Το μυθιστόρημα της Κάτιας Δημοπούλου «Βουτιά» είναι ένα παραληρηματικό αφήγημα μιας γυναίκας που θυμάται, που αναπολεί και στοχάζεται. Δεν είναι, όμως, μόνο αυτό. Είναι και η ιστορία της φιλίας δύο γυναικών, των οποίων τα μυστικά επιταχύνουν την εξέλιξη ακραίων καταστάσεων που καθώς αποκαλύπτονται αναδεικνύεται ένα είδος σύγχρονου θρίλερ στην καρδιά του Αιγαίου.


Στην αρχή νομίζεις ότι το κύμα σκέψεων που προκύπτει στην Ειρήνη, μια γυναίκα στα late '30s, είναι σαν μια πλημμύρα μέσα στο μυαλό της μετά από μια βουτιά στην καλοκαιρινή θάλασσα. Σαν η νέα γυναίκα να έκλεισε τα μάτια, ξαπλωμένη επάνω σε έναν βράχο, με τον καυτό ήλιο να καίει το σώμα, το μέτωπο, τα μαλλιά και το μυαλό και το νερό να διαχέεται ξαφνικά σε όλες της τις σκέψεις, να εισβάλει σε όλα τα «κεφάλαια» της ζωή της, να αλώνει το παρελθόν με τον πιο γλυκό τρόπο. Μια καταβύθιση σε μια ζωή που μόλις έκλεισε έναν κύκλο κι εκείνη αποτολμά έναν απολογισμό, μια ενατένιση της παιδικής ηλικίας, των υπέροχων στιγμών που εντυπώθηκαν στη μνήμη μαζί με αγαπημένους φίλους και φίλες σε εκδρομές, καλοκαίρια, θάλασσες και ομορφιές κάθε είδους. Συγχρόνως είναι και μια ενδοσκόπηση των φόβων και της αγωνίας μιας γυναίκας ευάλωτης στο πέρασμα του χρόνου και στο τέλος των πραγμάτων, όλων εκείνων που αγάπησε και τώρα χάνει ή φεύγουν από μόνοι τους, γιατί ήρθε η ώρα τους να αποχωρήσουν.

 

Αν το δει κανείς σαν ένα μακροβούτι στη μνήμη μιας γυναίκας, θα θεωρήσει τη «Βουτιά» ένα καθαρά γυναικείο βιβλίο. Θα το δει ως την αφήγηση μιας γυναίκας που έχει κλείσει τα μάτια και ξαπλωμένη επάνω σε έναν βράχο αφήνεται στον καυτό ήλιο, αναπολώντας τη χαμένη της νιότη.


Η Ειρήνη, μια δικηγόρος κύρους, μετά από ένα burn out πέφτει σε αδράνεια, ενώ η ζωή συνεχίζεται γύρω της με ένταση και δράση. Η παρηγοριά της κάθε νύχτα είναι τα όνειρα, αλλά εκείνη που θα τη βγάλει από την προσωπική της αφασία είναι η φίλη της η Έλλη, η οποία παθαίνει μια παράξενη και απειλητική προσωρινή αμνησία. Ένα ταξίδι μες στο κατακαλόκαιρο θα τις οδηγήσει στο Αιγαίο της ανεμελιάς και της νιότης τους κι εκεί θα διαδραματιστεί μια περιπέτεια. Ο Μάνος, ο αγαπημένος και των δύο, αλλά σύντροφος της Έλλης, είναι ένας παθιασμένος οικολόγος, μπλεγμένος σε αγωνιστικές κινήσεις ενάντια σε μεγάλα συμφέροντα τα οποία παίζουν καθοριστικό ρόλο στις ζωές και των τριών.


Με ημερολογιακή καταγραφή από την αρχή του μυθιστορήματος, ακολουθούμε το μηνολόγιο ενός καλοκαιριού το οποίο στη σκέψη της Ειρήνης μετατρέπεται σε λογοτεχνική υπόμνηση ενός θρίλερ που θα συντελεστεί και θα αποκαλυφθεί καθώς «εισβάλλουμε» στη μυστική ζωή μιας παρέας νέων ανθρώπων. Αφού αρχικά η συγγραφέας έχει σκιαγραφήσει μια Αθήνα που καίγεται τόσο στην πραγματική όσο και στην ονειρική διάσταση του προσωπικού μαγικού ρεαλισμού της πρωταγωνίστριας του βιβλίου, ακολουθούν οι περιγραφές αυτού του (ενδοσκοπικού) ταξιδιού στην απεραντοσύνη ενός θαλάσσιου τοπίου με προορισμό τα λημέρια της Ειρήνης αλλά και χωρίς πραγματικό προορισμό. Πρόκειται περισσότερο για μια τελευταία απόπειρα να αποδράσουν από το σαστισμένο παρόν της ζωής τους στην πόλη σε ένα σχεδόν άχρονο σύμπαν του ελληνικού καλοκαιριού.

 

Αν το δει κανείς σαν ένα μακροβούτι στη μνήμη μιας γυναίκας, θα θεωρήσει τη «Βουτιά» ένα καθαρά γυναικείο βιβλίο. Θα το δει ως την αφήγηση μιας γυναίκας που έχει κλείσει τα μάτια και ξαπλωμένη επάνω σε έναν βράχο αφήνεται στον καυτό ήλιο, αναπολώντας τη χαμένη της νιότη. Αν, πάλι, το δεις σαν ένα αφήγημα με σύγχρονους προβληματισμούς στο περιθώριο μιας ανέμελης ζωής, τότε αποκτάει μια δεύτερη διάσταση, σαφώς πιο περιπετειώδη και σύνθετη, από την οποία όμως πάντα αναβλύζει καλοκαιρινή αύρα.

 

Διαβάστε εδώ λεπτομέρειες για την αποψινή παρουσίαση.