάσεις κάποιες από τις λεπτομέρειες αλλά δεν φταις εσύ για την αποδοχή των απόψεών σου. Αν δηλαδή γράψει κάποιος ότι πρέπει να πηδήξεις από την Ακρόπολη και κάποιοι αρχίσουν να το κάνουν, ποιος φταίει; Αυτός που έγραψε το άρθρο; Τα μέσα που το δημοσίευσαν; Ή είναι λάθος των ανθρώπων που το διαβάζουν και το πιστεύουν;»

 

Πως ορίζει όμως ο ίδιος ένα μεγάλο κρασί; «Είναι το κρασί που μπορεί να δείξει τον καλό εαυτό του σε διαφορετικές περιστάσεις. Πόσο μένει στον ουρανίσκο, πόσο έχει μεγάλη διάρκεια», λέει και προσθέτει: Είναι εύκολο να κάνεις ογκώδη κρασιά, όταν όμως αναζητάς την φινέτσα η ισορροπία είναι εύθραυστη. Εκτός όμως από τα μεγάλα κρασιά υπάρχουν και οι μεγάλες χρονιές, είναι αυτές που όλα ήταν αρμονικά στην ανάπτυξη του αμπελιού, το σταφύλι εκφράζεται με ισορροπία και δεν παρεμβαίνει ο οινοποιός. Οι μεγάλες χρονιές του Μπορντό είναι: 1989, 1990, 2009, 2010, 2015. Το 2016 αν και ήταν μια μέτρια χρονιά οι οινογράφοι αγάπησαν τα κρασιά της».
Στον κόσμο του κρασιού ο Christian Moueix περιγράφεται ως ανθρωπιστής, διανοούμενος και φιλόσοφος. Χαρακτηρίζεται άνθρωπος της γης, και ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του περισσότερο αγρότη παρά επιχειρηματία. Το μεγάλο πάθος του είναι η αμπελουργία, τομέας στο οποίο θεωρείται απόλυτα ειδικός όσο και πρωτοπόρος. Η άποψη του άλλωστε είναι σαφής: «Τα μεγάλα κρασιά φτιάχνονται στο αμπέλι. Είναι επικίνδυνο λάθος να πιστέψει κανείς ότι η τεχνολογία μπορεί να αποκαταστήσει τις ελλείψεις της πρώτης ύλης». Στις αρχές της δεκαετίας του '70 εισήγαγε επαναστατικές καλλιεργητικές τεχνικές που μάλιστα κράτησε τότε μυστικές από τους άλλους παραγωγούς προκαλώντας την οργή τους αλλά όταν τελικά έγιναν γνωστές αποτέλεσαν τη βάση για αλλαγές στην παγκόσμια αμπελουργία. Οι επιλογές του έχουν πολλές φορές χαρακτηρισθεί ως φανατισμός στην απόλυτη ποιότητα και την παραγωγή «μεγάλων κρασιών» και ο ίδιος αποδέχεται ότι είναι «μανιωδώς τελειομανής». Στο Pomerol διηγούνται με χαμόγελο και δέος τις προσπάθειες που έκανε την παγωμένη χρονιά του 1991 όταν προσπάθησε, πετώντας χαμηλά με ελικόπτερο μέσα στην νύχτα να αποκαταστήσει τη θερμοκρασία στα αμπέλια και να σώσει την παραγωγή. Ο ριψοκίνδυνος τρόπος που επέλεξε δεν έσωσε τη σοδειά αλλά τη χρονιά εκείνη πήρε τη γενναία και ακριβή απόφαση να μην φτιάξει κρασί από μια αμφιλεγόμενης ποιότητας πρώτη ύλη. Αυτή ήταν μια από τις επιλογές του που βοήθησαν να συντηρήσει την ποιότητα και τη φήμη της παραγωγής του.

 

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Η φήμη αυτή αποτιμάται σε χρήμα και το κόστος που πρέπει να αντιμετωπίσει κανείς για να αποκτήσει ένα «μεγάλο» γαλλικό κρασί είναι απαγορευτικό για τους περισσότερους. Ο ίδιος αναφέρει πώς τον θλίβει το γεγονός ότι τα κρασιά του αντιμετωπίζονται σαν χρηματιστηριακά προϊόντα με αποτέλεσμα να μην μπορούν να τα απολαύσουν οι πραγματικοί φίλοι του κρασιού, και προσθέτει: «Αναγνωρίζω ότι η δουλειά που κάνουμε στα αμπέλια θυμίζει «μανικιούρ» και αυτό ανεβάζει το κόστος αλλά δεν σημαίνει ότι είναι τόσο υψηλό που να ανταποκρίνεται στις τιμές που συναντά κανείς στην αγορά. Οι τιμές στο Μπορντώ ορίζονται μέσα από ένα πολύπλοκο και πολλές φορές επικίνδυνο παιχνίδι. Οι πολύ υψηλές τιμές αρχίζουν και διαμορφώνονται στα κρασιά μου όταν αυτά αποτελούν αντικείμενο μεταπρατικής διαδικασίας και το πως διαμορφώνεται η τιμή στην αγορά είναι κάτι τον οποίο δεν μπορώ να το ελέγξω. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να φτιάχνω κρασιά σε διάφορες κατηγορίες τιμής, πάντα με αξιοπρόσεχτη ποιότητα. Προσπαθώ να προσφέρω απόλαυση με το κρασί».


