
Με αφορμή το κάψιμο της Συναγωγής στα Χανιά, γίνονται έρευνες προκειμένου να διαπιστωθεί αν τα άτομα που συμμετείχαν ανήκουν ή συνιστούν «ομάδα μίσους».
Παρ’ όλο που το θέμα δεν πήρε εκτεταμένη δημοσιότητα, παρ’ όλο που δεν εκφράστηκαν δημοσίως όχι καν έντονες, αλλά έστω και στοιχειώδεις διαμαρτυρίες για το συμβάν (με εξαίρεση μόνο τον κ. Μητσοτάκη που το καταδίκασε), το γεγονός είναι ένα ακόμη δείγμα της βίας που διατρέχει την ελληνική κοινωνία και ψάχνει ευκαιρίες προκειμένου να εκδηλωθεί.
Οι διωκτικές αρχές των Χανίων έχουν ήδη συλλάβει τρία από τα πέντε άτομα που έκαψαν δυό φορές μέσα σε έντεκα μέρες την εβραϊκή συναγωγή της πόλης. Πρόκειται για δύο Βρεττανούς, 33 και 23 ετών, οι οποίοι εργάζονται ως πορτιέρηδες σε νυκτερινά κέντρα της παλιάς πόλης κι έναν 24χρονο έλληνα, καταγόμενο από το Ηράκλειο. Αναζητούνται ακόμη δύο άτομα, αμερικανοί υπήκοοι, για τους οποίους δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία ταυτότητας.
Την 16η Ιανουαρίου ο ένας εκ των δύο Βρεττανών πυρπόλησε τη βιβλιοθήκη της συναγωγής κάνοντας στάχτη 2500 σπάνια βιβλία και θρησκευτικά κειμήλια, 2 ηλεκτρονικούς υπολογιστές και 300 ψηφιακούς δίσκους, προξενώντας επίσης σημαντικές ζημιές στον κεντρικό λατρευτικό χώρο.
Τη δράση της ομάδας ομολόγησε ο 24χρονος Κρητικός, ενώ οι Βρεττανοί σιωπούν.
Παράλληλα συνεχίζεται η προανάκριση για να διαπιστωθεί η εμπλοκή ή όχι των φερόμενων ως δραστών και σε ρατσιστικού τύπου επιθέσεις στα Χανιά εναντίον έγχρωμων οικονομικών μεταναστών.
Από τα συμβάντα προκύπτει ένα σοβαρό ζήτημα: αν και η Ελλάδα αποκτάει τις λεγόμενες «ομάδες μίσους», κάτι που είναι διαδεδομένο στις ΗΠΑ.
«Ως «ομάδα μίσους» ορίζεται μια κοινωνική ομάδα που δηλώνει το μίσος της προς κάποια άλλη απλώς και μόνο βάσει του χρώματος του δέρματός της, της θρησκείας της κ.λπ. Να ξεκαθαρίσουμε ότι τέτοιες ομάδες δεν πρέπει να συγχέονται με τρομοκρατικές οργανώσεις: δεν κρύβονται, εκφράζουν δημόσια μια ιδεολογία μίσους (με συγκεντρώσεις και παρουσία στο διαδίκτυο) και συχνά εμπλέκονται σε εγκληματικές πράξεις.»
«Στη χώρα μας πάντως έχουν εμφανιστεί νέες ακροδεξιές οργανώσεις, οι οποίες πληρούν τις προδιαγραφές των ομάδων μίσους».
[πηγή πληρ. Καθημερινή, 23/1/10 κ.Π.Χουλάκης/Η.Μαγκλίνης]
Το θέμα του αντισημιτισμού ταλανίζει μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού και για πολλούς αιώνες και η Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία έχει συμβάλει με τον τρόπο της υποκινώντας το και διαιωνίζοντάς το.
Είναι κι αυτό ένα ακόμη δείγμα ρατσισμού και εθνοκεντρικότητας.
Σταχυολογώ μερικά αποσπάσματα από άρθρα που δημοσιεύθηκαν στον τύπο τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την πυρπόληση της Συναγωγής των Χανίων.
