Το φιλμ Σύμμαχοι, πριν καν βγει στις αίθουσες, εντάχτηκε, και μαζί καταδικάστηκε, στην ελίτ ομάδα των μυθολογικά διχοτομημένων ταινιών, εκείνων που δημιουργούν ίντριγκα κινηματογραφικών διαστάσεων στο περιθώριο της κανονικής τους πλοκής – σαν την Κλεοπάτρα, χωρίς τον παραφουσκωμένο προϋπολογισμό και τις ασθένειες. Τα βλέμματα στρέφονται στις ομοιότητες: η σχέση των Πιτ-Τζολί γεννήθηκε και έσβησε μέσα στο σινεμά, από τον Κύριο και την Κυρία Σμιθ (οι κατάσκοποι-δολοφόνοι χωρίς επώνυμο) μέχρι το Δίπλα στη θάλασσα, ένα ρέκβιεμ φωτογενών επωνύμων. Ξεκίνησε με σφαίρες, βρισιές και πάταγο, σε χολιγουντιανό τέμπο, και τελείωσε με μια μερικώς και εντέχνως αυτοβιογραφική, ευρωπαϊκού τύπου ματιά στις σχέσεις και την απώλεια, έναν franco-μελαγχολικό απολογισμό βουτηγμένο στο ποτό, τα τσιγάρα και τα δειλινά πάνω στην Κυανή Ακτή. Οι Σύμμαχοι είναι η Γαλλίδα αντιστασιακή Μαριάν και ο Καναδός αξιωματικός της βρετανικής αντικατασκοπείας Μαξ, και πάλι δυο όμορφοι δολοφόνοι, ενωμένοι από τη μοίρα σε έναν ιερό σκοπό: να εκτελέσουν έναν ναζί αξιωματούχο στην Καζαμπλάνκα, διόλου συμπτωματικά το 1942. Πάνω στην ταράτσα, μέσα στο αυτοκίνητο, στο κέντρο της αμμοθύελλας, στην καρδιά του πολέμου και στα ανοιχτά της πραγματικότητας, ερωτεύονται. Όντως, τον ρεαλισμό τον αντιμετωπίζει πολύ χαλαρά ο Ρόμπερτ Ζεμέκις και δεν έχει πρόβλημα να το δηλώσει από την αρχή.

 

Οι Σύμμαχοι έχουν λιανό στόρι, «λίγη» πλοκή και τετριμμένο σασπένς. Το θέμα τους είναι η προδοσία, η αμφιβολία και η δοκιμασία.

 

Η ταινία στάζει μέλι για το Χόλιγουντ της χρυσής περιόδου, με την προφανή αναφορά στην Καζαμπλάνκα του Μάικλ Κερτίζ, σε ατμόσφαιρα κι ένα μικρό post παιχνίδι στη νοσταλγία. Εκεί που ο Ρικ του Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ με την Ίλσα της Ίνγκριντ Μπέργκμαν είχαν να θυμούνται για πάντα το Παρίσι, το λίκνο του έρωτά τους και την ουτοπία της ελευθερίας και της διαφυγής από ένα βρόμικο περιβάλλον που μυρίζει ψέμα και θάνατο, η Μαριάν και ο Μαξ, άγνωστοι μεταξύ τους και έμπειροι στις αλλαγές ταυτότητας, υποδύονται τους παντρεμένους. Το μέλλον τους εξαρτάται από τις εξελίξεις, την έκβαση της αποστολής τους, αλλά το παρελθόν τους είναι κινηματογραφικά συντεταγμένο από τις σινεφίλ αναφορές. Ο εξωτισμός της Καζαμπλάνκα και η επί του πλατό αναπαράσταση της εξιδανικευμένης βόρειας Αφρικής αντικαθίσταται από κρουστό έγχρωμο και μια αίσθηση «ταινίας μέσα στην ταινία» στις σκηνές εσωτερικών χώρων. Ο Ζεμέκις αγαπά την κλασική αφήγηση όσο λατρεύει την τεχνολογία και παρεμβαίνει ψηφιακά, στο μοντάζ και σε λεπτομέρειες, ακόμη και στο σιδερωμένο πρόσωπο του Μπραντ Πιτ, γιατί δεν τον βοηθά το σενάριο.

 

Τα πλούσια σκηνικά και τα (ατσαλάκωτα, ραμμένα στην πένα) κοστούμια της Τζοάνα Τζόνστον θριαμβεύουν, αν και σε ένα μουσειακό επίπεδο, φαντασίωσης σχεδόν, για οποιονδήποτε επαγγελματία καλείται να περιγράψει και να ντύσει εμβληματικές τοποθεσίες και υπέροχες φιγούρες.