Χαρακτηριστικός της επιμονής του στην αναζήτηση της τελειότητας είναι ο τρόπος που λειτούργησε και συνεχίζει να το κάνει, στις πέραν του Ατλαντικού δραστηριότητες του. Ο ίδιος εξιστορεί: «Το 1981 θέλησα να αποδείξω ότι είμαι το ίδιο ικανός με τον πατέρα μου και πήγα στην Καλιφόρνια, στη Napa όπου και αγόρασα το αμπέλι που έγινε το Dominus. O θρυλικός αμερικανός οινοπαραγωγός Robert Mondavi ήταν ο μέντορας μου. Ήταν δύσκολο ένας Μπορντολέζος να κάνει κρασί στην Καλιφόρνια. Χρειάζεται να φυτέψεις και να κάνεις λεπτοδουλειά στο αμπέλι. Μου πήρε χρόνια για να κάνω την «εξημέρωση» των τανινών. Χρειάστηκε να περάσουν 20 χρόνια για να κάνω ένα σπουδαίο κρασί. Την τελευταία δεκαετία πήγα στο Yountville της Καλιφόρνια που θεωρείται καλύτερη ονομασία προέλευσης όπου αγόρασα ένα αμπέλι και το ονόμασα Οδυσσέας γιατί θεωρούσα ότι είναι το τέλος της Οδύσσειας μου». Πρόκειται για «160 στρέμματα από ένα κακομεταχειρισμένο αμπέλι», όπως ο ίδιος ομολογεί. Ο Christian το άλλαξε, προχώρησε σε πλήρη αναδιάρθρωση και ανανέωση του αμπελώνα αλλά τα κρασιά από τις χρονιές 2009 έως 2011 δεν τα κυκλοφόρησε. Το 2012 κυκλοφόρησε το κρασί με το όνομα Ulysses . «Το 2013 ήταν ίσως η καλύτερη χρονιά στην Napa όμως το αμπέλι ήταν καινούργιο και δεν κατάφερα να το εξημερώσω. Το 2015 άρχισα να έχω τον έλεγχο και να βάζω το δικό μου στυλ». Έτσι το καινούργιο κρασί του εμφιαλώθηκε τον Ιούλιο του 2015 και στην πρόσφατη επίσκεψή του στην Αθήνα έφερε μαζί του 6 φιάλες σε πρώτη παγκόσμια παρουσίαση. «Είναι πρώτη φορά που δείχνω "τα μωρά" μου και είναι σημαντικό που αυτό γίνεται στην Ελλάδα μια περιοχή που ιστορικά γέννησε τα μεγάλα κρασιά».

 

Όταν συζητά κανείς με τον 70χρονο Christian Moueix διαπιστώνει ότι το «μείγμα» της επιτυχίας του έχει εξίσου καλές δόσεις επιχειρηματικής ευστοχίας αλλά και σεβασμού στην πολιτιστική διάσταση που χαρακτηρίζει ένα τόσο ξεχωριστό προϊόν όπως το κρασί.  Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Όταν συζητά κανείς με τον 70χρονο Christian Moueix διαπιστώνει ότι το «μείγμα» της επιτυχίας του έχει εξίσου καλές δόσεις επιχειρηματικής ευστοχίας αλλά και σεβασμού στην πολιτιστική διάσταση που χαρακτηρίζει ένα τόσο ξεχωριστό προϊόν όπως το κρασί. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO


Ο Christian πιστεύει ότι «τα προβλήματα του ελληνικού κρασιού είναι περισσότερο προβλήματα προώθησης παρά ποιότητας», όμως το ενδιαφέρον του για την Ελλάδα είναι πολιτιστικό – ως χώρα με αρχαία αμπελοκαλλιεργητική ιστορία- παρά επιχειρηματικό. «Δεν θα ήθελα να κάνω κρασί στην Ελλάδα γιατί δεν έχω εμπειρία στα λευκά κρασιά και γνωρίζω ότι στην Ελλάδα το ενδιαφέρον εστιάζεται στα λευκά κρασιά. Στο Dominus μου πήρε 20 χρόνια για να κάνω μεγάλο κρασί και δεν έχω το χρόνο για να ασχοληθώ άλλα 20 χρόνια για να ξεκινήσω κάτι από την αρχή», σχολιάζει με χαμόγελο όταν ερωτάται.


Η σχέση με τους οινοκριτικούς δεν ήταν πάντα η καλύτερη. Παγκοσμίως γνωστοί οινογράφοι όπως ο Hugh Johnson περιγράφουν τον Christian Moueix ως άνθρωπο που κάτω από την ευγενική και γοητευτική φυσιογνωμία του κρύβει ένα συμπαγή «ατσάλινο πυρήνα». Η άποψη αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τη στάση που ο Moueix κρατά απέναντι στους κριτικούς κρασιών. «Αναγνωρίζω», λέει «ότι πλέον η δύναμη βρίσκεται περισσότερο στα χέρια των οινογράφων παρά των οινολόγων αλλά δεν θα άλλαζα ποτέ τη φιλοσοφία μου για την παραγωγή κλασικών, αρμονικών και φυσικών κρασιών για να ικανοποιήσω οποιονδήποτε οινοκριτικό. Τα κρασιά μας φτιάχνονται για να πίνονται και να προσφέρουν απόλαυση και όχι για να δοκιμάζονται σε συγκριτικές δοκιμές».

 

Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO