Παίρνοντας μια ενδιαφέρουσα απόσταση από κάθε κήρυγμα περί ηθικής, ο Ρουμάνος σκηνοθέτης Άντριαν Σιτάρου κοιτάζει κατάματα ένα από τα κορυφαία ζητήματα ηθικής, το οποίο προκύπτει κατά τη διάρκεια ενός ευχάριστου οικογενειακού γεύματος στο ξεκίνημα της ταινίας: τα τέσσερα παιδιά, δύο αγόρια και δύο κορίτσια, ενήλικοι όλοι, «ανακρίνουν» τον γυναικολόγο πατέρα τους για τη θέση εναντίον των εκτρώσεων που πήρε όταν δούλευε στο καθεστώς Τσαουσέσκου, ανασύροντας φαντάσματα απολυταρχικής συμπεριφοράς στα οποία ο ίδιος δεν έδωσε σημασία και δεν αισθάνεται τύψεις. Ο 60άρης απογοητεύεται και εκρήγνυται, αδυνατώντας να κρατήσει την ψυχραιμία του μετά την αρχική παράθεση των επιχειρημάτων του. Το δραματικό πρόβλημα είναι πως ένας γιος και μια κόρη του, δίδυμοι και ιδιαίτερα αγαπημένοι, διατηρούν ερωτική σχέση και το πρακτικό πρόβλημα που προκύπτει εξαπλώνεται σαν κατάρα αρχαιοελληνικής τραγωδίας και χρειάζεται επειγόντως μια λύση που δεν είναι καθόλου εύκολο να δοθεί.

 

Ανάμεσα στα επιστημονικά και ηθικά επιχειρήματα για το λεπτό ζήτημα της ζωής, η πολιτική σκιά πλανάται σε μια κοινωνία που, όπως είχαμε διαπιστώσει και στο 4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 ημέρες του Κριστιάν Μουνγκίου, δεν έχει ξεπεράσει την αντιδραστική επιβολή του νόμου με τον πολυπόθητο εκσυγχρονισμό και την αυτοδιάθεση. Ο Σιτάρου στήνει σχεδόν θεατρικά το κεντημένο σενάριό του, παρακολουθώντας στενά τα διλήμματα. Η προσθήκη της αιμομιξίας προκύπτει μεν από την ανάπτυξη, αλλά κυρίως χρησιμεύει καταλυτικά κι εμφατικά. Πρόκειται για έργο (μεστού) σεναρίου, με μία μόνο, σκηνοθετικά εμπνευσμένη, σκηνή, την τελευταία.