H «Υπόθεση Λέβενγουορθ» είναι με διαφορά το καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα της χρονιάς που κυκλοφορεί ή που θα κυκλοφορήσει στη γλώσσα μας.
H «Υπόθεση Λέβενγουορθ» είναι με διαφορά το καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα της χρονιάς που κυκλοφορεί ή που θα κυκλοφορήσει στη γλώσσα μας.

 

Όπως συμβαίνει αρκετά συχνά, όλοι ξέραμε την Anna Katharine Green, ή έτσι νομίζαμε, αλλά κανείς μας δεν την είχε διαβάσει. Με την εξαίρεση τριών διηγημάτων της που κυκλοφόρησαν σε ένα τομίδιο με το «Ποντίκι» το 2009 (γενικός τίτλος: «Ο ερημίτης της οδού», μετάφραση Ασημίνα Μητσομπόνου, 95 σελ.), και που μάλλον πέρασαν χωρίς να τους δοθεί καμία σημασία, δεν υπήρχε μέχρι τώρα άλλο έργο της στα ελληνικά. Παρά ταύτα, η Γκριν μάς ήταν παραδόξως γνωστή ως «η συγγραφέας που ενέπνευσε και επηρέασε την Άγκαθα Κρίστι».

 

Η Γκριν, λοιπόν, είναι πολλά περισσότερα από αυτό. Και η «Υπόθεση Λέβενγουορθ» είναι με διαφορά το καλύτερο αστυνομικό μυθιστόρημα της χρονιάς που κυκλοφορεί ή που θα κυκλοφορήσει στη γλώσσα μας. Σπουδαίο βιβλίο. Μεγάλο εύρημα. Οι Έλληνες αναγνώστες —όλοι οι φαν τού Αστυνομικού ασφαλώς, αλλά ακόμη και όσοι δεν γνωρίζουν καλά το είδος ή και δεν το υπολήπτονται καν, και φυσικά όσοι αγαπούν τη λογοτεχνία του 19ου αιώνα— θα το απολαύσουν.

 

Η Γκριν είναι η πρώτη που γράφει καθαρόαιμη detective fiction, θέτοντας εκ νέου τις βάσεις της Αστυνομικής Λογοτεχνίας, ή καλύτερα οικειοποιούμενη και επανακαθορίζοντας τον ποεδικό κανόνα και εκτοξεύοντάς τον σε μεγάλα ύψη.

 

Στην Εισαγωγή του μεταφραστή (ο Ερρίκος Μπαρτζινόπουλος παραδίδει μία έξοχη, ζηλευτή δουλειά) μαθαίνουμε όλα τα απαραίτητα για τη ζωή και το έργο της Γκριν. Έχοντας, όπως μάς λέει, τη σπάνια για την εποχή εκείνη τύχη να σπουδάσει σε κολέγιο (η Γκριν γεννήθηκε το 1846 στους κόλπους μίας παλιάς οικογένειας της Νέας Αγγλίας), εγκατέλειψε νωρίς την ποίηση, στην οποία είχε αρχικά αφοσιωθεί, και, με την παρότρυνση της μητριάς της, αποφάσισε να ασχοληθεί με τη μυθιστοριογραφία. Παρακολουθώντας από πολύ κοντά την καριέρα του πατέρα της, που ασκούσε τη δικηγορία σε υψηλό επίπεδο, έμαθε τα πάντα για τη δουλειά του, καθώς και για την αστυνομία και τον τρόπο λειτουργίας της, για τα δικαστήρια, για το κληρονομικό δίκαιο και για τις ποικίλες άλλες αστικές και μη υποθέσεις που κατέληγαν σε δίκη. Δούλεψε επί έξι χρόνια πάνω στο χειρόγραφό της και μόνο όταν αισθάνθηκε αρκετά σίγουρη τόλμησε να το δείξει στον πατέρα της. Εκείνος τής έκανε πολλές παρατηρήσεις, σαν γνήσιος editor, το έδωσε κατόπιν και σε έναν δικαστή για να διορθώσει τυχόν λάθη επί της διαδικασίας, και τέλος, αφού η κόρη του έκανε πράγματι ό,τι την είχε παροτρύνει να κάνει, το έστειλε ο ίδιος στον εκδοτικό οίκο του Τζορτζ Πάτναμ. (Διαβάζοντας βέβαια το όνομα, ένας σημερινός βιβλιόφιλος μπορεί μόνο να ανατριχιάσει: Putnam). Ο εκδότης δέχτηκε το έργο, υπό τον όρο να κόψει η νεαρή συγγραφέας περί τις 60.000 λέξεις! Πολλές... Μάλλον σοφή συμβουλή όμως — ή καλύτερα απαίτηση. Η Γκριν δέχτηκε και το βιβλίο βγήκε το 1878, όταν η συγγραφέας του γινόταν τριάντα δύο ετών. Μέσα στα επόμενα δεκαπέντε χρόνια θα πουλούσε 750.000 αντίτυπα, ένα απίθανο νούμερο, η Άννα Κάθριν Γκριν θα γινόταν παραπάνω από διάσημη, προϊόντος του χρόνου θα αποκαλούνταν τιμητικά από όλους «μητέρα του αμερικανικού αστυνομικού μυθιστορήματος» και θα εξέδιδε έκτοτε άλλα 40 μυθιστορήματα, μέχρι σχεδόν τα ογδόντα της οπότε και σταμάτησε να γράφει, μία δωδεκαετία πριν τον θάνατό της, το 1935. Θα προλάβαινε, φυσικά, να διαβάσει αρκετά από τα μυθιστορήματα της Κρίστι, της «Άννας Κάθριν Γκριν του 20ού αιώνα», που κυκλοφόρησε τον πρώτο της Πουαρό το 1920.

