LIFO
ΑΡΧΕΙΟ: Αύγουστος 2008
Κυρ, 31 Αύγ 2008 11:55 μμ

Κ.Π.Καβάφη, Τοῦ πλοίου

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Τόν μοιάζει βέβαια ἡ μικρή αὐτή,

μέ τό μολύβι ἀπεικόνισίς του.

 

Γρήγορα καμωμένη, στό κατάστρωμα τοῦ πλοίου᾿

ἕνα μαγευτικό ἀπόγευμα.

Τό Ἰόνιον πέλαγος ὁλόγυρά μας.

 

Τόν μοιάζει. Ὅμως τόν θυμοῦμαι σάν πιό ἔμορφο.

Μέχρι παθήσεως ἦταν αἰσθητικός,

κι αὐτό ἐφώτιζε τήν ἔκφρασί του.

Πιό ἔμορφος μέ φανερώνεται

τώρα πού ἡ ψυχή μου τόν ἀνακαλεῖ, ἀπ' τόν Καιρό.

 

Ἀπ' τόν Καιρό. Εἶν' ὅλ' αὐτά τά πράγματα πολύ παληά --

τό σκίτσο, καί τό πλοῖο, καί τό ἀπόγευμα.

 

 

[Κ.Π.Καβάφη, Ἄπαντα, ἐκδ. Ἵκαρος]

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 9 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΒΙΒΛΙΟ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  
 
Κυρ, 31 Αύγ 2008 07:20 μμ

Κυριάκου Χαραλαμπίδη, Ὁ καλύτερος ποιητής τῆς Ἀλεξάνδρειας"

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Ἔτσι τουλάχιστο πιστεύαμε ὥσμε τώρα.

Ὥσπου μιά μέρα πέθανε ὁ Καβάφης

καί τότε ἀνακαλύψαμε πώς ἦταν

καί τοῦ Καΐρου ὁ καλύτερος ποιητής

καί τῶν Θηβῶν, τῆς Καχιρά, τῆς Μέμφιδος,

τῆς Ἄνω Αἰγύπτου καί τῆς Δενδερά

μά καί τοῦ Νείλου - ὁ καλύτερος κροκόδειλος.

 

Πήραμε σβάρνα τά χωριά νά διαλαλοῦμε

τήν ἀνακάλυψή μας, φθάσαμε ὥς  Ἀμέρικα

πότε μέ καραβέλα, πότε μέ ὠτοστόπ.

 

Ἀπ' τό πολύ νά λέμε, νά καί ἡ Ἀττική

στά γκρίζα της ντυμένη μέσα σέ μιά φούσκα.

Τή λυπηθήκαμε κι αὐτή᾿ νά τῆς τό ποῦμε

καλύτερα ἀπό τώρα, πρίν τό μάθει

ξάφνω καί πάθει κατιτίς κακό.

 

- Γνωρίζεις τόν Καβάφη;

(Τόν γνωρίζει).

- Ξέρεις τί κάνει αὐτός;

- Ἔχει πεθάνει.

- Σωστά, μά ξέρεις πόσο ἐκεῖ τόνε λατρεύουν;

Νεκροί ὅλη τή μέρα στό πουγκί του

ξεχειμωνιάζουν κι ὁ Θεός ἀκόμα

περί πολλοῦ τόν ἔχει, δέν τόν πιλατεύει.

- Ἄ, μπράβο, μπράβο! Κι ἔλεαγα κι ἐγώ...

- Σώπα μωρή κουφάλα τ'ς Ἀττικῆς

κι ἔλα νά πιάσεις ἀπ' τήν ἄκρη τό κορμί του,

τό θεῖο κορμί του, τό θεσπέσιο σῶμα

τῆς ποίησής του, τό ἅπαντο τῆς ὀμορφιᾶς του.

Θά τρελαθεῖς, θά παλαβώσεις σά θά δεῖς

αὐτό πού βλέπω ἐγώ. Τό βλέπεις; Κοίτα!

                                                                            (Ἄμστερντας, Νοέμβρης 1985)

 

[Ὁ Κυριάκος Χαραλαμπίδης εἶναι Κύπριος ποιητής.  

"Μεθιστορία", Ἐκδ. Ἄγρα

Βραβεῖο Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν, 1996]

 

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 7 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΒΙΒΛΙΟ   ΔΙΑΦΟΡΑ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  
 
Σαβ, 30 Αύγ 2008 03:27 μμ

Athens Photo Festival

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Ὁ Διεθνής Μήνας Φωτογραφίας, μετά ἀπό 20 χρόνια παρουσίας, 

ἀλλάζει ὄνομα καί γίνεται Athens Photo Festival.

Ἡ ἀπάντηση τῆς πρωτεύουσας στήν Θεσσαλονικιώτικη "Συγκυρία".

Τό θέμα τῆς φετινῆς ἔκθεσης εἶναι ἡ Μεσόγειος.

Ἔχουν προγραμματιστεῖ ἐκθέσεις πού θά φιλοξενηθοῦν σέ Μουσεῖα,

γκαλερί καί διάφορα ἱδρύματα τῆς πόλης.

'Επίσης, βιτρίνες καταστημάτων στό κέντρο τῆς Ἀθήνας

θά φιλοξενήσουν φωτογραφίες νέων Ἑλλήνων φωτογράφων.

 

Ἄν καί κεντρικός μήνας τῶν ἐκδηλώσεων γίνεται φέτος ὁ Νοέμβρης

(ἐνῶ ὥς πέρυσι ἦταν ὁ Ὀκτώβρης)

τά ἐγκαίνια τῆς διοργάνωσης θά τελεστοῦν

 τήν 25η Σεπτεμβρίου,

μέ ἀφιέρωμα στόν Ἑλληνικῆς Καταγωγῆς Ἀμερικανό φωτογράφο

Τόντ Παπατζώρτζ.

 

Συνολικά θά πραγματοποιηθοῦν 44 ἐκθέσεις,

θά λάβουν μέρος περισσότεροι ἀπό 200 καλλιτέχνες,

καί ἡ παρουσίαση θά γίνει σέ 30 ἐκθεσιακούς χώρους.

Ἀναμένεται οἱ ἐπισκέπτες νά ὑπερβοῦν τίς 50.000,

ἔναντι τῶν 40.000 πέρυσι.

