|
- Καλορίζικο, καλορίζικο φώναζε με την τσιριχτή φωνή της η Σάρα την ώρα που το δεξί της πόδι πάταγε το κατώφλι του καινούργιου μου σπιτιού. Είχα πρόσφατα μετακομίσει στη νέα γειτονιά, στον δεύτερο όροφο δίπατης κατοικίας, που αγόρασα μισοτιμής λόγω βιαστικής αναχώρησης των ιδιοκτητών στο εξωτερικό.
Πούλησαν άρον - άρον τον πάνω όροφο και κράτησαν το ισόγειο κλειστό για τον εαυτό τους, κάτι που ιδιαίτερα με εξυπηρετούσε. Είχα βαρεθεί τα κοινόβια , έτσι έλεγα τις πολυκατοικίες, και ευτυχώς τα πράγματα μου ‘ρθαν βολικά και γλίτωσα.
Η Σάρα έμενε στο διπλανό τριώροφο. Γνωριστήκαμε την ημέρα της μετακόμισης , όταν απ' τη χαρά της ανέβαινε και κατέβαινε προσπαθώντας να βοηθήσει.
Πανικοβλήθηκα στη σκέψη ότι η γειτόνισσά μου θα μπορούσε να αντικαταστήσει τους ενοίκους μιας μεγάλης πολυκατοικίας.
Έτσι, ενώ εκείνη πανηγύριζε που το διπλανό της σπίτι θα παρέμενε ανοιχτό , εγώ ετοιμαζόμουν να το βάλω στα πόδια , να γλιτώσω απ' το τσιμπούρι, τη Σάρα, όπως την είχα βαφτίσει .
Τις πρώτες μέρες ωστόσο δε μ' ενόχλησε καθόλου. Ένα καλημέρα ή ένα γεια απ' τις βεράντες . Τη δεύτερη βδομάδα με ρώτησε:
- Πώς πάνε οι δουλειές;
- Σιγά - σιγά, της απάντησα διπλωματικά με ύφος απόλυτα εξουθενωμένο. Καταλάβαινα πως με τη βία συγκρατιόταν να μην έρθει απρόσκλητη και μάλιστα πριν προλάβω να τακτοποιηθώ.
Την τέταρτη βδομάδα δεν κρατήθηκε , και χτύπησε το κουδούνι μου σούρουπο, θριαμβευτικά.
- Είμαι η Σάρα, απάντησε στο θυροτηλέφωνο, ελπίζω να έχετε τακτοποιηθεί και να δεχθείτε τα καλορίζικα. Της άνοιξα κακόκεφα, μα δε φάνηκε να το πρόσεξε καθώς μπήκε ορμητικά, προτείνοντάς μου ένα αρκετά μεγάλο μπλε κουτί.
- Γούρι για το σπίτι, είπε δίνοντάς μου το κουτί.
- Κάθησε Σάρα, της είπα.
- Το αγόρασα, άρχισε βιαστικά να μου εξιστορεί, πριν ακόμα μετακομίσεις, όταν σε είδα για πρώτη φορά τη μέρα που έκλεισες ΤΗ συμφωνία αγοράς του σπιτιού.
Ήταν ένα μεγάλο ανάλαφρο ρόδι , φτιαγμένο από φελλό με λεπτή επικάλυψη ασημιού. Ο φελλός φαινόταν ολοκάθαρα αφού έμενε ακάλυπτος είτε σε μικρότερα τμήματα της επιφάνειάς του, είτε σε μεγαλύτερα , όπως στο μέρος που το ρόδι ετοιμαζόταν , υποτίθεται , να σκάσει. Εκεί τα σπόρια ήταν σκαλισμένα με ιδιαίτερη τέχνη πάνω στο φελλό και στολισμένα με μικρές σταγόνες ασημιού εδώ κι εκεί.
- Σ' ευχαριστώ, σ' ευχαριστώ της απάντησα επιτέλους, θα το βάλω στο τραπέζι του σαλονιού.
Ευτυχώς , κατάφερα να κρύψω την ταραχή που μου προκάλεσε το δώρο της , αλλά μέσα μου είχα ήδη επαναστατήσει για το γούρι από φελλό που διάλεξε να φέρει η Σάρα στο καινούργιο μου σπίτι.