 

Επηρεασμένη η ίδια από τον άνθρωπο που γέννησε το Αστυνομικό (αλλά και τον Τρόμο, και εν πολλοίς όλο αυτό που γενικά λέμε Φανταστικό), τον μέγιστο των μεγίστων Έντγκαρ Άλαν Πόε, πήρε όλα τα στοιχεία των «Φόνων της οδού Μοργκ» που είχαν δημοσιευτεί το 1841, και τα απογείωσε: έχουμε λοιπόν εδώ ένα αποτρόπαιο έγκλημα «κλειστού δωματίου», τον φόνο ενός εξαιρετικά πλούσιου αστού στο γραφείο του, έναν ιδιοφυή ντετέκτιβ που ερευνά εξονυχιστικά τον χώρο, ανακρίνει τους υπόπτους και αφήνει τη φαντασία του να συμπληρώσει τα κενά, τον συμπαθητικό και λίγο αφελή βοηθό του που μένει πρώτος αυτός έκθαμβος από τις ανακαλύψεις του φίλου του, και διάφορους υποψήφιους για το φονικό, εκ των οποίων άλλους συμπαθούμε λιγότερο και άλλους περισσότερο. (Σημείωση: δεν θα βρείτε τον δολοφόνο). Όλα αυτά δηλαδή που μετά από αρκετά χρόνια, εκκινώντας το 1887, θα γίνονταν κοινός τόπος χάρη στον Άρθουρ Κόναν Ντόιλ και τον Σέρλοκ Χολμς του — και τον Γουάτσον. Η Γκριν όμως είναι η πρώτη που γράφει καθαρόαιμη detective fiction, θέτοντας εκ νέου τις βάσεις της Αστυνομικής Λογοτεχνίας, ή καλύτερα οικειοποιούμενη και επανακαθορίζοντας τον ποεδικό κανόνα και εκτοξεύοντάς τον σε μεγάλα ύψη.

 

 

 

Όλα αυτά ίσως θα έφταναν —και με το παραπάνω—, αν δεν είχαμε να κάνουμε εδώ και με μία στιλπνή, πανέμορφη, καλοκεντημένη πρόζα, που πραγματικά είναι απόλαυση να τη διαβάζει κανείς. Η Γκριν δεν επαναπαύεται στο μυστήριο και στην ευφάνταστη, επίσης ψιλοδουλεμένη και άρτια λύση του, αλλά γράφει και μαγευτικά:

«Είπατε πως αν διακήρυττα την αθωότητά μου θα με πιστεύατε», δήλωσε σηκώνοντας το κεφάλι της καθώς έμπαινα. «Κοιτάξτε!» Και ακουμπώντας το μάγουλό της πάνω στο ωχρό μέτωπο του νεκρού ευεργέτη της φίλησε τα παγωμένα χείλη απαλά στην αρχή, με πάθος στη συνέχεια, και μετά σηκώθηκε και είπε με σιγανή φωνή αλλά έντονη συγκίνηση: «Θα μπορούσα να το κάνω αν ήμουν ένοχη; Δεν θα πάγωνε η ανάσα στα χείλη μου, το αίμα στις φλέβες μου, δεν θα έσβηνε η ζωή στην καρδιά μου;»