 

Ο Tod Papageorge γεννήθηκε το 1940 στο Portsmouth τού New Hampshire τών ΗΠΑ από ΄Ελληνες γονείς μετανάστες δεύτερης γενιάς. Η καταγωγή τής οικογενείας του ήταν από χωριό τής Μεσσηνίας. Ο πατέρας του ήταν εστιάτορας. Ο T.P. σπούδασε στο πανεπιστήμιο τού New Hamshire αγγλική λογοτεχνία και ποίηση και μόλις το τελευταίο εξάμηνο τών σπουδών του παρακολούθησε μαθήματα φωτογραφικής τεχνικής. Την ίδια εποχή είδε κατά τύχη φωτογραφίες τού Cartier-Bresson, πράγμα που τον έστρεψε οριστικά προς τη φωτογραφία.

 

[Τά βιογραφικά στοιχεῖα γιά τόν Tod Papageorge εἶναι ἀπό site "Φωτογραφικός Κύκλος"]

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 25 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΔΙΑΦΟΡΑ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ   ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ  
 
Σαβ, 30 Αύγ 2008 12:51 μμ

"Εἶναι μιά ἐποχή ἀντιποιητική"

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
 

Την έχουμε γνωρίσει ως ποιήτρια. Το τελευταίο διάστημα κυκλοφόρησαν δύο βιβλία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου σε πεζό λόγο, που απευθύνονται σ' ένα άλλο κοινό: σε παιδιά. Το ένα είναι παραμύθι («Η πράσινη σκουφίτσα») και το άλλο ένα ιδιότυπο δοκίμιο («Η κούκλα»). Τη συναντήσαμε στο γνωστό ασφυκτικά γεμάτο διαμέρισμα της οδού Σκουφά, απλή και πρόθυμη ν' απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις. Η πρώτη, η αυτονόητη ήταν γιατί μετά από μια θητεία στην ποίηση επιλέγει να υπηρετήσει ένα άλλο λογοτεχνικό είδος.

«Δεν το είδα ποτέ σαν πέρασμα από το ένα είδος στο άλλο, γιατί έχω τη βαθιά πεποίθηση ότι η ποιητική λειτουργία είναι ενιαία. Υπ' αυτήν την έννοια και το παραμύθι για μένα ήταν παρόμοιο. Και μάλιστα από τη στιγμή που έχω εντάξει στο παραμύθι αυτόνομες ποιητικές που λειτουργούν σε σχέση με το κείμενο και αποτελούν μικρά ποίηματα, το θεώρησα έναν άλλο τρόπο ποιητικής γραφής».

Κι αν θεωρήσουμε ότι η ποίηση απευθύνεται σ' ένα μικρότερο κοινό, μήπως μέσω των βιβλίων για παιδιά εξυπηρετεί την ανάγκη της ν' απευθυνθεί σ' ένα ευρύτερο κοινό; «Από την επαφή που είχα κατά καιρούς με παιδιά, διαπίστωσα ότι η πιο καθαρή, η πιο τολμηρή σκέψη βρίσκεται στον άνθρωπο όταν δεν έχει ακόμη υποστεί την αλλοίωση και του εκπαιδευτικού συστήματος και της ζωής. Υπ' αυτή την έννοια, είναι ένα πιο πρόσφορο και πιο δεκτικό κοινό για να μυηθεί σ' αυτό που ονομάζουμε ποίηση, δηλαδή σε μια άλλη οπτική του κόσμου. Ισως ένας λόγος ακόμη να ήταν ότι στον κόσμο των παιδιών δεν υπάρχουν όροι και όρια: και τα πουλιά μιλάνε και τα αντικείμενα περπατάνε, και μέσα από αυτό το εντελώς υπερρεαλιστικό παιχνίδι μπορεί να μιλήσει κανείς για πολύ ρεαλιστικά γεγονότα».

Η αλήθεια είναι βέβαια, ότι το πρώτο της παραμύθι το έγραψε κατόπιν παραγγελίας του συνθέτη Αγη Μπαλτά. Και η Ιουλίτα Ηλιοπούλου ανταποκρίθηκε «σε μια εξωτερική πρόταση, που έγινε προσωπική ανάγκη». Και βέβαια δεν σημαίνει πως όταν καταπιάνεται με το ένα είδος αφήνει το άλλο. «Στη δική μου αντίληψη όλα αυτά είναι ένας τρόπος. Είναι όπως ένας ηθοποιός στο θέατρο που θα παίξει και Σαίξπηρ και Κομέντια Ντελ' Αρτε. Με την ίδια χαρά και την ίδια φυσικότητα».

Με δεδομένο ότι, κατά γενική ομολογία, η ποίηση περνά δύσκολες μέρες, μήπως ο ποιητής «αναγκάζεται» να στραφεί σε άλλα είδη λόγου; «Θα ήταν ψέμα να πει κανείς ότι γράφει για τον εαυτό του. Παρ' όλα αυτά δεν έγραψα τα παραμύθια για να επικοινωνήσω με άλλο κοινό και δεν έκανα κανένα σκόντο. Εχουν διαστάσεις ποιητικής σκέψης (άλλωστε το ένα, «Η κούκλα», είναι δοκίμιο), είναι γλωσσοκεντρικά και δεν δίστασα να χρησιμοποιήσω το πολυτονικό, παρότι ίσως να ξένιζε τους μικρούς αναγνώστες. Είναι κείμενα ειλικρινή, αφού δεν μπορώ να υποδυθώ κάτι άλλο έξω από μένα. Δεν θα μπορούσα ποτέ να κάνω κάτι που θα έφευγε από τη δική μου λογική, τις επιδιώξεις μου ή την πίστη μου στη σημασία και την αξία που αποτελεί η ποίηση για τη ζωή των ανθρώπων, μόνο και μόνο για ν' αποκτήσω ένα ευρύτερο κοινό», λέει και υπογραμμίζει: «Είναι μια εποχή αντιποιητική, γιατί είναι αντιπνευματική. Κάθε πνευματική τέχνη, για να μην πω σε διωγμό, είναι στο περιθώριο».

