Ο Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και ο Ίνγκμαρ Μπέργκμαν έχουν παίξει μεγάλο ρόλο στο alter ego του Γούντι Άλεν: τα μεγάλα ηθικά διλήμματα που έλκουν την καταγωγή τους από τον Ρώσο συγγραφέα τα είδαμε τουλάχιστον σε δύο από τα καλύτερα δράματά του, το Crimes and Misdemeanors και το Match Ρoint, ευτυχώς ανακατεμένα με ευπρόσδεκτα ελαφρά στοιχεία. Με χλιαρά αποτελέσματα, ο Άλεν μιμήθηκε τον Σουηδό δημιουργό και τη γεωγραφία της ανθρώπινης απελπισίας στην πρώτη του «σοβαρή» απόπειρα, το Interiors.

 

Η Θλιμμένη Τζάσμιν είναι μια πολύ ευχάριστη κινηματογραφική έκπληξη με πολύ δυσάρεστο θέμα και κεντρική ηρωίδα μια γυναίκα σε απόγνωση, μια πρώην κυρία των σαλονιών της Ανατολικής Ακτής των ΗΠΑ, που πλήρωσε πολύ ακριβά τη φαινομενικά ανώδυνη και διακοσμητικά σουσουδίστικη συνήθειά της να κοιτάζει αλλού (και να σφυρίζει στον δικό της, σνομπ σκοπό), όταν έπρεπε να δίνει προσοχή στα απειλητικά σημάδια που τελικά την έφεραν στο ναδίρ. Διακριτική και εξίσου υποκριτική, η στάση της φανερώνει σοβαρή άρνηση με βιβλικές συνέπειες: η πρώην Τζάνετ που διάλεξε το όνομα Τζάσμιν ως πιο εύηχο και κλασάτο (και ο Γούντι Άλεν έκανε πονηρή παρήχηση με την «τζαζ», κυριολεκτικά και μεταφορικά) υπήρξε σύζυγος ενός πανίσχυρου, πάμπλουτου επενδυτή, ο οποίος χρεοκόπησε και τελικά αυτοκτόνησε στη φυλακή. Ντρεσαρισμένη στη χλιδή, η Τζάσμιν αναγκάζεται πλέον να ζητήσει καταφύγιο στο ταπεινό σπίτι της ετεροθαλούς, επίσης υιοθετημένης αδελφής της στο Σαν Φρανσίσκο και πασχίζει να προσαρμοστεί σε ένα προλεταριακό περιβάλλον, να πιάσει μια οποιαδήποτε δουλειά, να ανεχτεί ένα αφεντικό που της ρίχνεται, τους γκόμενους και τα παιδιά της αδελφής της, την απότομη αλλαγή, τις γύρω δονήσεις και τον νευρικό κλονισμό. Ρίχνει τα μούτρα της για να επιβιώσει και ουσιαστικά δεν έχει ιδέα ποιο είναι το ενδεδειγμένο μονοπάτι. Θεωρητικά, θα μπορούσε να ξεφύγει και να ξαναρχίσει από το μηδέν αν ήταν καλά στην υγεία της. Αλλά δεν είναι. Η ψυχή της είναι τσακισμένη χωρίς επιστροφή.

 

Η Τζάσμιν είναι μια έξυπνη παραλλαγή της Μπλανς Ντιμπουά, χωρίς το φιλμ Θλιμμένη Τζάσμιν να είναι άμεση αναφορά στο Λεωφορείον ο Πόθος του Τενεσί Γουίλιαμς. Είναι ευδιάκριτα Γούντι Άλεν, με ροή που διανθίζεται με πρόσωπα και περιστατικά αλλά που δεν επηρεάζουν δραστικά μια τραγωδία στο επίκεντρο, και με την υπόθεση να εμπνέεται από το πρόσφατο, κολοσσιαίο πατατράκ του απατεώνα χρηματιστή Μπέρνι Μάντοφ - ο Μάντοφ καταδικάστηκε επειδή έφαγε 65 δισεκατομμύρια δολάρια από πελάτες, ο γιος του αυτοκτόνησε και η γυναίκα του, η Ρουθ Άλπερν, κρατούσε τα βιβλία και έμπλεξε, όπως και η Τζάσμιν, μένοντας στον άσο, έχοντας κάνει ένα πέρασμα από το σπίτι της αδελφής της στη Φλόριντα. Οι ομοιότητες είναι πολλές, αλλά άμεσο κοινωνικό σχόλιο δεν υπάρχει. Ο Γούντι Άλεν ενδιαφέρεται για την προσωπική ακροβασία μιας γυναίκας που εφησύχασε σε κακουργηματικό βαθμό κι έχασε την ισορροπία της. Η Τζάσμιν δεν είναι αποκύημα φαντασίας όπως η νεραϊδοπαρμένη Ντιμπουά, μια συναρπαστική, υπερβολική ψυχολογική προβολή με ασαφές παρελθόν.

 

Με εναλλαγές ανάμεσα στα περασμένα μεγαλεία με τον άπιστο, γόη σύζυγο και τη χαοτική διαβίωση στο Σαν Φρανσίσκο, μαθαίνουμε λεπτομερώς το προφίλ της Τζάσμιν, τον (φαύλο) κύκλο στον οποίο ανήκε, τις φευγαλέες σκέψεις και τις άτσαλες αντιδράσεις της, το πώς κουκούλωνε επί χρόνια την αλήθεια και πόσο αυτοκαταστροφικά τη διαχειρίστηκε σε μια κρίσιμη στιγμή. Με άλλα λόγια, δικαιολογούμε το θρυμματισμένο ον που βλέπουμε να διασύρεται και να καταρρέει. Η Τζάσμιν είναι το αντίθετο από έναν άνθρωπο σε δίλημμα: πρόκειται για τον αποδέκτη πολλών χτυπημάτων που φέρει μερική ευθύνη, μα βασικά τιμωρήθηκε από μια σειρά γεγονότων και δεν έχει ουδεμία περαιτέρω επιλογή. Εξού και το δυσάρεστο θέμα μιας ταινίας που, παρά τις κωμικές ανάσες που προκύπτουν από το κοντράστ της ραφιναρισμένης μεγαλοαστής που προσγειώθηκε στον κόσμο των αγράμματων με τα ζωώδη ένστικτα (σαν κομεντί του '30 με την Κάρολ Λομπάρντ), αναδίδει πίκρα και αδιέξοδο.

 

Όλο το καστ είναι κουρδισμένο γύρω απο τη βουτιά της Τζάσμιν, με καλύτερο τον κωμικό Άντριου Ντάις Κλέι σε μια εντυπωσιακή αναβάθμιση από τον Φορντ Φερλέιν και τις προσβλητικές, κωμικές του μούτες. Στο Interiors ο Γούντι Άλεν είχε το άγχος να μιμηθεί τον δάσκαλο Μπέργκμαν. Με τη Θλιμμένη Τζάσμιν επιστρέφει στην Αμερική και διακόπτει πανηγυρικά την περιήγηση στις ευρωπαϊκές πόλεις (πάνω που το Ρίο ανακοίνωσε πως τον πληρώνει όσο όσο για να γυρίσει, τάχα μου, μια έντεχνη διαφήμιση της πόλης), κάνοντας τα δικά του, όπως τα ξέρει, καλά.