Από το «1789» της Αριάν Μνουσκίν του 1970 μας χωρίζουν σχεδόν 50 χρόνια. Βέβαια, στην Ελλάδα το είδαμε στην κινηματογραφική του εκδοχή, τέλη της δεκαετίας '70. Μόλις αυτή την εβδομάδα παρακολουθήσαμε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση την παράσταση «Όλα θα πάνε καλά (1) Το τέλος του Λουδοβίκου» του Ζοέλ Πομερά από τον θίασο του θεάτρου «Louis Brouillard» που καταπιάνεται με το ίδιο θέμα, δηλαδή το χρονικό της Γαλλικής Επανάστασης, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό και σχεδόν αναπάντεχο τρόπο. Ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και σκηνοθέτης καταπιάστηκε με το μεγάλο ιστορικό γεγονός της πατρίδας του –εξίσου σημαντικό και για την ευρωπαϊκή Ιστορία γενικότερα και όχι μόνο–, χωρίς να θέλει να κάνει Ιστορία, χωρίς να θέλει να παρουσιάσει τα γεγονότα σαν ένα μεγάλο, επικών διαστάσεων μωσαϊκό, με αναφορές στα ιστορικά ονόματα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο (όπως έκανε κάποτε η Μνουσκίν). Τουναντίον, κάνει ένα όντως επικών διαστάσεων θεατρικό μωσαϊκό που μιλάει για την πολιτική του τότε σαν να συμβαίνει σήμερα. Και αυτό δεν το πετυχαίνει απλώς με τα σύγχρονα κοστούμια, τη σύγχρονη τεχνολογία, τη συμπεριφορά και τα τερτίπια της εποχής μας αλλά μέσα από ένα κείμενο που αποδεικνύεται απολύτως σημερινό, ενώ ταυτόχρονα αφήνει να διαφανεί σαφέστατα το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο – ας πούμε, σαν να παρακολουθούμε μια ανάλογη εξέγερση σήμερα, ακόμα καλύτερα, ανάγοντας τα πολιτικά χαρακτηριστικά του τότε στην οικονομική, πολιτική και κοινωνική κρίση του 21ου αι.! Στην παράσταση που είδαμε στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης οι αντιδικίες και τα επιχειρήματα, από τα παιδαριώδη μέχρι τα πιο ριζοσπαστικά, είναι αυτά ακριβώς με τα οποία χορταίνουμε καθημερινά μέσα από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων. Κι όμως, το έργο δεν πρόδωσε με κανέναν τρόπο ούτε το παρελθόν ούτε τη σημερινή πολιτική κουλτούρα, χωρίς να ακουστεί ούτε μία φορά η Μασσαλιώτιδα, χωρίς να εμφανιστεί ούτε μία φορά η σημαία!

 

Καταφέρνει να δώσει ένα μάθημα πολιτικής ιστορίας και δημοκρατίας χωρίς να κάνει πολιτική ή στρατευμένη τέχνη, κάνοντας απλώς σπουδαίο θέατρο.


Ο τέταρτος τοίχος στο θέατρο έχει πέσει προ πολλού. Όταν λοιπόν ξεκίνησε η παράσταση –η οποία χωρίζεται σε τρία μέρη– με μια «συνέντευξη Τύπου» (θέαμα τρομερά οικείο πια σε όλους), οι χειροκροτητές τόσο επί σκηνής όσο και ανάμεσα στα καθίσματα (μια αμήχανη έκπληξη, μέχρι να συνειδητοποιήσει κανείς τη φύση των τόσων χειροκροτημάτων), όπως και ολόκληρη η πλατεία, υποδύονταν τα μέλη της Συνέλευσης,. Τις επόμενες 4,5 ώρες, η συχνά ολόφωτη πλατεία της Κεντρικής Σκηνής της Στέγης αλλά και εμείς, το κοινό, μέσω της θεατρικής σύμβασης, αποτελούσαμε μέρος του σώματος της Συνέλευσης των τριών τάξεων, δηλαδή του κλήρου, της αριστοκρατίας και του λαού.

 

Όσο η παράσταση προχωράει προς το τέλος της –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ολοκληρώνεται η ιστορία που αφηγείται– τόσο πιο πολύ σε κερδίζει. Φωτο: Elizabeth Carecchio
Όσο η παράσταση προχωράει προς το τέλος της –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ολοκληρώνεται η ιστορία που αφηγείται– τόσο πιο πολύ σε κερδίζει. Φωτο: Elizabeth Carecchio

 