Και στην ερώτηση αν ελπίζει ότι αυτό το αντιπνευματικό κλίμα μπορεί ν' ανατραπεί απαντά: «Δεν ξέρω. Νομίζω ότι για ν' αλλάξει και να ευαισθητοποιηθούν οι άνθρωποι, θα πρέπει οι μικρές ηλικίες, τα παιδιά, πέρα από το τεχνοκρατικό πρότυπο της ζωής, πέρα από την αξία της οικονομικής ασφάλειας και της καριέρας, που προβάλλονται παντού, να ευαισθητοποιηθούν και να πάψουν να πιστεύουν ότι αυτοί είναι οι μόνοι στόχοι. Νομίζω ότι στα παιδιά πρέπει ν' ανοίξουμε ένα παράθυρο, πριν κλείσει. Ενα παράθυρο που είναι ανοιχτό στα μάτι και τη σκέψη τους και που βίαια το κλείνουμε. Αν έχουμε κάποια ελπίδα ν' αλλάξει αυτός ο μονόδρομος της ζωής, είναι οι μικρότερες γενιές να δουν κι αλλιώς τον κόσμο. Δεν νομίζω λοιπόν ότι ανεπίστρεπτα έχουμε χαθεί, ούτε ότι το Διαδίκτυο έχει σκοτώσει το βιβλίο. Πιστεύω ότι πάντα οι άνθρωποι θα ερωτεύονται, και θα έχουν ανάγκη της ποιητικής σκέψης όχι σαν διακόσμηση, αλλά σαν καταφύγιο. Εξαρτάται κι από μας πόσο τίμια επιμένουμε σ' αυτό που κάνουμε, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς παραίτηση».

[Ἡ συνέντευξη τῆς κας Ἰουλίτας Ἡλιοπούλου στήν δημοσιογράφο κα Ὄλγα Σελᾶ δημοσιεύεται στή σημερινή Καθημερινή (30/8/2008) καί μεταφέρεται αὐτούσια]

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 5 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΔΙΑΦΟΡΑ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  
 
Παρ, 29 Αύγ 2008 07:28 μμ

Δημήτρη Ἀθηνάκη, Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Ψυχαναλυτές με προβλήματα ψυχικά, ψυχαναλυτές-σχιζοφρενείς, ψυχαλυτές-δολοφόνοι, ψυχαναλυτές-ψυχαναλυτές. Κι απ' την άλλη, ψυχαναλυόμενοι σε ανάγκη, ψυχαναλυόμενοι από συνήθεια, ψυχαναλυόμενοι από περιέργεια, ψυχαναλυόμενοι από βαριεστιμάρα. Όλοι αυτοί παρελαύνουν περιπαθώς απ' τα διηγήματα που έχουν συγκεντρωθεί σ' αυτό το βιβλίο και προσπαθούν να βγουν στην επιφάνεια και να μιλήσουν στον αναγνώστη όχι μόνο γι' αυτά που έχουν "πάθει", αλλά για όλα εκείνα που νομίζουν ότι έχουν πάθει. Και οι ψυχαναλυτές βρίσκονται στο δρόμο των ψυχαναλυόμενων όχι μόνο για να τους βοηθήσουν, αλλά -παράλληλα- για να βοηθηθούν. Παντί τρόπω.
Οι Ιστορίες Ψυχοθεραπείας αναψηλαφούν και ανασύρουν στην επιφάνεια τόσο το πρόσωπο του ψυχαναλυτή όσο και του ψυχαναλυόμενου, όπως αυτά διαγράφονται σε διάφορες εκφάνσεις τους. Το πρόσωπό του ψυχαναλυτή δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την εικόνα που ο καθένας μας έχει σχηματίσει στο μυαλό του. Και εδώ κρύβεται το μυστικό των Ιστοριών Ψυχοθεραπείας
.


Ὁ Δημήτρης Ἀθηνάκης ἐπέλεξε καί μετέφρασε ὀκτώ ἱστορίες. Θεωρῶ, κατ' ἀρχήν, ὅτι ἡ μεταφραστική του δουλειά εἶναι πολύ καλή, ἐπειδή δέν μοῦ ἄφησε κενά, ἔτσι ὥστε δέν μ' ἐνδιέφερε, τελικά, νά γνωρίζω ἤ ν' ἀνατρέξω στά πρωτότυπα κείμενα.
Κατά δεύτερον, θεωρῶ ὅτι εἶναι πολύ καλός, γιατί χρησιμοποίησε ὡραία καί στέρεη ἑλληνική γλώσσα. Σωστή ἑλληνική, χωρίς ἰδιοτυπίες καί ἀγγλισμούς, πού, δυστυχῶς, συναντιοῦνται συχνά στίς μέρες μας, σέ ἀρκετές μεταφραστικές ἀπόπειρες.
Ἡ γλώσσα του εἶναι ἁπλή καί εὔληπτη, ἀλλά ἀπαιτήσεων, χωρίς, ὅμως, νά γίνεται λόγια ἤ ἐξεζητημένη, προκειμένου νά δείξει τήν γλωσσική δεινότητα ἤ, τό ἀναμφίβολο εὖρος τῶν ἱκανοτήτων καί τῶν γνώσεων τοῦ μεταφραστῆ.
Ὁ Δημήτρης Ἀθηνάκης δέν ἀφέθηκε στήν εὐκολία τῆς ἐπανάληψης λέξεων, δέν παρασύρθηκε ἀπό τή ροή τοῦ «νά τελειώνω».
Ἡ δουλειά του φανερώνει ὅτι βασανίστηκε καί, νομίζω, ὅτι ὁ κόπος του θ' ἀνταμειφθεῖ ἀπό τήν ὑποδοχή, πού θά ἔχει τό βιβλίο.
Διότι καί τά ἴδια τά κείμενα, σίγουρα, δέν ἦταν εὔκολα. Κι ἀκόμα κι ἄν ἡ ἐπιλογή τους ἔγινε ἀπό ἐκεῖνον, τό νά μπορέσει, ἐν τέλει, νά διαλέξει μιά ποικιλία θεμάτων, πού καί τό μέγεθός τους νά εἶναι μικρό καί σύντομο (ὀκτώ ἱστορίες, 187 οἱ καθαρές σελίδες) κι ὅταν εἶχε, μάλιστα, νά διαχειριστεῖ, τό «ἀπό μέσα» τους, σίγουρα, δέν ἦταν καί δέν θά μποροῦσε νά εἶναι μιά ἁπλή, εὔκολη καί γρήγορη δουλειά.
Ἡ ἐπιτυχία του, ἐξ ἄλλου, σ' αὐτό τό θέμα ἔγκειται στό ὅτι κατάφερε νά ἀκολουθήσει τόν ρυθμό τοῦ κάθε συγγραφέα καί νά μᾶς τόν μεταφέρει. Κατάφερε, ἐπίσης, νά μᾶς χρωματίσει τή σημερινή Ἀμερική καί τά ἀδιέξοδά της. Χωρίς νά ὀλισθαίνει σέ προσωπικές ἐξάρσεις. Πού θά μποροῦσε, ἐφ' ὅσον ὁ μεταφραστής εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων καί συνδημιουργός.
Καταλαβαίνει, πάντως, διαβάζοντας κάποιος τίς «Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας» ὅτι πρόκειται ὡραία σύγχρονη ἀμερικάνικη γραφή (κι αὐτό, ἐπίσης, ὀφείλεται στό ταλέντο τοῦ μεταφραστῆ) σέ ὡραία σύγχρονη καί φρέσκια ἑλληνική.
Γι΄ αὐτό καί συστήνω τό βιβλίο σ' ἐκείνους πού ἐνδιαφέρονται γιά θεματογραφίες τοῦ εἴδους.

