Σε αυτήν της μεγάλης κλίμακας κινηματογραφική προβολή στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, ο Νοτιοαφρικανός William Kentridge παρουσιάζει μια πομπή από σκιώδεις φιγούρες που προχωρούν υπό τους ήχους μιας ορχήστρας με χάλκινα πνευστά. Ένα καραβάνι σκιών σαράντα μέτρων προβάλλεται σε οκτώ οθόνες, παραπέμποντας στο μεσαιωνικό danse macabre. Ωστόσο, η πομπή αυτή έχει να κάνει περισσότερο με τη ζωή παρά με τον θάνατο. Το θέαμα των ανθρώπων που συντρίβονται υπό το βάρος των πραγμάτων τους, ενώ οδεύουν προς ένα άγνωστο μέλλον, φέρνει αναπόφευκτα στον νου την προσφυγική κρίση. Το μοτίβο της πομπής μεταμορφώνεται έτσι σε διαχρονικό σύμβολο μετακίνησης, φυγής και πολιτικών αλλαγών.

 

Ο Κέντριτζ θίγει το ζήτημα της υπαρξιακής μοναξιάς του περιπλανώμενου οδοιπόρου, απεικονίζοντας ανθρώπους να περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλον, από τη μια χώρα στην άλλη, από τον γνώριμο τρόμο του πολέμου στον φόβο και την ελπίδα του άγνωστου προορισμού. Ο τίτλος της παράστασης εμπνέεται από τον στίχο ενός ποιήματος του Πάουλ Τσέλαν: «Παίξτε τον θάνατο ακόμα πιο γλυκά». Όμως ο Κέντριτζ δεν απεικονίζει έναν χορό νεκρών, αλλά μια λιτανεία από σκιές που παρελαύνουν μέσα στο σπήλαιο του Πλάτωνα.