Η ένταση ολόκληρου του α' μέρους έμοιαζε με οδοστρωτήρα. Με φόντο την οικονομική και πολιτική κρίση που έχει ξεσπάσει, είναι η πρώτη φορά που μετά από πολλά χρόνια ζητείται από τον λαό να εκφραστεί ελεύθερα και να εκλέξει αντιπροσώπους. Καθώς υπάρχει ο κίνδυνος οι δύο προνομιούχες τάξεις να συμμαχήσουν εις βάρος του λαού, η συνεδρίαση της Συνέλευσης πραγματοποιείται σε εκρηκτική ατμόσφαιρα. Οι φωνές, οι αλληλοκατηγορίες, οι συγκρούσεις μεταξύ των μελών, είτε προερχόμενων από αντίπαλες τάξεις είτε ακόμα και ομοϊδεατών, ο καταιγιστικός ρυθμός και λόγος με τον οποίο συνέβαιναν και λεγόντουσαν όλα αυτά σε έκαναν να νιώθεις ότι ζεις μια πραγματική κατάσταση, όπου οι ισορροπίες έχουν χαθεί. Το άρτιο στήσιμο της παράστασης, που υπογράφει ο ίδιος ο συγγραφέας, δεν παρεξέκλινε ποτέ και ως εκ τούτου οι υπέρτιτλοι δεν έχαναν ποτέ τις ατάκες των τέλεια εναρμονισμένων ηθοποιών. Από τη γαλήνια μακαριότητα του Λουδοβίκου ΙΣΤ', το μοναδικό ιστορικό πρόσωπο που κατονομάζεται, ο οποίος προσπαθεί να βρει τρόπο να κάνει φορολογικές μεταρρυθμίσεις στις οποίες δεν θα αντιταχθεί η τάξη του, μέχρι τον «τελευταίο» εξεγερμένο βουλευτή, ανάμεσά τους και ο πρωθυπουργός (οποίος συνεχώς κάπνιζε νευρικά, ανάβοντας το ένα τσιγάρο μετά το άλλο), οι ακραίες φωνές, οι μετριοπαθείς, οι ευγενείς, οι συμβιβασμένοι, οι υποκριτές και οι επαναστάτες, όλοι τους βρισκόντουσαν σε ένα ερμηνευτικό κρεσέντο που το πρώτο δίωρο σε εξόντωνε. Φανταζόμαστε ότι το ίδιο συνέβη και την εποχή της αιματηρής επανάστασης του 1789.

 

Τα δύο μέρη που ακολούθησαν (με δύο διαλείμματα) είχαν σαφέστερα μια πιο στέρεη θεατρική δομή (η κυριώς δράση εγκατέλειψε την πλατεία και μεταφέρθηκε επάνω στην σκηνή) με πολλή αγωνία και ενίοτε συγκίνηση, αίσθημα απειλής, φόβου και τρόμου, όταν οι αιματηρές συμπλοκές και η τρομοκρατία έπαιρναν ανεξέλεγκτες διαστάσεις (καπνοί και κρότοι σηματοδοτούσαν τα απειλητικά γεγονότα που «εισέβαλλαν» στο μινιμαλιστικό σκηνικό). Ενώ οι χαρακτήρες περιέγραφαν καταστάσεις που συνέβησαν 228 χρόνια πριν, οι ευφυείς ισορροπίες του Πομερά αναδείκνυαν αναγνωρίσιμες πρακτικές των τελευταίων δεκαετιών, κατά τη διάρκεια των οποίων η Ευρώπη μαστίζεται από οικονομικο-κοινωνικές κρίσεις ανάλογες με αυτές του τέλους του 18ου αι. Και ενώ οι ανθρώπινες εμμονές όσον αφορά τις ταξικές διαφορές, την ασυδοσία, τη ματαιοδοξία, την απελπισία και την επιθετικότητα μοιάζουν να παραμένουν αναλλοίωτα πανομοιότυπες και επαναλαμβανόμενες, ο Πομερά συχνά-πυκνά μπολιάζει την παράσταση με δόσεις χιούμορ που καταφέρνουν να αποσυμπιέσουν τις ακραίες καταστάσεις, π.χ. η λαμπερή είσοδος του βασιλιά με όρους αγώνα Super Bowl, υπό τους ήχους του «Final Countdown», σαν αυτή ενός σταρ των γηπέδων. Ωστόσο, δεν νιώθεις ούτε στιγμή ότι ο Πομερά σατιρίζει, δεν υποκύπτει καν στην ευκολία τού να πάρει θέση. Κρατάει με απίστευτη επιτυχία τις αποστάσεις, ενώ το σενάριό του διαπερνά τα συμβάντα σαν μια παρένθεση στην Ιστορία, σαν ένα μεγάλο επεισόδιο. Ένα γενναιόδωρο επεισόδιο που το αφηγείται σε μια γλώσσα γρήγορη, στρωτή, αλλά όχι επιδερμική. Καταφέρνει να δώσει ένα μάθημα πολιτικής ιστορίας και δημοκρατίας χωρίς να κάνει πολιτική ή στρατευμένη τέχνη, κάνοντας απλώς σπουδαίο θέατρο. Γιατί όσο η παράσταση προχωράει προς το τέλος της –χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ολοκληρώνεται η ιστορία που αφηγείται– τόσο πιο πολύ σε κερδίζει, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνεις ότι χάρη στην πειθαρχία και το ταλέντο των ερμηνευτών, αλλά πρωτίστως χάρη στην ευφυή αναχρονιστική αντιστοιχία και στη δραματουργική ακρίβεια του Πομερά έχεις δει ένα οικουμενικό αριστουργηματικό θεατρικό επίτευγμα.