Κι ενώ είδαμε τη Ζιλί Ντικουρνό να ξεφεύγει με το Raw από τα στενά όρια του νέου κύματος του ακραίου γαλλικού σινεμά, του οποίου τα δείγματα στο πεδίο του σωματικού θρίλερ και της κανονικής ή υπαρξιακής φρίκης πληθαίνουν και πλαταίνουν εδώ και 15 χρόνια (από την οριακά ανυπόφορη Μαρίνα ντε Βαν ως το πηχτό, ακατάληπτο Demonlover του Ολιβιέ Ασαγιάς), ο Αλεξάντρ Αζά δεν μπορεί να αποφύγει την ασυνέπεια που υπονομεύει το visual ταλέντο του. Όπως και στην προηγούμενη ταινία του, το Horns, με τον Ντάνιελ Ράντκλιφ, όπου έχτισε την ακραία υπόθεση των κεράτων που φυτρώνουν στο μέτωπο ενός τύπου που διαρρηγνύει τα ιμάτιά του για την απουσία διαβολικότητας σε ένα πολύπλοκο ψυχολογικό οικοδόμημα, έτσι και στην Ένατη Ζωή του Λούι Ντραξ ξεκινά με γρήγορους ρυθμούς να αφηγείται το επίμονο φλερτ ενός 9χρονου παιδιού με τον θάνατο από τα βρεφικά του χρόνια. Ο Λούι φαίνεται να έχει εξαντλήσει τις 7 ψυχές του ή 9 ζωές, όπως προτιμούν να τις αποκαλούν οι αγγλόφωνοι, και του μένει ίσως μία, γεγονός που του δίνει ασυνήθιστη για την ηλικία του συναισθηματική ωριμότητα και προηγμένη διαίσθηση. Τον μεγαλώνει στενά, ασφυκτικά η όμορφη μητέρα του κι ένα αδιόρατο πρόβλημα με τον πατέρα του αρχίζει να γίνεται έντονο, διανθισμένο με κενά και ερωτηματικά.

 

Ο Αζά επιδιώκει ατμόσφαιρα μυστηρίου, καθαρά δανεισμένη από το Vertigo

 

 

Ο Αζά επιδιώκει ατμόσφαιρα μυστηρίου, καθαρά δανεισμένη από το Vertigo, καθώς η μητέρα/Σάρα Γκέιντον, μια ξανθιά με διφορούμενη, σέξι συμπεριφορά, το Σαν Φρανσίσκο και ο βράχος από τον οποίο κατρακυλά ο μικρός και πέφτει σε κώμα παραπέμπουν σε Χίτσκοκ, στην αγαπημένη του μοιραία ξανθιά και στο παλιό, καλό μυστηριώδες τέχνασμα που σιγοκαίει την ομορφιά του φόντου. Ωστόσο, ο Αζά και ο Μαξ Μινγκέλα, ο γνωστός ηθοποιός και γιος του Άντονι, ο οποίος και έγραψε το σενάριο, προσθέτουν τη μεταφυσική παρουσία ενός νοερού φίλου του Λούι, μιας φωνής της συνείδησης με τερατώδη μορφή. Και, για να μπερδέψουν ακόμη περισσότερο το κουβάρι, βάζουν τον Τζέιμι Ντόρναν στον ρόλο του ερευνητικά ανορθόδοξου γιατρού που ειδικεύεται σε περιπτώσεις κωματώδους κατάστασης και πιθανής ενσυνειδησίας των ασθενών. Ο κύριος Γκρέι δεν πείθει ούτε ως γιατρός, ούτε ως ερευνητής, ούτε ως ανορθόδοξος γενικά, παρά μόνο όταν κοιτάζει λάγνα (ναι, εκεί είναι γερός και προπονημένος) τη σέξι μητέρα του μικρού Λούι, ο οποίος κείται ανέκφραστος, αλλά πιθανώς καταλαβαίνει πολύ περισσότερα απ' όσο δείχνει και ίσως έχει έναν τρόπο να τα πει. Προς αποκατάσταση παρεξηγήσεων, ο Ντόρναν δεν ευθύνεται για την απασφάλιση των δραματικών κρίκων ούτε για την κατεύθυνση της ταινίας προς ένα λοξό πατινάζ ειδών, από τη μια ακαδημαϊκά αισθηματικό και από την άλλη σκοτεινό σαν παραμύθι του Τιμ Μπέρτον, με μια διστακτικότητα που φανερώνει πως οι δύο δημιουργικοί λοβοί του Αζά δεν διασταυρώθηκαν επί της ουσίας.