 

Συγγραφεῖς τοῦ βιβλίου: Peter Collier, Martha McPhee, Francine Prose, Jonathan Baumbach, Charles Baxter, James Gorman, Barbara Lawrence, Steven Barthelme

[Ἱστορίες Ψυχοθεραπείας, ἐπιλογή-μετάφραση Δ. Ἀθηνάκης, ἐκδ. Μελάνι]

[Τό πρῶτο μέρος τοῦ κειμένου εἶναι μεταφορά ἀπό τό ὀπισθόφυλλο τοῦ βιβλίου καί ἀπό τόν πρόλογο τοῦ μεταφραστῆ]

 

Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 29 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΒΙΒΛΙΟ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  
 
Πεμ, 28 Αύγ 2008 01:48 μμ

Καλυψώ

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Ἡ Καλυψώ κοιτοῦσε σάν μαγνητισμένη ἔξω ἀπό τό παράθυρο τῆς κρεβατοκάμαράς της, παρ' ὅλο πού οἱ κουρτίνες ἦταν κλειστές ἀκόμη, ἐνῶ σκεφτόταν πώς δέν εἶχε, πραγματικά, καμιά διάθεση νά σηκωθεῖ, ἄν κι ἡ ὥρα ἦταν ἤδη δύο παρά εἴκοσι. Αἰσθανόταν μιά κούραση, μιά παράλυση σχεδόν σ' ὅλα της τά μέλη. "Οἱ χτεσινοβραδινές καταχρήσεις!;...", μονολόγησε καί τό στόμα της τσάκισε σέ μιά πικρή γκριμάτσα.
Ἅπλωσε τό χέρι της νωχελικά καί τράβηξε βαριεστημένα, ἀπό τό κομοδίνο δίπλα της, τό ἑβδομαδιαῖο περιοδικό μέ τήν τελευταία της συνέντευξη. Παρατήρησε τή φωτογραφία της στό ἐξώφυλλο. Ὁ Λάμπης, ὁ φωτογράφος, εἶχε κάνει, ὄντως, καταπληκτική δουλειά. Ὅπως κι ὁ Σῶζος, ὁ ψιμυθιολόγος.
Τό βλέμμα της σταμάτησε στή λάμψη, τή χαρά καί τή δύναμη πού ἀντανακλοῦσε ἡ ματιά της στή φωτογραφία. "Ἐγώ ἡ ἴδια εἶμαι ἄραγε;", ἀναρωτήθηκε προσπαθώντας, παράλληλα μέ τήν παραίτηση πού ἔνιωθε, ν' ἀνασυνθέσει καί μέσα της τήν ἴδια της τήν εἰκόνα.
Τῆς ἔλειπαν ὅμως κομμάτια. Σάν νά'ταν πάζλ. Ἡ Καλυψώ, ἡ ζωή της κι ὁ ἑαυτός της. Τόσο ἄσχετα μεταξύ τους ἤ τόσο ἀλληλένδετα κι ἐντούτοις ἀποδιοργανωμένα; Κι ὅμως ἐκείνη πίστευε πώς πάντα στό βάθος ἔλεγχε τίς κινήσεις της, τίς ἐπιλογές της, ἀλλά καί τό κόστος τους στήν ἕως τώρα ζωή καί καριέρα της. Ἀκόμη κι ὁ Τόνι, ὁ τελευταῖος ἐραστής της, τῆς ἔλεγε συχνά πώς τήν εὕρισκε ἀρκετά ἐγκεφαλική καί αὐτοελεγχόμενη.
"Βεβαίως", ἀναθυμήθηκε, "τότε πού ἔκανα αὐτή τή φωτογράφιση, βρισκόμουν στήν καλλίτερη φάση μου. Ὅτι εἶχα κλείσει τό πρῶτο μου καλό συμβόλαιο γιά φέτος τό καλοκαίρι κι ὁ Τόνι, ἐπί πλέον, μέ πολιορκοῦσε ἀσφυκτικά κάθε βράδυ, στό μαγαζί, μέ κήπους ὁλόκληρους ἀπό λουλούδια καί μέ κοσμήματα πού 'στελνε μέ τή σέσουλα στό καμαρίνι μου. Γιατί νά μή λάμπω;..."
Ξεφύλλιζε ἀφηρημένα τίς σελίδες τοῦ περιοδικοῦ συνεχίζοντας νά κοιτάζει ἔξω ἀπό τό παράθυρο, ἄν κι οἱ κουρτίνες τοῦ περέμεναν κλειστές. Δέν ἄντεχε τό πρωϊνό φῶς μέ τίποτα. Πρωϊνό, τρόπος τοῦ λέγειν, ἐφ' ὅσον πιά τήν εἶχαν προλάβει τά καταμεσήμερα. Ἀλλά γενικῶς, ὥς τώρα στή ζωή της, τό μόνο φῶς πού τά πήγαινε καλά μαζί του, ἦταν τό πρῶτο πρωϊνό, τό χάραμα κι ὕστερα τό ἁπαλό κι ὠχρό φῶς τοῦ δειλινοῦ.
Αὐτός ἄλλωστε ἦταν ὁ βασικότερος λόγος πού λάτρευε τό χειμώνα, ἐνῶ ἀντιπαθοῦσε μέ πάθος τό καλοκαίρι, πού ἔπρεπε νά περιμένει ἀτέλειωτες ὧρες ὥσπου ν' ἀρχίσει νά σκοτεινιάζει. Ἴσως γιατί μπερδευόταν, ἴσως καί γιατί περίσσευε ἤ τῆς περίσσευαν ὧρες, πιθανόν καί νά φοβόταν, μή γνωρίζοντας ἐν τέλει ποῦ νά σκοτώσει τόσο χρόνο. Τόσο χαμένο -ὅπως τόν θεωροῦσε- ἄν καί λάμποντα χρόνο.
