Από το 1993 και το πρώτο βιβλίο, ένα βιβλίο «λαβωμένου λυρισμού», που έκανε τον Irvine Welsh γνωστό σε όλο τον κόσμο, πέρασαν σχεδόν 25 χρόνια.
Από το 1993 και το πρώτο βιβλίο, ένα βιβλίο «λαβωμένου λυρισμού», που έκανε τον Irvine Welsh γνωστό σε όλο τον κόσμο, πέρασαν σχεδόν 25 χρόνια.

 

H παρέα του Εδιμβούργου δεν έχει πει ακόμη την τελευταία της λέξη. Και ίσως ούτε και αυτή, στην «Τέχνη της λεπίδας», να είναι η τελευταία της. Αν και τώρα πια οι κάποτε πιτσιρικάδες που την απάρτιζαν έχουν μεγαλώσει, και οι παλαιότεροι (όσοι δεν σκοτώθηκαν, με κάποιον από τους πολύ άσχημους και εξαιρετικά πρωτότυπους τρόπους που συνηθίζουν) γέρασαν, βάρυναν, παραδόθηκαν (κάποιοι, όχι όλοι) και παραιτήθηκαν από τα πάντα.

 

Έτσι συμβαίνει με όλους, έτσι θα συνέβαινε και με τη συμμορία τού «Trainspotting», σωστά; Ή έτσι δείχνουν τα πράγματα, τέλος πάντων, αν τα κοιτάξεις από μια κάποια απόσταση. Αν όμως κάνεις το λάθος να τα δεις από κοντά, τότε όλα αλλάζουν. Γιατί η βία και ο πόθος για καυτή, άσχημη και πρωτότυπη εκδίκηση είναι πάντα εκεί.

 

Από το 1993 και το πρώτο βιβλίο, ένα βιβλίο «λαβωμένου λυρισμού», που έκανε τον Irvine Welsh γνωστό σε όλο τον κόσμο, από εκείνες τις «ψηφίδες και τα θραύσματα της καθημερινής ζωής μιας παρέας νεαρών στην αδιάκοπη μετακίνησή τους από το παγωμένο περιθώριο στο εύφλεκτο κέντρο των σύγχρονων πόλεων», πέρασαν σχεδόν 25 χρόνια.

 

Είναι πολλά. Και, για όποιον από εμάς τα έζησε έχοντας την ίδια πάνω-κάτω ηλικία με τον Welsh και τους ήρωές του, φαντάζουν ακόμη περισσότερα: μοιάζουν μια ολόκληρη ζωή, που πέρασε, χάθηκε και πάει. Και, κατά πολλές έννοιες, ευτυχώς που είναι πια παρελθόν. Παραήταν δύσκολη και βαριά. Έχει στ' αλήθεια χαθεί όμως;

 

Η «Τέχνη της λεπίδας» του 2016, που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, είναι ένα μυθιστόρημα για την παρέα του «Trainspotting» είκοσι χρόνια μετά από την πρώτη φορά που τους γνωρίσαμε. Διαδραματίζεται σήμερα και είναι το πιο σκοτεινό και το πιο σκληρό βιβλίο της τετραλογίας.

 

Το «Trainspotting» διαδέχτηκε το «Πορνό» (2002), ένα μυθιστόρημα για την παρέα του «Trainspotting» δέκα χρόνια μετά («Μια παρέα που σχεδιάζει ακόμα το μεγάλο κόλπο, που στήνει ακόμα τη μεγάλη κομπίνα, που παλεύει ακόμα για την πρώτη θέση ενώ το τρένο της ζωής της κινδυνεύει να εκτροχιαστεί από στιγμή σε στιγμή με ιλιγγιώδη ταχύτητα»), ενώ απέκτησε και ένα prequel το 2012, τους «Skagboys», την ιστορία της παρέας («Από φερέλπιδες νέοι, εξαρτημένοι περιθωριακοί») δέκα χρόνια πριν.

 

Η «Τέχνη της λεπίδας» του 2016, που μόλις κυκλοφόρησε και στα ελληνικά, είναι ένα μυθιστόρημα για την παρέα του Trainspotting είκοσι χρόνια μετά από την πρώτη φορά που τους γνωρίσαμε. Διαδραματίζεται σήμερα και είναι το πιο σκοτεινό και το πιο σκληρό βιβλίο της τετραλογίας, αλλά και το πιο «μοντέρνο», αν θέλετε, καθώς σε πάρα πολλά, και πρωτίστως στα μάτια κάποιου μη εξοικειωμένου με το σύμπαν του Welsh (το μυθιστόρημα διαβάζεται αυτοτελώς, δεν χρειάζεται να ξέρεις τα προηγούμενα), σε πρώτο επίπεδο θυμίζει ένα σύγχρονο απαστράπτον μπεστ-σέλερ.

 

Όμως τα πράγματα δεν είναι όπως φαίνονται, και πίσω από καθετί οικείο ως προς τους λογοτεχνικούς τρόπους κρύβεται μια καταπιεσμένη οργή και μια δίψα για καταστροφή που δύσκολα τη συναντάμε οπουδήποτε αλλού. Μια λάβα που βρίσκει κρυφές διόδους για να τιναχτεί και να κυλήσει ξανά και ξανά, αγκαλιάζοντας παράφορα όποιον «πρέπει» να φύγει από τη μέση.