 

Οι Σύμμαχοι έχουν λιανό στόρι, «λίγη» πλοκή και τετριμμένο σασπένς. Το θέμα τους είναι η προδοσία, η αμφιβολία και η δοκιμασία. Όταν πληροφορούν τον Μαξ πως η γυναίκα που ερωτεύτηκε και με την οποία έκαναν μια κόρη αντικατέστησε τη νεκρή Μαριάν Μποσεζούρ (που σημαίνει καλή διαμονή) και αποκωδικοποιεί πληροφορίες για τους Γερμανούς, επανέρχεται σε μια ενισχυμένη εκκρεμότητα καχυποψίας. Είναι όντως αλήθεια; Ισχύει ο έρωτάς τους; Μήπως το τεστ είναι μέρος μιας πλάνης ή μιας πλεκτάνης; Το θρίλερ στοιχείο του έργου αυτοπεριορίζεται από τη χιονοστιβάδα κλισέ και το τονισμένο ρομάντσο είναι ένα τανγκό για έναν, διότι η Κοτιγιάρ προσπαθεί, με μια ακροβατική ερμηνεία ανάμεσα στον παλιομοδίτικο εξπρεσιονισμό μιας Λουίζε Ράινερ και τη σύγχρονη registre που γνωρίζει καλά, ενώ ο Πιτ προχωρά μηχανικά, εκφράζεται νωχελικά και δηλώνει ωσεί παρών – λείπει το χιούμορ του Άδωξοι Μπάσταρδοι και η ένταση του Fury, οι προηγούμενες συμμετοχές του σε δράματα για, και όχι μόνο με φόντο τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τα πλούσια σκηνικά και τα (ατσαλάκωτα, ραμμένα στην πένα) κοστούμια της Τζοάνα Τζόνστον θριαμβεύουν, αν και σε ένα μουσειακό επίπεδο, φαντασίωσης σχεδόν, για οποιονδήποτε επαγγελματία καλείται να περιγράψει και να ντύσει εμβληματικές τοποθεσίες και υπέροχες φιγούρες. Το ουσιαστικό σχόλιο απουσιάζει. Και πώς είναι δυνατόν να επιλέγεις να επιστρέψεις σε μια ειπωμένη εποχή, αν δεν διαθέτεις ιστορία με αιχμή και στιβαρές προσωπικότητες ή αν δεν αντιδράς διά της παραβολής στα σημερινά γεγονότα, όπως έκαναν ο Στίβεν Σπίλμπεργκ με τον Τομ Χανκς στη Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν και στην επική τηλεοπτική σειρά «Band of Brothers», απαντώντας με τον τρόπο τους στις πολεμοχαρείς προθέσεις της κυβέρνησης Μπους;

 

Στους Συμμάχους δεν πιστεύεις λέξη από τους διαλόγους. Απλώς, το πρώτο μέρος στην Καζαμπλάνκα είναι χαζευτικό, χάρμα ιδέσθαι στην υπερβολή του, ενώ το δεύτερο μέρος του Λονδίνου μια φωσκολική ευκολία στη διαδοχή των καταστάσεων, άρρυθμη, γεμάτη επιτηδευμένες καθυστερήσεις και σκηνές που συχνά ψευτίζουν. Το μεγάλο μυστικό της Καζαμπλάνκα του 1942 είναι πως, ενώ ήταν μία από τις δεκάδες ταινίας της χρονιάς για τη Warner, περίπου της σειράς, μιλούσε σύγχρονα για τον πόλεμο, είχε μια αμεσότητα ενεστώτα (here's looking at you, kid), φτιάχνοντας την επιτυχία και αργότερα τον μύθο της από τις χρονικές και πολιτικές συγκυρίες, εκτός φυσικά από το ταλέντο των συντελεστών της – ας μην ξεχνάμε τον διφορούμενο Κλοντ Ρέινς και την «αρχή μιας ωραίας φιλίας» ή τον Μαξ Στάινερ στη μουσική, μαζί με την τρυφερότητα του σκληρού πρωταγωνιστή και την αποφασιστικότητα της όμορφης πρωταγωνίστριας. Ευτυχώς, οι Σύμμαχοι δεν έχουν διάθεση μεταμοντέρνου κανιβαλισμού του πρωτότυπου υλικού (αυτό το ξεπερασμένο χιουμοράκι του εξυπνάκια), αλλά, ως ένα εξωγήινο πάντρεμα επαγγελματισμού με τελειότητα, δεν έχουν λόγο ύπαρξης και δεν δημιουργούν αφορμή στη διαδρομή.