Γύρισε πλάϊ ξανακλείνοντας τά βλέφαρα. Ὁ Τόνι τήν κούραζε πλέον. Κυρίως μέ τίς ἀπαιτήσεις καί τίς ἰδιοτροπίες του, πού ἄγγιζαν συνήθως τό ὅριο τοῦ βίτσιου. Ἡ Καλυψώ εἶχε ἀρχίσει νά μπερδεύεται. Διέκρινε ἐντελῶς ἀμυδρά σέ κάποιο ἀπροσδιόριστο βάθος νά ξεχωρίζει τό "θέλω" καί τό "παίρνω" γιά τή ζωή της.
Σίγουρα βέβαια τήν ἐνδιέφερε ἡ καριέρα της. Ὅπως τήν ἔκαιγε κι ὁ πυρεττός τῆς δημοσιότητας. Κι ἄλλο τόσο, σίγουρα, ἐπίσης, ἤθελε πάντοτε ἔνα δυνατό, ἀπ' ὅλες τίς ἀπόψεις, ἄντρα στή ζωή της. Κι εἶχε, ἡ ἀλήθεια, κάνει πολλές παραχωρήσεις ὥς τώρα, προκειμένου γιά κάτι ἤ καί γιά ὅλα τοῦτα, πού πρός τό παρόν κατεῖχε, ὅσο κι ἄν περιστασιακά ἤ καί προσωρινά.
Εἶχε καταφέρει ν' ἀποκτήσει ἕνα σπίτι πλήρως ἐξοπλισμένο, ἐδῶ στήν Καλλιτεχνούπολη, καί μάλιστα μέ πράγματα φερμένα ἀπ' ὅλα τά μέρη τοῦ πλανήτη, ὅσο κι ἄν ἀκριβοπληρωμένα, κι ἦταν, ὁπωσδήποτε, ἄκρως ὑπερήφανη γι αὐτό, ὅπως καί γιά τά μετρητά μέ τ' ἀρκετά μηδενικά πού εἶχε ὁ λογαριασμός της στήν Τράπεζα. Στήν καινούριγα, μικρή ἀκόμη, ἰδιωτική Τράπεζα τοῦ καλοῦ της.
Εὐτυχῶς μάλιστα, πού ὅταν κάηκε ἡ Πεντέλη, πρίν κάνα χρόνο, τό Κράτος φρόντισε νά σώσει τούς κατοίκους τῆς περιοχῆς καί τίς περιουσίες τους. Τό 'πε κι ὁ τότε ὑπουργός ἄλλωστε, "ὅλα φτιάχνονται. Οἱ ἄνθρωποι δέν ξαναφτιάχνονται μονάχα".
Πῶς νά ξαναξεκινήσεις ἀπό τήν ἀρχή; Κι ἄν κάηκε κάτι, πού οἱ γηραιές ἀντλίες τῆς Πυροσβεστικῆς καί τά , κατόπιν εἰδικῶν συνθηκῶν πτήσεων, πυροσβεστικά ἀεροπλάνα, δέν πρόλαβαν νά περισώσουν, ἤτανε δέντρα ἤ ζῶα καί πουλιά ἤ κάποια αὐθαίρετα, ἐκεῖνα τά πλινθόκτιστα, τά ἐλλενιτοσκεπῆ, πού ἄν καί μετριόνταν στά δάχτυλα, ἀσχήμαιναν ὅσο καί νά 'ναι τήν περιοχή μέ τίς ὡραῖες βίλες, τά δεκάδες ἀνάκτορα.
Ὁ ἐν λόγω ὑπουργός μάλιστα, ἦταν ἀδιαφιλονίκητος θαυμαστής της. Τήν γνώριζε ἀπό τότε, πού νέος κι αὐτός ἀκόμη, στό ξεκίνημα τῆς πολιτικῆς του σταδιοδρομίας, ἐπισκεπτόταν μέ τούς συντρόφους του τό μαγαζί πού ἡ Καλυψώ δούλευε τότε, κοριτσάκι στά δέκα ὀχτώ της, στή Βάρη.
Κι ἐκείνη τόν ψήφιζε. Ἔνιωθε δεμένη μαζί του. Ὄχι μ' αὐτόν δηλαδή-μέ τά ὁράματά του. Καθαρός δημοκράτης ὁ ἄνθρωπος. Καί ποιητής. Αὐτή, ἀδιαφιλονίκητα, ὁ κλίση του τήν ἔκανε νά τόν νιώθει ἀκόμη πιό κοντά της. Μιλοῦσε ὡραῖα. Τούς λόγους, εἰδικῶς, δέν τούς ἐκφωνοῦσε-τούς ἀπήγγειλε.
Ἀλλά τό βασικότερο-βοηθοῦσε. Ὅλον τόν κόσμο. Ἔτσι κι αὐτήν. Τήν εἶχε στείλει στούς κατάλληλους ἀνθρώπους πού εἶχαν τ' ἀντίστοιχα πόστα νά νομιμοποιήσει τό οἰκόπεδό της, νά βγάλει τήν ἄδεια οἰκοδομήσεως -γι' ἀποθήκη ἀρχικῶς- νά μή τῆς κάνουν ἔλεγχο ποτέ, κι ὕστερα, ἡ ἁρμόδια τεχνική ἑταιρεία -στήν ὁποία ἦταν μέλη τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου καί κάποια σόϊα τοῦ ὑπουργοῦ - ν' ἀνεγείρει τό τρίπατό της. Ἄν ὁ πολιτικός, σκεφτόταν κι ἐπικροτοῦσε ἡ Καλυψώ, δέν καταλαβαίνει τά προβλήματα τοῦ λαοῦ, τί πολιτικός εἶναι;
Τό μόνο πού τῆς ἔλειπε-μιά γερή φυσηξιά στή δουλειά της, νά τήν ἀνεβάσει στόν ψηλότερο οὐρανό τῆς δημοσιότητας, μιά καλή νεράϊδα πού μέ τό μαγικό ραβδάκι της θ' ἄλλαζε τό σκηνικό στή δισκογραφική της ἑταιρεία καί τήν καριέρα της καί θά τήν ἔστελνε στήν κορυφή.