 

Μολονότι δεν έχουμε να κάνουμε και με ένα πρώιμο φεμινιστικό μυθιστόρημα, όπως κατατείνουν κάποιοι κριτικοί, οι γυναικείοι χαρακτήρες της Γκριν είναι έξοχοι — πραγματικά έξοχοι. Οι δύο πρωταγωνίστριες, η Μαίρη και η Ελεάνορ, δικαίως θεωρούνται εμβληματικοί χαρακτήρες της παγκόσμιας αστυνομικής λογοτεχνίας. Κι ας είναι και οι δυο τους θύματα περισσότερο παρά «ηρωίδες».

 

Ξανθιά, χλομή, υπερήφανη, ευαίσθητη· σαν κρίνος μέσα στο ακριβό κρεμ ρούχο της, που αλλού σφιχταγκάλιαζε κι αλλού κρεμόταν χαλαρά γύρω από το καλλίγραμμο σώμα της· με το ελληνικό μέτωπό της στεφανωμένο με κατάξανθους βοστρύχους, ανασηκωμένο και αποπνέοντας δύναμη· ένα τρεμάμενο χέρι να σφίγγει το μπράτσο της καρέκλας της, το άλλο απλωμένο, να δείχνει κάποιο μακρινό αντικείμενο μέσα στο δωμάτιο — η όλη παρουσία της ήταν τόσο υπέροχη, τόσο αναπάντεχη, τόσο εντυπωσιακή, που κράτησα έκπληκτος την ανάσα μου, στην πραγματικότητα αμφιβάλλοντας προς στιγμήν αν ήταν γυναίκα με σάρκα και οστά αυτή που έβλεπα ή διάσημη ιέρεια που αναδύθηκε διά μαγείας από την αρχαία ιστορία για να εκφράσει με μια τρομερή χειρονομία την αγανάκτηση όλων των οργισμένων γυναικών.

 

 

 

Αλλά η Γκριν έχει και πολύ χιούμορ:

«Δεν ξέρουμε τι είδε, όπως δεν ξέρουμε και τι είδε η κυρία Μπέλντεν. Οι γυναίκες είναι ένα μυστήριο και, παρόλο που κολακεύομαι να πιστεύω ότι είμαι ισάξιος της εξυπνότερης γυναίκας που γεννήθηκε ποτέ, πρέπει να πω ότι σ' αυτή την υπόθεση αισθάνομαι τελείως και επαίσχυντα μπερδεμένος».

 

Ο ντετέκτιβ Εμπενέζερ Γκράις, τέλος, που θα πρωταγωνιστήσει σε πολλά μυθιστορήματα της Γκριν, είναι μία ευρηματική φιγούρα, πρόγονος ασφαλώς του Ηρακλή Πουαρό, όπως είπαμε, και κοντινός συγγενής του Χολμς, οπωσδήποτε ιδιόρρυθμος και πραγματικά άσος στη δουλειά του. Εννοείται, δε, ότι καταρτίζει καταλόγους απαριθμώντας τα βασικά σημεία της υπόθεσης, ενώ στο τέλος συγκεντρώνει όλους τους εμπλεκομένους στο μυστήριο στο αναπόφευκτο σαλόνι, σε μία κατ' αντιπαράσταση, και αρκούντως θεατρική, εξιστόρηση —και αναθεώρηση— των συμβάντων:

«Σας περίμενα εδώ», είπε σοβαρά, «για να σας ζητήσω να συμμετάσχετε στη συζήτηση που πρόκειται να ακολουθήσει, ανεξάρτητα από την εξέλιξη που μπορεί να έχει. Εγώ θα μιλάω, εσείς θ' ακούτε. Ούτε και θα πρέπει να εκπλαγείτε με οτιδήποτε μπορεί να πω ή να κάνω. Είμαι σε φιλοπαίγμονα διάθεση».

 

Μία σπουδαία έκδοση, στη νέα σειρά των Εκδόσεων Gutenberg υπό τον τίτλο Aldina/Μυστήριο, που διευθύνει η Ζωή Μπέλλα-Αρμάου.