«…Θυμίζω επίσης ότι, την περασμένη άνοιξη, αρνητής του Ολοκαυτώματος αθωώθηκε από το Εφετείο για ένα βιβλίο του, όπου οι Ισραηλίτες αναφέρονται ως «υπάνθρωποι», επειδή οι δικαστές έκριναν τις απόψεις του... «επιστημονικές»! Πώς είναι δυνατόν; Γιατί να μην είναι, όταν Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος τυπώνουν κείμενα, αποδιδόμενα στον Κοσμά τον Αιτωλό, που κηρύττουν το μίσος κατά των Εβραίων; Εκεί μπορείτε να διαβάσετε, λ.χ., πως οι Εβραίοι γιορτάζουν πίνοντας το αίμα χριστιανόπουλων, πώς κρατούν για τους εαυτούς το μπροστινό μέρος του αρνιού, ενώ το πίσω το πωλούν στους Χριστιανούς, αφού προηγουμένως ουρήσουν εντός του και άλλα εξίσου παρανοϊκά.
Το χαρακτηριστικότερο παράδειγμα του υποδόριου αντισημιτισμού μας είναι στην περίπτωση της Θεσσαλονίκης. Κάθε πολιτικάντης που σέβεται τον εαυτό του φροντίζει –εφόσον το απαιτεί η πολιτική ορθότης– να καταδικάζει την εξόντωση της κάποτε ακμαίας εβραϊκής κοινότητας της πόλης. Δεν έχω ακούσει κανέναν όμως να προσπαθεί να εξηγήσει γιατί εμείς –όχι οι Ναζί– εξαφανίσαμε το εβραϊκό νεκροταφείο της πόλης (ίσως το μεγαλύτερο της Ευρώπης) και χτίσαμε από πάνω τα κτίρια του Αριστοτελείου! Εδώ ακριβώς είναι το σημείο, όπου αντισημιτισμός και εθνική ιδεολογία συναντώνται. Σύμφωνοι, ήταν αποτρόπαιο αυτό που έκαναν οι Ναζί – όλοι το ομολογούμε. Ομως το αποτέλεσμα –ότι οι Εβραίοι έφυγαν από τη μέση– μας βόλεψε. Γιατί έτσι ολοκληρώσαμε τον εξελληνισμό της Θεσσαλονίκης: Της πόλης του Μεγάλου Αλεξάνδρου, όπως την αποκαλούν οι ανιστόρητοι, αγνοώντας ότι ιδρύθηκε πολλά χρόνια μετά τον θάνατό του. Μάλιστα, για να είμαστε και τυπικά εντάξει, μισόν αιώνα αργότερα φτιάξαμε και ένα μνημείο του Ολοκαυτώματος, αφού όμως ισοπεδώσαμε κάθε ίχνος του πλούσιου εβραϊκού παρελθόντος.
Η βαθύτερη αιτία του αντισημιτισμού μας νομίζω ότι πρέπει να αναζητηθεί στην παρωχημένη εθνική ιδεολογία μας. Στο σύνολο των αντιλήψεων, δηλαδή, για την ταυτότητά μας ως Ελληνες. Το ιδεολόγημα της αδιάσπαστης συνέχειας του Ελληνισμού ήταν χρήσιμο και αποτελεσματικό στον αιώνα της δημιουργίας των εθνών–κρατών. Σήμερα, όμως, η προσκόλλησή μας σε αντιλήψεις τις οποίες κανείς δεν συζητεί σοβαρά (εκτός από κάποιους γραφικούς της μεταμεσονύκτιας ζώνης στην τηλεόραση...) αποτελεί εμπόδιο τόσο για την κατανόηση του εαυτού μας, της ιστορίας μας και των επιτευγμάτων μας όσο και για την κατανόηση των άλλων. Αντιδρούμε υστερικά σε κάθε απόπειρα εισαγωγής στην Παιδεία της μελέτης του τρόπου με τον οποίον δημιουργήθηκαν τα έθνη (συνέβη προσφάτως με την περίπτωση της Θάλειας Δραγώνα) και αγκιστρωνόμαστε στην βεβαιότητα της ιστορικής μοναδικότητάς μας.
