Φωτό: Πάνος Μιχαήλ
Φωτό: Πάνος Μιχαήλ
#quote#

 

Μια γυναίκα ετοιμάζεται να σερβίρει τσάι. Ως γνωστόν, από την Αγγλία έως την Ιαπωνία μέρος της απόλαυσης που προσφέρει ένα φλιτζάνι τσάι έχει να κάνει με την τελετουργία σερβιρίσματός του. Πρόκειται για μία μικρή, φορμαλιστική πράξη από το θέατρο της καθημερινότητας, που καθόλου δεν πρέπει να υποτιμούμε, γιατί μέσω αυτής μεγαλύνεται το μικρό και ασήμαντο. Μου φαίνεται πως κάτι τέτοιο απασχολούσε τον Βαγγέλη Χατζηγιαννίδη όταν έγραφε τον Αέρα: η φυσική θεατρικότητα της ζωής μας σε ανύποπτες στιγμές και δραστηριότητες της καθημερινότητας.

 

Χτυπάει η πόρτα, η γυναίκα ανοίγει. Μπαίνει η αδελφή της, φιλιούνται με «μεγάλα, εμφατικά, απανωτά» φιλιά. Ο διάλογος που ξεκινά βασίζεται σε μικρές έως μονολεκτικές προτάσεις, όπου οι κοινοτοπίες ευγενούς συμπεριφοράς ή ασήμαντων πληροφοριών εναλλάσσονται με ανακοινώσεις για δυσάρεστα νέα που έχουν να πουν η μία στην άλλη. Μαθαίνουμε ότι προ σαρανταημέρου πέθανε η μητέρα τους, ότι παρευρέθηκαν η δεύτερη από τις αδελφές και ο Μεγάλος (αδελφός). Ο Μικρός (αδελφός), πεθαμένος πια, που είχε δεσμό μ' έναν καλλιτέχνη και αργότερα κλείστηκε σε μοναστήρι, είχε αφήσει με επιστολή του κάποιους πίνακες στην πρώτη αδελφή και στον Μεγάλο, που όμως διεκδικεί ως περιουσία του το μοναστήρι. Στην πορεία, με τον ίδιο ασθματικό καταιγισμό μικρών προτάσεων, με επιστροφές και αντιστροφές, αποκαλύπτονται σκοτεινές σελίδες από το παρελθόν της οικογένειας, το πρόβλημα της πρώτης με το σπίτι που θα κτιστεί μπροστά στο δικό της (και θα της κόψει τη θέα) αλλά και ο σκοπός της επίσκεψης της δεύτερης: έχει στα χέρια της δύο χαρτιά (μία διαθήκη που κληροδοτεί τα πάντα στην πρώτη αδελφή και μία επιστολή που ορίζει τελικό κληρονόμο τη μονή), με τα οποία θα επιδιώξει να ωφεληθεί από την κληρονομιά.

 

Η συζήτηση θα αναπτυχθεί σε δύο πράξεις: την ώρα του τσαγιού και την ώρα του δείπνου. Τι θα γίνει ακριβώς, δεν μαθαίνουμε. Μένουμε με την εντύπωση ότι οι δύο αδελφές θα συνεννοηθούν, μολονότι δεν συμπαθούν η μία την άλλη, προκειμένου να βάλουν στο χέρι τους πίνακες, βγάζοντας από τη μέση τόσο τη μονή όσο και τον Μεγάλο.

 

Το ενδιαφέρον, ωστόσο, με τον Αέρα (2011) του Χατζηγιαννίδη δεν έχει να κάνει με την υπόθεση, με τους γραμμένους διαλόγους που είναι φατικού τύπου, αλλά με όλα αυτά που κρύβονται πίσω από τις λέξεις: με συναισθήματα και συγκινήσεις διαφορετικής έντασης, άλλοτε ξεθωριασμένες από τον χρόνο που έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει κι άλλοτε «φρέσκες», αλλά φασματικές, αφού αφορούν σχέσεις που έχουν από καιρό εκμετρήσει τον βίον τους. Πρόκειται για μια γραφή παιγνιώδη που αξιοποιεί τεχνικές του θεάτρου του παραλόγου και η οποία έχει αξία μόνο εφόσον ζωντανεύει επί σκηνής.