Άρχισε να μ' ενημερώνει για την περιοχή, για τη γειτονιά, ποια καταστήματα ήταν καλά, τι θα ‘πρεπε να προσέχω. Τα σκυλιά του απέναντι σπιτιού δάγκωναν, λέει, και συνέχιζε έτσι σ' έναν κουραστικό ενημερωτικό μονόλογο που με δυσκολία παρακολουθούσα καθώς στο μυαλό μου στριφογύριζε «το γούρι από φελλό».
- Θα τα λέμε συχνά , είπε στο τέλος, αφήνοντάς μου ένα θαλασσί χαρτάκι με το τηλέφωνό της, απ' αυτά, τα αυτοκόλλητα , στην πόρτα της κουζίνας.
- Ναι, βέβαια, της απάντησα με επιφανειακή ζεστασιά.
- Καληνύχτα Χαρά , είπε τονίζοντας με βαθιά φωνή τ' όνομά μου, που για λίγο μ' άφησε απορημένη.
Άφησα το ρόδι στο τραπέζι του σαλονιού, δεν τολμούσα άλλωστε να κάνω διαφορετικά γιατί η Σάρα μπορούσε να 'ρθει απρόσμενα και να δυσαρεστηθεί. Το κοίταζα πρωί , μεσημέρι, βράδυ, το διερευνούσα. Με το ένα μάτι έβλεπα τηλεόραση και με το άλλο το ρόδι.
- Φελλός , έλεγα , και χαμογελούσα τώρα.
Η Σάρα φαινόταν πότε - πότε στην αυλή της , ανταλλάσσαμε λίγες κουβέντες , μα τίποτε πάρα πάνω. Στο τέλος ντράπηκα και την κάλεσα για τσάι με κέικ σοκολάτας που μόλις είχα φτιάξει. Ήρθε τρεχάτη μ' ένα κουτί χουρμάδες για την περίσταση.
- Ω, τι χαρά, Χαρά μου, είπε κι άρχισε τούτη τη φορά το τρομερό της μονόλογο για τις αρρώστιες των φυτών και τη θεραπεία τους, προσπαθώντας να μου πει όσα γνώριζε στις δυο ώρες που κράτησε η επίσκεψή της.
Επιτέλους έφευγε. Κατάφερα να την καληνυχτίσω χαμογελώντας και ανανεώνοντας το ραντεβού μας για την επόμενη βδομάδα.
Οι μέρες περνούσαν και η Σάρα δε φαινόταν πουθενά. Βέβαια το ραντεβού μας ήταν αδύνατον να το ξεχάσει κι αναρωτιόμουν τι θα ‘βρισκε να φέρει τούτη τη φορά, κοκοφοίνικες ή κάποιο άλλο εξωτικό προϊόν.
Κοίταζα το ρόδι περιμένοντας τη Σάρα , έτρεχαν τα σάλια μου απ' τη μυρωδιά του κέικ , ενώ ασυγκράτητη, ρούφαγα την πρώτη κούπα με το αγαπημένο μου βουνίσιο τσάι. Η Σάρα δεν εμφανίστηκε . Ούτε χάρηκα , μα ούτε και λυπήθηκα .
- Σημειώσατε «Χ» είπα στον εαυτό μου κι άφησα τα ερωτηματικά γι' αργότερα , καταβροχθίζοντας το ένα τρίτο περίπου από το κέικ.
Πέρασε σχεδόν ένας μήνας που το τριώροφο έμενε ανησυχητικά κλειστό, ώσπου χτύπησε επίμονα το κουδούνι μου .
- Το τσιμπούρι , είπα κι άνοιξα βιαστικά.
Δεν ρώτησα τίποτε για την απουσία της, ούτε εκείνη μου είπε, μόνο χαιρέτησε ευγενικά με βαθιά ζεστή φωνή.
- Κρίμα που δεν έχω κέικ, βρήκα μόνο να πω .
- Έφερα εγώ, ήταν η κοφτή απάντησή της, το ‘ξερα.
Όση ώρα έφτιαχνα και σερβίριζα το τσάι , μιλούσε ασταμάτητα για τον καιρό που χάλασε απότομα και την ανάγκασε να φορέσει σκουφάκι - ένα όμορφο κίτρινο - την ακρίβεια, το χάλι των νοσοκομείων, την αγένεια των νέων.