Σε αυτή τη στάση εντοπίζονται οι ρίζες νοοτροπιών και πεποιθήσεων, οι οποίες διαχέουν ένα αίσθημα μειονεξίας: Ποτέ δεν φταίμε εμείς· μονίμως μας επιβουλεύονται οι ξένες δυνάμεις· θα μεγαλουργούσαμε αν δεν μας περιτριγύριζαν εχθροί κ.λπ. Ετσι καταλήγουμε να κραυγάζουμε ρυθμικά το όνομα του Κεντέρη, ενώ γνωρίζουμε ότι είχε τη φωλιά του λερωμένη. Ετσι καταλήγουμε να ακούμε χωρίς ενόχληση (για να μην πω με ικανοποίηση...) ιεράρχες της Εκκλησίας να αρνούνται την απόδοση της ελληνικής ιθαγενείας σε αλλογενείς, επειδή «ο ελληνικός λαός είναι Γένος και η έννοια του Γένους είναι σύμφυτη με το δίκαιον το αίματος». (Blut und Boden, mein Fuehrer!) Ετσι επίσης καταλήγουμε να αντιλαμβανόμαστε τις ανθρωπιστικές αξίες, λ.χ. τον σεβασμό της αξιοπρέπειας του άλλου, ως ζητήματα ποσότητας και όχι ουσίας. Και τι έγινε, λοιπόν, αν καεί η Συναγωγή των Οβρηών; Ελα τώρα, μωρέ! Δεν είναι δα και πολλοί από αυτούς τριγύρω και, επιπλέον, δεν τολμούν να μιλήσουν. Επομένως, γιατί να εκθέσουμε τον Ελληνισμό, προβάλλοντας με τις καταγγελίες μας τους εμπρησμούς; Δεν βαριέσαι! Κάπως έτσι όμως, πολύ φοβάμαι ότι κινδυνεύουμε να εξελιχθούμε σε ένα έθνος κομπλεξικών...»
[Στέφανος Κασιμάτης, Καθημερινή, 22/1/10]
Και κάτι ακόμη:
"Oι απόγονοι Ελληνοεβραίων επιστρέφουν στη Θεσσαλονίκη
Τέλη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενας Γάλλος αξιωματικός επιστρέφοντας στην πατρίδα του πήρε μαζί του μια Εβραία από τη Θεσσαλονίκη. Ο έντονος αντισημιτισμός της περιόδου εκείνης στη Γαλλία και το βαρύ κλίμα για τους Εβραίους ανάγκασε τον αξιωματικό να κρατήσει μυστική την εβραϊκή ταυτότητα της συζύγου του (όπως είχε κάνει ο παππούς του Νικολά Σαρκοζί, Μπενίτο Μαλάχ), εμφανίζοντάς την ως χριστιανή Ελληνίδα. Τα χρόνια πέρασαν, αλλά εκείνη κρατούσε επτασφράγιστο το μυστικό, ακόμη και από τα παιδιά της. Το αποκάλυψε ωστόσο πρόσφατα σε προχωρημένα γηρατειά και πέρυσι, μια από τις εγγονές της, που ζει στην Αμερική, ταξίδεψε ώς τη Θεσσαλονίκη για να αναζητήσει τις ρίζες της γιαγιάς της. Απευθύνθηκε στο Εβραϊκό Μουσείο και από τα διασωθέντα αρχεία του συγκέντρωσε στοιχεία για το γενεαλογικό της δέντρο και γνώρισε τη γενέθλια πόλη της γιαγιάς της.
Η απόγονος Εβραίων από τη Θεσσαλονίκη δεν είναι η μοναδική που αναζητεί τις ρίζες της στο Εβραϊκό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Αυξάνονται σταδιακά οι επισκέπτες του στο μέγαρο της οδού Αγίου Μηνά 13 - ένα από τα κτίρια εβραϊκής ιδιοκτησίας που σώθηκαν από την πυρκαγιά του 1917, στέγασε την εβραϊκή εφημεριδα L’ Independent και από το 2001 τις μαρτυρίες και μνήμες του εβραϊκού πληθυσμού.
Τέσσερις αιώνες
Πάνω από 4.000 επισκέπτες πέρασαν το κατώφλι του Μουσείου το 2008, ενώ πέρυσι 4.800 άτομα περιηγήθηκαν τις αίθουσές του. Μαθητές σχολείων είναι πολλοί από αυτούς, αλλά και ερευνητές από πανεπιστήμια της Ευρώπης και του εξωτερικού, που ανατρέχουν στα αρχεία του και στην πλούσια βιβλιοθήκη του, σε κείμενα που έχουν τυπωθεί στη Θεσσαλονίκη από τον 16ο ώς τον 20ό αιώνα και καλύπτουν πτυχές της εβραϊκής ζωής, θρησκευτικής και κοσμικής, εξηγεί η υπεύθυνη του Μουσείου κ. Ερικα Περαχιά Ζεμούρ.
Οι περισσότεροι ωστόσο από τους επισκέπτες είναι δεύτερης και τρίτης γενιάς Εβραίοι ελληνικής καταγωγής, που ζουν σε άλλες χώρες (κυρίως Ισραήλ, ΗΠΑ, Κωνσταντινούπολη, Βραζιλία) και ταξιδεύουν αποκλειστικά στη Θεσσαλονίκη για να γνωρίσουν την πόλη των προγόνων τους. Ειδικά το περασμένο καλοκαίρι, λόγω της απευθείας πτήσης Τελ Αβίβ - Θεσσαλονίκη, ένα γκρουπ από το Ισραήλ κατέφθανε στην πόλη κάθε εβδομάδα.