 

Καθαρό θέατρο δηλαδή, που αναδεικνύεται με μια υποκριτική προσέγγιση ανάλογη αυτής που απαιτείται για το Περιμένοντας τον Γκοντό ή τις Ευτυχισμένες Μέρες του Μπέκετ. Η Σύλβια Λιούλιου που σκηνοθετεί την παράσταση στο ΠΟΛΗ Θέατρο έχει τη γνώση και την ευφυΐα να καταλάβει ότι αυτή η απλή ιστορία με τις δύο αδελφές που μοιάζουν να έρχονται από έναν αόριστο τόπο και χρόνο, όπως η Φλο, η Βι και η Ρου από το μικρό σκηνικό παίγνιο του Μπέκετ Πηγαινέλα, απαιτεί έναν κατ' επίφαση παράδοξο τρόπο, που θα ονόμαζα φορμαλιστικό ρεαλισμό. Οι κινήσεις τυποποιούνται και μαζί με τα βλέμματα και τους μορφασμούς δίνουν κωμικές συνδηλώσεις στον κατά τ' άλλα σοβαρό διάλογο. Οι κοφτές ατάκες της πρώτης πράξης δίνουν τη θέση τους σε πιο σύνθετες προτάσεις στη δεύτερη (πράξη), όπου το ύφος γίνεται πιο ρεαλιστικό και το θέατρο του παραλόγου μεταλλάσσεται σε μαύρη κωμωδία. Το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη ακολουθεί τις οδηγίες του συγγραφέα: δεν χρειάζεται κάτι περισσότερο από ένα τραπέζι και δύο καρέκλες, ενώ οι πολύπτυχες ροζ κουρτίνες ενισχύουν την εντύπωση του ονειρικού – που υπηρετούν εύστοχα τόσο τα μουσικά θέματα του Γιώργου Πούλιου όσο και οι φωτισμοί της Μελίνας Μάσχα.

 

Εννοείται, νομίζω, απ' όσα προανέφερα ότι ο Αέρας είναι έργο για δύο σπουδαίες ηθοποιούς, των οποίων η υποκριτική βιρτουοζιτέ είναι ο αναγκαίος και ικανός όρος για να ολοκληρωθεί και το ίδιο. Η δραματουργία του, με άλλα λόγια, αποκτά υπόσταση μόνο μέσω των ηθοποιών που το ερμηνεύουν. Ο συγγραφέας πρέπει να νιώθει ευτυχής που στην πρώτη σκηνική του ερμηνεία είδε το έργο του να ζωντανεύει από τη Ρένη Πιττακή και τη Ράνια Οικονομίδου. Η υποκριτική ευελιξία και οι δυνατότητες της πρώτης εκπλήσσουν πάντα ευχάριστα. Έχει, άλλωστε, μεγάλη εμπειρία σε έργα/παραστάσεις φορμαλιστικού ενδιαφέροντος και η άνεση με την οποία χειρίζεται τον ρόλο της είναι απολαυστική. Η Ράνια Οικονομίδου, πάλι, έχει υπηρετήσει ένα ρεαλιστικό, κατά κύριο λόγο, θέατρο. Γι' αυτό και η διαθεσιμότητά της στον Αέρα, με την κωμικά στυλιζαρισμένη κίνηση (σε επιμέλεια Αγγελικής Στελλάτου), τα απροσδόκητα βλέμματα και τους μορφασμούς, προκαλεί αμείωτο ενδιαφέρον.

 

Το θέατρο γεννήθηκε και συνεχίζει, καταρχάς, να υπάρχει επειδή ο άνθρωπος παίζει και μιμείται. Η ιστορία του έργου δεν μπόρεσε να κρατήσει το ενδιαφέρον μου, αλλά θα πρότεινα τον Αέρα για το μάθημα υποκριτικής που δίνουν η Ρένη Πιττακή και η Ράνια Οικονομίδου.