Άκουγα και δεν άκουγα.
Επιτέλους σταμάτησε να μιλάει όταν αρχίσαμε ταυτόχρονα να καταπίνουμε με βουλιμία το κέικ ώσπου ένα κρατς απ' το ρόδι μάς κράτησε τη μπουκιά στο λαιμό. Το πήρε γρήγορα στα χέρια της η Σάρα.
- Μάλλον θα σκάει ο φελλός , μουρμούρισε. Ελπίζω να σταματήσει εδώ, να κρατηθεί ακέραιο το ρόδι. Ξέρεις , Χαρά, αυτό το γούρι μ' άρεσε τόσο, που δεν μπόρεσα να μην το αγοράσω. Σκεφτόμουνα, βέβαια, πως ο φελλός θα σάπιζε, αν δεν ήταν τελείως στεγνός όταν τον τύλιγαν στο ασήμι. Ρισκάρισα όμως. Μπορεί ν' αντέξει μια ζωή σκέφθηκα, μπορεί δύο ή μισή και λιγότερη. Τι σημασία έχει, ίσως και να μην τελειώνουν όλα κάποτε, απλά ν' αρχίζουν άλλα, άγνωστα που δεν μπορούμε να τα δούμε.
Απορούσα με τη συγκίνηση που ένιωθε πιάνοντας το ρόδι και ζήλευα πώς, εγώ, αρκετά μεγαλύτερή της δεν κατάφερνα να αισθανθώ κάτι τέτοιο.
- Θα ‘ρχομαι να παρακολουθούμε το ρόδι, είπε συνωμοτικά η Σάρα φεύγοντας.
Το πρωί κοίταξα πάλι το γούρι μου, η σχισμή ήταν ίδια ολόιδια με τη χθεσινή. Η γειτόνισσα μού τηλεφωνούσε καθημερινά για να μαθαίνει την πορεία «της υγείας» του ροδιού και η απάντηση που έπαιρνε ήταν στερεότυπη : «Τα ίδια». Σε μια βδομάδα εμφανίστηκε φορώντας καινούργιο σκουφάκι, ανήσυχη όπως πάντα με το ρόδι.
- Σου ταιριάζουν τα σκουφάκια, της είπα αντί για καλησπέρα, όταν την είδα με το καινούργιο, το λευκό.
-Τι κάνει το ρόδι , Χαρά; με ρώτησε προφέροντας πάλι τ' όνομά μου με βαθιά παλλόμενη από συγκίνηση φωνή.
- Είναι ίδιο, όπως το άφησες εκείνο το βράδυ, της απάντησα κι εγώ συγκινημένη, χωρίς να ξέρω το λόγο.
- Μάλλον θα έχουμε εξελίξεις, είπε και σηκώθηκε απότομα χωρίς άλλη εξήγηση .
Όλο το βράδυ με απασχολούσαν τα τελευταία λόγια της Σάρας, ενώ παράλληλα περίεργοι θόρυβοι από το ρόδι βοήθησαν ώστε να μην κλείσω ούτε λεπτό τα μάτια μου.
To πρωί φεύγοντας προσπάθησα να χαϊδέψω το ρόδι όμοια με τη Σάρα, μα σταμάτησα πριν καλά - καλά ακουμπήσω το χέρι μου , γιατί ένιωσα πως δεν θα τα κατάφερνα. «Το βράδυ σκέφθηκα, το βράδυ θα προσπαθήσω ξανά».
Δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα στο γραφείο , η μια αναποδιά διαδεχόταν την άλλη , τόσο που στο τέλος έφθασα να πιστεύω ότι η επαφή μου με το φελλό τα ‘φερε όλα.
- Αχ Σάρα, Σάρα φώναξα δυνατά κι όλοι έπιασαν τα γέλια.
Τους ανταπόδωσα το γέλιο, χωρίς σχόλια , αφού όλοι μας προσπαθούσαμε να βελτιώσουμε τα στραβά, και περισσότερο εγώ καθώς πίστευα στο αθέλητο φταίξιμό μου.