Το μουσείο είναι ο πρώτος τους σταθμός. Από εκεί ξεκινούν το νήμα για να ξετυλίξουν το κουβάρι του παρελθόντος. Μελετούν την ιστορική διαδρομή των Εβραίων, την καθημερινή, κοινωνική και θρησκευτική τους ζωή στη Θεσσαλονίκη από τον 3ο αιώνα μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Στέκονται ώρες πάνω από καθε φωτογραφία με την ελπίδα να αναγνωρίσουν δικά τους πρόσωπα και αναζητούν τα ονόματα στις δηλώσεις περιουσιών που είχαν υποβάλει οι Εβραίοι πριν αναχωρήσουν για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Δεν διασώθηκαν όλες οι δηλώσεις, αλλά ο κατάλογος (ηλεκτρονικός πλέον) περιλαμβάνει περίπου 4.000 ονόματα από τους 46.091 Εβραίους που ζούσαν στη Θεσσαλονίκη πριν από το ολοκαύτωμα.
«Ορισμένοι είναι τυχεροί, βρίσκουν το όνομα που αναζητούν και αναχωρούν από το μουσείο συγκινημένοι, παίρνοντας μαζί τους αντίτυπο της δήλωσης. Αλλοι ψάχνουν περισσότερο, στο ληξιαρχείο του δήμου και σε άλλα αρχεία της πόλης. Επισκέπτονται τα σπίτια ή τα καταστήματα που αναφέρονται στα περιουσιακά στοιχεία των δηλώσεων και περιηγούνται τα κτίρια Εβραίων (Βίλα Αλλατίνι - Νομαρχία, Βίλα Φερνάντες ή Κάζα Μπιάνκα, Βίλλα Μορδόχ - Δημοτική Πινακοθήκη, Βίλα Ιακώβ Μοδιάνο, Αγορά Μοδιάνο κ. ά.), τις συναγωγές, το μνημείο θυμάτων για να πάρουν μια γεύση από την πόλη όπου έζησαν οι άνθρωποί τους», αναφέρει η κ. Λούσι Ναχμία που εργάζεται στο Μουσείο.
Πάνω στα ερείπια
Το κινητρό τους είναι καθαρά συναισθηματικό, ανθρώπινο. Ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν σχέση με τη Θεσσαλονίκη ευαισθητοποιούνται όταν δουν ένα όνομα ή μια φωτογραφία στα οποία ενδεχομένως ταυτίζουν πρόσωπα που έχουν σχέση με μακρινούς συγγενείς και φίλους. Μέσα στη φωτογραφία ενός μαζικού γάμου αναγνώρισε τους γονείς της μια επισκέπτρια από το Ισραήλ, το περασμένο καλοκαίρι. Την ίδια φωτογραφία έχει κι εκείνη στο σαλόνι της, αλλά η συγκίνησή της όταν την αντίκρισε στο Μουσείο ήταν απερίγραπτη. Οι γονείς της ήταν ένα από τα 17 ζευγάρια που παντρεύτηκαν στις 7 Απριλίου του 1946 στο παραδοσιακό κτίριο της φιλανθρωπικής οργάνωσης «Ματανόθ Λαεβιονίμ», σε μια συμβολική τελετή χαράς και αισιοδοξίας κατά τη συλλογική προσπάθεια των ελάχιστων Εβραίων (1950) που επέστρεψαν στη Θεσσαλονίκη, να οικοδομήσουν μια καινούργια ζωή πάνω στα ερείπια που προκάλεσε το ολοκαύτωμα. Τη ζωή αυτή συνεχίζουν σήμερα περίπου1.000 μέλη της εβραϊκής κοινότητας, διαφυλάσσοντας και προβάλλοντας ένα απο τα σημαντικότερα κομμάτια της ιστορίας της Θεσσαλονίκης.
Τη μνήμη των Ελλήνων Εβραίων θυμάτων και των ομήρων που επέζησαν και επέστρεψαν από τα ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης τιμούν με εκδηλώσεις οι νομαρχίες και οι ισραηλιτικές κοινότητες Θεσσαλονίκης (Κυριακή, 11 π. μ., Μνημείο Ολοκαυτώματος) και Αθηνών (Τετάρτη 27 Ιανουαρίου, Ιερά Συναγωγή, 7 μ. μ.).
[Γιώτα Μυστριώτη, Καθημερινή, 22/1/10]