Σαφῶς δέν εἶχε αὐταπάτες. Καί πῶς ἀλλιῶς δηλαδή; Στά εἴκοσι ὀχτώ της χρόνια τώρα, ἔχοντας περάσει ἀπό τήν ἐφηβεία της σχεδόν διά πυρός καί σιδήρου, πῶς νά 'χει ἀκόμη αὐταπάτες;
Ὅταν ἀκόμη πήγαινε στό Γυμνάσιο, τῆς εἶχε φουσκώσει τά μυαλά ὁ φίλος τῆς Μαριέττας, τῆς φίλης καί συμμαθήτριάς της, γιά τό ἁρμονικά θηλυκό της κορμί καί τίς σαγηνευτικά ἔντονες γωνίες τοῦ προσώπου της καί τήν εἶχε στείλει ἀπό ἕνα πρακτορεῖο μοντέλων, προκειμένου νά μπεῖ κι ἡ Καλυψώ στό δυναμικό του.
Ἐκεῖνοι μέ τή σειρά τους τῆς ὑποσχέθηκαν μιά καταπληκτική καριέρα, μοναδικές ἐμπειρίες καί φοβερές γνωριμίες. Τῆς ἄνοιξαν, μάλιστα, διάπλατα πόρτες καί παράθυρα φαντασίας σ' ἕναν κόσμο ἐντελῶς ἄγνωστό της ὥς τότε, ὅπως κι ἀπλησίαστο.
**
Χτύπησε τό τηλέφωνο. Ὁ ἦχος του διαπέρασε τή μεσημεριάτικη ἡσυχία τοῦ σπιτιοῦ, ἀλλά δέν ἔκανε καμιά προσπάθεια ἐκείνη ν' ἀπαντήσει. Τῆς ἦταν παντελῶς ἀδιάφορο ποιός πιθανόν τή γύρευε. Κι ἄν τελικῶς, ἔστω καί γιά ἀμιγῶς ἐπαγγελματικούς λόγους, τῆς ἦταν ἀπαραίτητος ἕνας τηλεφωνητής, ἀνέκαθεν ἀντιδροῦσε στήν τοποθέτησή του. Ἴσως προσπαθοῦσε μ' αὐτή της τήν ἐπιμονή νά δοκιμάσει κι ὅλας, πόσο ἰσχυρό ἦταν τό ἐνδιαφέρον ἐκείνων, πού μέ χιλιαδες λόγια τήν διαβεβαίωναν πώς τήν ἀγαποῦσαν καί πάντα τήν ἐπιθυμοῦσαν.
Τό τηλέφωνο σταμάτησε κι ὕστερα ἀπό λίγο ξαναχτύπησε πέντ'-ἕξι φορές. Ἡ Καλυψώ χαμήλωσε τόν ἦχο τοῦ κουδουνιοῦ του τότε καί γύρισε πλευρό.
Οἱ γονεῖς της ἀρνήθηκαν στήν ἀρχή, στόν πατέρα της μάλιστα οὔτε πού τόλμησε νά τό ἐκστομίσει, ἔτσι κι ἀλλιῶς κρυφά εἶχε πάει στήν πρώτης της συνέντευξη, ἀλλά ἡ μάνα της ἐν τέλει, μετά ἀπό ἀρκετές συζητήσεις καί καυγάδες πείστηκε, στά μαθήματα ἄλλωστε δέν ἔδειχνε καί καμιάν ἔφεση ἰδιαίτερη καί πρόοδο, ἀντίθετα, ἕνα μέλλον φαινόταν τώρα νά ξεχωρίζει γιά τήν κόρη της, ἕνα μέλλον μάλιστα ἀρκετά φωτεινό κι εὐοίωνο, τουλάχιστον ξεκινοῦσε μιά δουλειά -τά οἰκονομικά τῆς οἰκογένειας ἦταν ἐντελῶς περιορισμένα μ' ἄλλα δυό παιδιά κι ὅλας- πιθανῶς κι ἕνας καλός γάμος νά ἦταν γιά τήν κόρη της ἡ εὐτυχέστερη τῶν ἐξελίξεων, ὁπότε ἀνέλαβε νά ἑξηγήσει καί στόν πατέρα τῆς Καλυψῶς τά καθέκαστα καί νά τόν πείσει, ἔστω κι ἄν, μετά ἀπό τόσα χρόνια τώρα πιά, ἡ ἴδια ἡ Καλυψώ ἀναγνωρίζει πώς, ἤ αὐτή δέν ἔπρεπε τόσο νά ἔχει ἐπιμείνει ἤ ἡ μάνα της νά 'χει μέ κάποιο τρόπο καταφέρει νά τῆς ἀλλάξει τά μυαλά. Κανείς δέν χάνεται βέβαια, εἶναι ἀλήθεια, μά σίγουρα θά μποροῦσε νά 'χει ἀποφύγει πολλά πράγματα πού, κι ἄν δέν τά 'ξερε κέρδος θά 'χε παρά ζημιά.
Πολλές συμμαθήτριές της τότε τήν ζήλευαν. Πού εἶχε ἀρχίσει νά εἰσχωρεῖ στά μεγάλα σαλόνια, νά γνωρίζεται μέ κόσμο ἄλλου ἐπιπέδου καί, τό σπουδαιότερο, νά βγάζει χρήματα. Τά χρήματα, πραγματικά, τήν εἶχαν γλυκάνει τόσο ὅσο καί τήν εἶχαν παραμυθιάσει. Ἀπό τήν ἄλλη ὅμως, κατά ἕνα περίεργο τρόπο, γιά τήν ἡλικία της, τῆς αὔξησαν τήν ἀνασφάλεια.