- Θα το πετάξω το γούρι, θα το πετάξω επαναλάμβανα με μανία μέσα μου, μα το βράδυ μπαίνοντας στο σπίτι τα ξέχασα όλα κι απελπισμένη έψαχνα για το ρόδι που παραδόξως είχε εξαφανιστεί. Παντού υπήρχαν κομματάκια φελλού και το γούρι κομμένο στα δύο κάτω απ' το τραπέζι.
- Είναι άραγε γρουσουζιά ή όχι που διαλύθηκε ο φελλός; Μάλλον το δεύτερο μ' εξυπηρετούσε, κι άλλωστε αυτό πίστευα απ' την αρχή , δεν υπήρχε λόγος ν' αλλάξω τώρα, λόγω Σάρας. Το δύσκολο βέβαια ήταν πως θα το μάθαινε η γειτόνισσά μου. Τη φανταζόμουνα σχεδόν να λιποθυμά κι έπρεπε να είμαι προετοιμασμένη για πρώτες βοήθειες.
Ευτυχώς οι μέρες περνούσαν, κι η Σάρα δε φαινόταν. Το σπίτι της παρέμενε κλειστό, ένα μήνα, δυό μήνες, τόσο που άρχισα ν' ανησυχώ.
- Λες να κατάλαβε πως το ρόδι καταστράφηκε και εξαφανίστηκε; έλεγα και ξανάλεγα. Τι περίεργη γυναίκα, Θεέ μου. Κάποια στιγμή θα εμφανιστεί και θα με ξετινάξει στην πολυλογία , έλεγα κλείνοντας τους συλλογισμούς μου, μια και τίποτε άλλο δεν μπορούσα να κάνω.
Στο τέλος του τρίτου μήνα εξαφάνισης της Σάρας , κατάλαβα πως μου έλειπε τόσο, ώστε θα ‘ψαχνα να τη βρω. Παρ' ότι δεν είχα ποτέ μιλήσει στους απέναντι γείτονες με τα επικίνδυνα σκυλιά , πλησίασα προσεκτικά περιμένοντας μήπως και εμφανιστεί κάποιος στην είσοδο. Μόνο το βράδυ έφθασε επιτέλους ένα ζευγάρι που με πληροφόρησαν ότι η Σάρα είχε από καιρό πεθάνει και την έθαψαν στο χωριό της, έτσι, κανείς εδώ δεν το κατάλαβε.
-Κι εμείς πρόσφατα το μάθαμε , εντελώς τυχαία, από μια νοσοκόμα πελάτισσά μας.
- Είναι σίγουρο; κατάφερα να τους ρωτήσω .
- Βέβαια, ταλαιπωρήθηκε μάλιστα πολύ τις τελευταίες μέρες, ακόμα και το άτριχο της κεφαλής της είχε πληγές συνέχισαν.
Τους χαιρέτησα κι έφυγα, μη έχοντας πιστέψει τα λόγια τους. Η Σάρα φαινόταν τόσο καλά, που αποκλείεται, δεν μπορούσε να ‘χε πεθάνει. Θα ερχόταν πάλι, σίγουρα, να με ταράξει στην πολυλογία και το χρειαζόμουν, το λαχταρούσα πλέον. Ήταν Άνοιξη, δε θα φορούσε σκουφάκι, και θα φαίνονταν τα πλούσια μαλλιά της.
Ο καιρός περνούσε και καμιά Σάρα δε φαινόταν πουθενά Άρχισα να πιστεύω στα λόγια των γειτόνων , να θλίβομαι για το χαμό της και να ξαναβγάζω το ρόδι απ' την αποθήκη. Είχα κουραστεί να κοιτάζω καθημερινά το κλειστό τριώροφο.
Μια μέρα στο γραφείο η συνάδελφος που γιόρταζε έφερε κέικ σοκολάτας. Δεν άντεξα και ξέσπασα σε κλάματα .
- Είναι αδύνατον να καταπιώ έστω και μία μπουκιά ,της είπα. Θα ήθελα ωστόσο να πάρω δύο κομμάτια για το βραδινό μου τσάι.
[Τό κείμενο εἶναι ἀπό τή συλλογή διηγημάτων μέ τόν τίτλο "Γούρι ἀπό φελλό", ἐκδ. Τό Ροδακιά, 2008]