 

Ο Φρανκ Μπέγκμπι, που ως γνωστόν είναι ένας ημιπαρανοϊκός και απρόβλεπτος υπερβίαιος τύπος, τώρα πια ζει, ω του θαύματος, ως καλλιτέχνης στην άλλη άκρη του Ατλαντικού, στην Καλιφόρνια, και με άλλο όνομα - όλοι εκεί τον ξέρουν σαν Τζιμ Φράνσις. Έχει αφήσει το Εδιμβούργο και την παλιά ζωή του πίσω, χάρη στη θεραπεύτριά του στη φυλακή, τη Μέλανι, με την οποία έχουν παντρευτεί και έχουν κάνει και δυο κόρες.

 

Σιχαίνεται το παρελθόν του, το μισεί, και περνά τη μέρα του, όσο δεν είναι με την οικογένειά του (και όσο δεν ενοχλεί κανείς τα κορίτσια του — γιατί τότε το πράγμα αλλάζει και γίνεται κατακόκκινο και μαύρο), στο στούντιό του, επεξεργαζόμενος τις προτομές διασήμων που κομματιάζει με τα μαχαίρια του, με τις λεπίδες του τίτλου. Και πληρώνεται αδρά για αυτό, καθώς έχει γίνει ένας από τους πιο hot σύγχρονους γλύπτες της Αμερικής.

 

Ωστόσο, έχει αφήσει άλλα δύο παιδιά πίσω, δυο αγόρια – όχι ότι τα θυμάται βέβαια, και όχι ότι υπήρξε ποτέ πραγματικός τους πατέρας. Ήταν καρποί κάποιων νυχτοπερπατημάτων, και ο ίδιος δεν αναπολεί ποτέ ούτε καν τα ονόματά τους.

 

Κάποια στιγμή, ο ένας από αυτούς, ο Σον, μαχαιρώνεται, σφάζεται με δεκάδες μαχαιριές σε ένα διαμέρισμα γεμάτο ναρκωτικά. Η νόρμα ορίζει πως πρέπει να παρευρεθεί στην κηδεία του γιου του. Και η συνέχειά της του επιβάλλει να ψάξει τους δολοφόνους, να τους βρει και να τους εκτελέσει. Όλοι οι συντοπίτες του το ξέρουν αυτό. Και ξέρουν ότι το ξέρει κι εκείνος. Και απλώς περιμένουν να δουν πώς θα τους βρει – και τι θα τους κάνει μόλις τούς βρει.

 

 

 

«Ωραία», λέει ο Φρανκ Μπέγκμπι. Ξέρει πώς πάει το πράγμα. Οι μπάτσοι δεν πρόκειται να κάνουν το έξτρα βήμα για να βρουν τον ένοχο. Ανακαλύπτει τώρα, με μια απογοήτευση, πως δύσκολα μπορεί να τους κατηγορήσει. Ο Σον, όπως κάποτε και ο ίδιος, ήταν προφανώς χαμένη υπόθεση από καιρό και θα συνέχιζε να σπέρνει το χάος γύρω του αν ζούσε. Γιατί ν' ασχοληθείς με τέτοια άτομα όταν μπορείς απλώς να τους αφήσεις να εφαρμόσουν τις μεθόδους τους και να εξουδετερώσουν ο ένας τον άλλον; Παρ' όλους τους αναιμικούς και περιορισμένης κλίμακας ισχυρισμούς μας για το αντίθετο, η αλήθεια είναι πως έχουμε απομακρυνθεί από τη δημοκρατία, την οικουμενικότητα και την ισότητα ενώπιον του νόμου κι έχουμε υιοθετήσει de facto μια αυστηρά ιεραρχική και ελιτίστικη άποψη για τον κόσμο. Όσοι βρίσκονται στη βάση της πυραμίδας δεν υπολογίζονται, αρκεί να απειλούν μόνο ο ένας τον άλλον.

 

Μετά από αυτά, και ενώ στην αρχή όλα δείχνουν κάπως νωθρά, σαν να τα τυλίγει μία ομίχλη που πηγάζει από κάτι παλαιικό και αρχέγονο, ο Μπέγκμπι και οι συντοπίτες του —πρώην σύντροφοί του οι περισσότεροι, παλιόφιλοι, παιδιά της γειτονιάς— θα επιβιβαστούν εκόντες-άκοντες σε ένα τρενάκι που θα τους κατεβάσει ολοταχώς στην Κόλαση, τον πιο οικείο για όλους αυτούς τόπο ψυχαγωγίας, αφήνοντας πίσω τους πτώματα, φλεγόμενους ανθρώπους που τρέχουν για να βρουν έναν γκρεμό μπας και λυτρωθούν, πηγάδια με πεταμένους από ψηλά φίλους, νεκρά σκυλιά, άνευ λόγου κατεστραμμένους καμβάδες πανάκριβης ζωγραφικής και κορίτσια που θα κοιμηθούν μαζί σου για λίγα χάπια, μέχρι το προτελευταίο κεφάλαιο που είναι η ίδια η Κόλαση — και που θέλει να έχεις ατσάλινα νεύρα για να το γράψεις, πόσο δε μάλλον για να το διαβάσεις.

 

Στο μεταξύ, ο Welsh θα ανασκαλεύει το παρελθόν του Μπέγκμπι, θα εξετάζει και θα ερευνά τις ρίζες της διαταραχής του και της βίαιης φύσης του, θα συνδιαλέγεται με τη Μέλανι και θα μας μιλά για τη γλυπτική, το μποξ και το ροκ, με έναν ήρεμο, αποστασιοποιημένο τρόπο, σαν να περιγράφει ένα ναρκοπέδιο λίγο πριν περάσει από εκεί και το τσαλαπατήσει μία παρέα αμέριμνων περιπατητών.

 

Ωραία μετάφραση από τον Θάνο Καραγιαννόπουλο. Όλα τα βιβλία του Welsh κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Οξύ.