Εὐτυχές καθῆκον μέ κρατάει ἐδῶ εἰς τήν τάξιν, προκειμένου νά σᾶς παραδώσω τό μάθημα πού μοῦ ἀνέθεσαν, τήν γνῶσιν τοῦ πολυτονικοῦ.
Καί ἐπειδή ὁ Λυκειάρχης Βάμ δέν μοῦ διευκρίνισε, βάσει τοῦ ὡρολογίου προγράμματος, τί ὥρα ἀκριβῶς θά ξεκινήσει το μάθημα, λέω νά πάρουμε τή μέρα ἀπό τήν ἀρχή.
Θά ὁρίσω καί ἀπουσιολόγο τήν Ἀπολογία, ἡ ὁποία καί ἀπολογίες δέχεται καί δικαιολογίες καί μεταμέλειες καί συγγνῶμες, μή τυχόν καί κάνετε κοπάνα καί προτιμήσετε τήν ἀποκαθήλωση ἀντί τοῦ μαθήματος.
Στο διάλειμμα θα προσφερθοῦν καφές, κουλουράκια, λουκουμάδες, σάμαλι, τουλούμπες καί λοιπά γλυκά, ἐπειδή ὁ ἐγκέφαλος χρειάζεται καύσιμο γιά νά ἀπορροφήσει ὅλη αὐτή τή γνώση.
Μάθημα 1: Τί εἶναι οἱ τόνοι καὶ τὰ πνεύματα;
Ἔχουμε τρεῖς τόνους: τὴν ὀξεία (μὲ κλίση πρὸς τὰ δεξιά: ʹ «τό»), τὴν βαρεία (μὲ κλίση πρὸς τὰ ἀριστερά: ` «τὸ»), τὴν περισπωμένη (πού, ἀνάλογα μὲ τὴν γραμματοσειρά, ἄλλοτε γράφεται σὰν μουστάκι, ἄλλοτε σὰν τόξο, ἄλλοτε σὰν ὁριζόντια γραμμούλα: ῀ «τῶν»).
Ἔχουμε δύο πνεύματα: τὴν ψιλὴ (δεξὶ φεγγαράκι: ᾿ «ἐδῶ») καὶ τὴν δασεία (ἀριστερὸ φεγγαράκι: ῾ «ὁ»).
Κάθε λέξη ποὺ ἀρχίζει μὲ φωνῆεν (α, ε, η, ι, ο, υ, ω) παίρνει ὁπωσδήποτε πνεῦμα στὸ φωνῆεν αὐτό: «ἀπό, ἐγώ, ἡ, ἱστός, ὁ, ὑγεία, ὡς».
Ἔχουμε δύο ἐξαιρέσεις στὸν κανόνα αὐτό:
1. ὅταν ἡ λέξη ἀρχίζει μὲ δίφθογγο (αι, αυ, ει, ευ, ηυ, οι, ου) τότε τὸ πνεῦμα μπαίνει στὸ δεύτερο γράμμα τῆς διφθόγγου: «αἰτία, αὐγό, εἰδικά, εὐχή, ηὐξημένος, οἰκία, οὐλή». Ὅταν πάλι ἡ δίφθογγος ἔχει χωρισθεῖ τότε τὸ πνεῦμα ἐπανέρχεται στὸ πρῶτο φωνῆεν (καὶ τὰ διαλυτικὰ εἶναι περιττά): «ἀιτός, ἄυλος, ὀιμέ».
2. τὰ ἀριθμητικὰ δὲν παίρνουν πνεῦμα: αʹ (= 1) εʹ (= 5) ηʹ (= 8) ιʹ (= 10) οʹ (= 70) υʹ (= 400) ωʹ (= 800).
Ὅταν ἕνα γράμμα παίρνει καὶ τόνο καὶ πνεῦμα, τότε:
• στὴν περίπτωση τῆς βαρείας ἢ τῆς ὀξείας, βάζουμε τὸ πνεῦμα ἀριστερὰ καὶ τὸν τόνο δεξιά: «ἄν, ἔψιλον, ἥβη, ἵδρυμα, ὅλο, ὕλη, ὥς»·
• στὴν περίπτωση τῆς περισπωμένης βάζουμε τὸ πνεῦμα κάτω ἀπὸ τὴν περισπωμένη: «εἶμαι, οὗτος, ὧρα».