Ἀντελήφθη πολύ γρήγορα πώς, ψάχνοντας ὅλο καί γιά καινούργια πρόσωπα, ὅλο καί γιά καινούργια σώματα τά διάφορα Πρακτορεῖα, δέν θά 'χε γιά πολλά χρόνια ψωμί σ' αὐτή τή δουλειά. Ἔπρεπε λοιπόν, ἀφ' ἑνός ν' ἀποταμιεύει κι ἀφ' ἑτέρου νά 'χει τό νοῦ της, νά βρεῖ κάτι καλλίτερο. Μιά δουλειά χωρίς ἡμερομηνία λήξεως.
Τ' ὄνειρό της ἦταν τό τραγούδι. Καί πράγματι, γνώρισε πολλούς μέντορες πού τούς ἐκμεταλλεύτηκε, ὅπως ἄλλωστε τήν ἐκμεταλλεύτηκαν κι ἐκεῖνοι. Ἀπό νεαρότατο μοντέλο ἀκόμη, ἐκτός ἀπό τίς ἐπιδείξεις ρούχων καί τά συναφῆ, ἦταν ἀναγκασμένη, μέ βάση ἕναν ὅρο τοῦ συμβολαίου της -πού δέν τόν εἶχε οὔτε ἡ Καλυψώ οὔτε κι οἱ γονεῖς της ἀντιληφθεῖ - νά προσφέρει τή συντροφιά της ἐπ' ἀμοιβῆ σέ μοναχικούς κυρίους, ἐπιχειρηματίες τό πλεῖστον, κατά τή διάρκεια δεξιώσεων καί παρομοίων κοινωνικῶν ἐκδηλώσεων.
Ἔτσι ἦταν κι ὅλας πού γνώρισε πολλούς καί μή ἐξαιρετέους ἀπό τήν ἀφρόκρεμα τῆς πολιτικῆς καί οἰκονομικῆς δύναμης τοῦ τόπου. Κι ὄχι μόνο Ἕλληνες, ἀλλά καί ξένους. Ἀναγκαιότης, ὅμως, τοὐλάχιστον, ἐπικερδής. Ἔμαθε πολύ καλά νά σερβίρει τόν ἑαυτό της καί ν' ἀποκομίζει μικρά βηματάκια γιά τήν καριέρα της. Ἡ συλλογή της, παρεμπιπτόντως, διέθετε δεκάδες δεκανίκια. Ὅλων τῶν εἰδῶν, ἀπό πλευρᾶς κατασκευαστικῆς, ὅπως κι ὅλων τῶν ἀποχρώσεων καί τῶν ἡλικιῶν ἐπίσης.
**
Σηκώθηκε μέ τά χίλια ζόρια νά φτιάξει ἕναν καφέ, ἀλλά τό βάρος ἀπό τό κεφάλι της δέν ἔλεγε νά ὑποχωρήσει. Καί τό σῶμα της τό 'νιωθε νά 'χει τήν πυκνότητα σούπας. Κάθε βῆμα της καί μιά σταγόνα πού ξέφευγε ἀπό τό πιάτο λές κι ἦταν τρύπιο καί πού σέ λίγο θά γινόταν ἀτμός.
Τό χτεσινοβραδινό πάρτυ στό σπίτι τοῦ Τόνι, ἀμέσως μετά τή δουλειά κι ὅλας, τήν εἶχε ἀποδιοργανώσει ἐντελῶς. Ἴσως ἔπρεπε νά τόν παρατήσει, ξανασκέφτηκε. Ἀλλά πάλι, δέν ἦταν ἀκόμη καιρός. Ὁ Τόνι ἦταν ὁ ἰδιοκτήτης μιᾶς ἁλυσσίδας ξενυχτάδικων μέ καλλίτερό του τό "Moonlight", τό τεράστιο κέντρο τῆς Παραλιακῆς πού ἡ Καλυψώ τραγουδοῦσε πέρυσι τό χειμώνα κάι πού, γιά τή νέα σαιζόν, τῆς εἶχε ὑποσχεθεῖ ὅτι θά ἦταν ἐπικεφαλής τοῦ ὅλου σχήματος.
Τό σπουδαιότερο εἶναι ὅμως, ὅτι αὐτός, ὁ Τόνι, εὐθυνόταν κυρίως καί γιά τό πολύ καλό καλοκαιρινό της συμβόλαιο μέ τόν Τρέκλα γιά τό "Sands" τῆς Βάρκιζας, ὅπως ἐπίσης καί γιά τόν καινούργιο προσωπικό της δίσκο πού τῆς ἔγραψε ὁ Ἥφαιστος, ὁ πολύ ταλαντοῦχος αὐτός νέος στιχουργός κάι μουσικοσυνθέτης, πού μ' ὅποιον καλλιτέχνη καί νά συνεργαζόταν τά τραγούδια του ἔκαναν θραύση, τά ταμεῖα τῶν μαγαζιῶν ἔσπαζαν καί στίς συναυλίες, ἀπό τήν κατά δεκάδες χιλιάδες συρροή τοῦ κόσμου -τῆς νεολαίας κυρίως- γινόταν σφαγή χριστιανῶν.
Ὅσο γιά κείνην, τελευταίως, ὅλοι οἱ σταθμοί τοῦ ραδιοφώνου καί τῆς τηλεόρασης -κι εἰδικά τῆς τηλεόρασης- ἔπαιζαν τό διαφημιστικό τοῦ δίσκου της κι ὅλοι οἱ παραγωγοί τῶν ἀντίστοιχων ραδιοφωνικῶν ἐκπομπῶν, ὁ ἕνας μετά τόν ἄλλον, τήν καλοῦσαν καί τήν παρουσίαζαν ὡς τό νέο ἀστέρι, ὡς τό μεγάλο ταλέντο τῆς δεκαετίας πού διανύουμε.
Ἤδη δηλαδή, ὅπως τῆς ἐκμυστηρεύτηκε χτές βράδυ ὁ ὑπεύθυνος δημοσίων σχέσεων τῆς δισκογραφικῆς της ἑταιρείας, μέσα σέ δυό μῆνες, ἀπό τό Πάσχα κάι δῶθε, ὁ δίσκος της εἶχε φτάσει σέ ρεκόρ πωλήσεων ἀγγίζοντας τά εἴκοσι πέντε χιλιάδες κομμάτια, ἔγινε πλέον χρυσός, κι ἐξακολουθοῦσε νά πουλάει σάν τρελός. Πῶς λοιπόν ν' ἀφήσει τόν Τόνι; Ἦταν πολύ νωρίς ἀκόμη... Ἔπρεπε, ὁπωσδήποτε, νά περιμένει...