Στὰ πεζὰ γράμματα τὸ πνεῦμα (ἢ ὁ συνδυασμὸς τόνου καὶ πνεύματος) μπαίνει πάνω ἀπὸ τὸ γράμμα: «ἔλα, ὅμως, ἦταν». Στὰ κεφαλαῖα μπαίνει πρὶν (δηλαδὴ ἀριστερὰ) ἀπὸ τὸ γράμμα: «Ἔλα, Ὅμως, Ἦταν».
[Ὅσον ἀφορᾶ τὰ κεφαλαῖα ἀρχικὰ φωνήεντα, σημειῶστε ὅτι ἐνῷ στὴν γραφομηχανὴ καὶ στὴν «χειροκίνητη» τυπογραφία (κάσα, λινοτυπία, μονοτυπία) ἔμπαινε πρῶτα τὸ πνεῦμα ἢ ὁ συνδυασμὸς πνεῦμα+τόνος καὶ ὕστερα τὸ φωνῆεν οὕτως ὥστε νὰ θεωροῦμε τὸ πνεῦμα ἢ τὸν συνδυασμὸ πνεῦμα+τόνος ὡς ἀνεξάρτητη ἑνότητα, στὴν πληροφορικὴ (καὶ συγκεκριμένα στὴν κωδικοσελίδα Unicode) θεωροῦμε ὅτι ἀνήκει στὸ φωνῆεν καὶ μαζὶ ἀποτελοῦν μία ἀδιάσπαστη ἑνότητα.]
Ἡ δασεία
Εἴπαμε ὅτι ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ φωνῆεν παίρνουν πνεῦμα, εἴτε στὸ φωνῆεν αὐτὸ εἴτε στὸ φωνῆεν ποὺ τὸ ἀκολουθεῖ ἂν πρόκειται γιὰ δίφθογγο.
Ἀλλὰ ποιό ἀπὸ τὰ δύο πνεύματα;
Δύο τινά: πρῶτον, οἱ πιὸ πολλὲς λέξεις παίρνουν ψιλή· δεύτερον, αὐτὲς ποὺ παίρνουν δασεία εἶναι μὲν ἀριθμητικὰ λιγότερες ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι πολὺ σημαντικὲς καὶ συχνὲς λέξεις τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας.
Γιὰ παράδειγμα, δασύνονται:
• οἱ ἄτονες λέξεις ὁ, ἡ, οἱ, αἱ, ὡς·
• οἱ σύνδεσμοι καὶ ἀντωνυμίες ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ ὄμικρον: ὅπου, ὅπως, ὅποτε, ὅταν, ὅτι, ὅ,τι, ὅποιος, ὅσος, κ.λπ.·
• τὰ ἀριθμητικὰ ἕνας, ἕξι, ἑπτά, ἑκατό.
Καὶ ἕνας ἀπαραβίαστος (τουλάχιστον ὅσον ἀφορᾶ στὰ νέα ἑλληνικὰ) κανόνας: ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ ὕψιλον παίρνουν δασεία: ὕπνος, ὕλη, ὕμνος, ὕστερα, ὑγεία, κ.λπ.
Θὰ ἀναρωτηθεῖ ἴσως ὁ ἀναγνώστης γιατί ἔχουμε τὸ ρῆμα «δασύνομαι» γιὰ τὶς λέξεις ποὺ παίρνουν δασεία, ἀλλὰ κανένα ἀντίστοιχο ρῆμα γιὰ αὐτὲς ποὺ παίρνουν ψιλή; [«ψιλίνομαι» δὲν ὑπάρχει, «ψιλιάζομαι» σημαίνει κάτι ἄλλο...] Τὸ γεγονὸς αὐτὸ φανερώνει τὴν ἀσυμμετρία ἀνάμεσα στὰ δύο πνεύματα. Ἐνῷ ἡ δασεία δηλώνει τὴν ὕπαρξη (στὴν ἀρχαιότητα) ἑνὸς γράμματος (τὸ γράμμα Η πρὶν αὐτὸ χρησιμοποιηθεῖ γιὰ τὴν ἀναπαράσταση τοῦ μακροῦ Ε - π.χ. τὸ ὄνομα Ἑλένη γραφόταν ΗΕΛΕΝΕ) ἡ ψιλὴ δὲν δηλώνει τίποτε ἄλλο παρὰ... τὴν ἔλλειψη τῆς δασείας. Ἔτσι ἔχουμε λέξεις ποὺ δασύνονται, καὶ ἄλλες ποὺ δὲν δασύνονται. Γιὰ νὰ ξεχωρίζουν παρ᾿ ὅλα αὐτὰ τὰ μὴ δασυνόμενα ἀρχικὰ φωνήεντα καὶ πρὸς ἀποφυγὴ παρεξηγήσεων, ἐφευρέθηκε ἡ ψιλή.
Μερικοὶ πολὺ γενικοὶ κανόνες ποὺ ἀφοροῦν τὴν ψιλή:
• ἡ αὔξηση τῶν ρημάτων παίρνει ψιλή: ἔλεγα, ἔπαιρνα, ἔφερνα·
• τὸ «ἄλφα στερητικὸ» παίρνει ψιλή: ἄμυαλος, ἄγνωστος, ἄπιαστος, ἀσυνείδητος, ...
• οἱ σύνδεσμοι ἀνά, ἀμφί, ἀντί, ἀπό, ἐν, ἐκ/ἐξ, ἐπὶ παίρνουν ψιλὴ καὶ ἄρα καὶ ὅλες οἱ λέξεις ποὺ ἀρχίζουν ἀπὸ αὐτούς: ἀνάταση, ἀμφίδρομος, ἀντίσταση, ἀπόφαση, ἔνσταση, ἐκβολή, ἐξαγωγή, ἐπίθεση, ...
• οἱ ξένες λέξεις καὶ τὰ ξένα ὀνόματα παίρνουν ψιλή: ἄλτ, ἀβαντάζ, ἄφτερ ἔιτ, ἀσανσέρ, κ.λπ. ἐκτὸς ἀπὸ τὴν περίπτωση ὅπου ἀρχίζουν ἀπὸ ὕψιλον: Νέα Ὑόρκη. Αὐτὰ λέει ὁ Τριανταφυλλίδης, ἀλλὰ σύμφωνα μὲ παλαιότερες γραμματικὲς οἱ ἑλληνικοὶ μεταγραμματισμοὶ ξένων λέξεων καὶ ὀνομάτων παίρνουν δασεία ὅταν στὸ λατινικὸ πρωτότυπο ἀρχίζουν ἀπὸ h: ἅλτ (= halt), ὁρντέβρ (= hors d'œuvre), Ἁννόβερο (= Hannover), Ἁμβοῦργο (= Hamburg), Οὑγκό (= Hugo), κ.λπ. Βέβαια τίθεται τὸ θέμα ἀπὸ ποιάν γλώσσα μᾶς ἦρθε μία λέξη: τὸ ὄμποε π.χ. παίρνει ψιλὴ γιατὶ στὰ ἰταλικὰ δὲν παίρνει h ἀλλὰ αὐτὸ ἀποτελεῖ ἰδιαιτερότητα τῶν ἰταλικῶν ἀφοῦ ἡ λέξη oboe βγαίνει ἀπὸ τὸ γαλλικὸ hautbois (= πάνω ξύλο) τὸ ὁποῖο παίρνει h.
Ἀλλὰ τί γίνεται μὲ τὶς ἄλλες λέξεις; Πῶς μποροῦμε νὰ ξέρουμε ἂν μία λέξη δασύνεται;
Ὑπάρχουν δύο μέθοδοι, ποὺ δουλεύουν γιὰ περίπου 75% τῶν περιπτώσεων. Ἐὰν δὲν δουλέψουν αὐτὲς οἱ μέθοδοι τότε ἡ μόνη λύση εἶναι τὸ λεξικὸ καὶ ἡ ἀπομνημόνευση. Καὶ ὅταν λέμε λεξικὸ ἐννοοῦμε τόσο τὸ χάρτινο λεξικὸ τῶν πατεράδων καὶ τῶν παππούδων μας ὅσο καὶ τὰ διάφορα πληροφορικὰ ἐργαλεῖα (ἠ-λεξικά, ὀρθογραφικοὶ διορθωτές, Google, κ.λπ.).
Ἄντε λόγω μεγάλης Παρασκευῆς καί λόγω τοῦ ὅτι τό διδακτικό πρόγραμμα θά κλείσει μέ τόν συνάδελφο καί φίλο Animalera/amnimon, θά σᾶς προβιβάσω ὅλους χωρίς νά βάλω τέστ.
[πηγή πληροφόρησης www.polytoniko.org ]