**
Ἔνιωσε τόν δυνατό καφέ νά γλιστράει στόν οἰσοφάγο της, νά πέφτει ὁρμητικά στό ἄδειο της στομάχι, νά τό καίει κι ἀπό ἀντίδραση τό σῶμα της, προκειμένου ν' ἀμυνθεῖ, ν' ἀνασκουμπώνεται καί νά ξυπνάει. Παρ' ὅλ' αὐτά δέν ἤθελε νά βάλει οὔτε μιά μπουκιά στό στόμα της.
Τελευταίως κι ἡ παραμικρή ἔστω μυρουδιά ἤ ἀναφορά σκέψης ἤ κουβέντας σέ φαγητό τήν ἀνακάτωνε. Αἰσθανόταν τό στομάχι της νά γυρίζει τό μέσα-ἔξω. Τό χειρότερό της ἦταν ὅταν βρισκόταν στό σπίτι τοῦ ἐραστῆ της, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστός γιά τά παροιμιώδη πάρτυ του μέ τά ἑκατοντάδες ἐδέσματα ἐκτεθειμένα στίς ἀτέλειωτες σειρές τῶν μπουφέδων.
Ἐκείνη οὔτε πού πλησίαζε. Ἀντίθετα-ἐξαφανιζόταν. Μάταια προσπαθοῦσαν οἱ διάφοροι φίλοι κι εἰδικῶς ὁ Τόνι νά τήν πείσουν νά καθήσει μαζί τους. Προτιμοῦσε νά κρατάει μονίμως ἕνα γεμάτο ποτήρι οὑΐσκι στό ἕνα της χέρι, καί στό ἄλλο, ἀνελλιπῶς, ἕνα τσιγάρο.
Τήν ἐκνεύριζαν τά πάρτυ καί γενικότερα οἱ κάθε εἴδους κοσμικές συγκεντρώσεις. Ἀπό πολύ παλιά ἀκόμη, ἀπό τότε πού ὑποδυόταν τήν ὡραία καί μοιραία συνοδό τῶν ἀντρῶν τοῦ "καλοῦ κόσμου", εἶχε ἀνακαλύψει ἕναν τρόπο, ὥστε τό μυαλό της νά λείπει καί νά εἶναι παρούσα-ἀπούσα. Ἔτσι ἀπέφευγε καί τίς διάφορες συζητήσεις, στίς ὁποῖες ἦταν ἀναγκασμένη νά μετέχει, πράγμα πού ἄρεσε ἰδιαιτέρως στούς κατά καιρούς συνοδούς της καί τήν ἔκανε περιζήτητη, μέ ἀποτέλεσμα βεβαίως ν' ἀνεβαίνει καί τό κασέ της.
Ἐδῶ καί λίγο καιρό ὅμως δέν τά κατάφερνε πλέον, ὅσους τρόπους καί νά 'χε δοκιμάσει. Ἴσως καί νά 'χε κουραστεῖ. Τώρα πού τό σκεπτόταν μάλιστα, διακοπές δέν εἶχε πάει σχεδόν ποτέ. Δούλευε ἀσταμάτητα καί τά δέκα αὐτά τελευταῖα χρόνια τῆς ζωῆς της.
Ὄχι, ἄλλον κενό χρόνο, κι εἰδικά διακοπῶν, δέν χρειαζόταν. Ἔφτανε πού ἔρχονταν στιγμές, πού περίσσευε τῆς Καλυψῶς, τοῦ ἑαυτοῦ της τοῦ ἴδιου. Μά μήπως εἶχε καί φίλους; Γιά φίλοι της λογαριάζονταν μονάχα οἱ κατά καιρούς ἐραστές της κι οἱ διάφοροι γνωστοί τούς ὁποίους εἶχε ἀποκτήσει ἀπό τή δουλειά της.
Ἀλλά ὁ δεσμός της μέ τόν Τόνι τῆς εἶχε ἀνοίξει κι ἄλλους δρόμους, ὤφειλε τοὐλάχιστον νά τό πεῖ. Δρόμους καινούργιους γιά νἀ 'ναι παρούσα-ἀπούσα καί μάλιστα νά 'χει βελτιώσει καί τίς φυσικές της ἀντοχές. Γιατί βεβαίως, μ' ἄλλο τρόπο, ἤτανε σίγουρη, δέν θά τά 'βγαζε πέρα. Ἔτσι κι ἀλλιῶς δέν ἦταν ἡ μοναδική. Ὅλοι τό ἴδιο κάναν. Ἄνθρωποι συνηθισμένοι πού τούς ἤξερες ἤ κι ἄλλοι πού κἄν δέν τούς μέτραγε τό μάτι σου.
Ὅλοι τους μ' ἕνα ὑποκατάστατο ἤ μ' ἕνα "ἐνισχυτικό", γιά ν' ἀντέξουν τούς ρυθμούς πού ὑπαγόρευαν οἱ ἐπιλογές τους. Γιά νά 'ναι σέ φόρμα τό μυαλό κάι τό σῶμα τους, μά κυρίως γιά ν' ἀντέξουν τούς ἄλλους. Γιά ν' ἀντέξουν τίς σχέσεις τους καί τό ἀσήκωτο φορτίο τοῦ ἑαυτοῦ τους ἀπέναντι στούς ἴδιους τους τούς ἑαυτούς. Γιά νά φωτίζουν πάντοτε μιά καταπληκτική εἰκόνα μ' ἕνα εἴδωλο ἀναντικατάστατο στούς ἀφανέρωτους καί μυστικούς καθρέφτες τους. Αὐτή λοιπόν γιατί νά διαφέρει; Ἐξ ἄλλου, μιά φωτεινή στιγμή μές στό θολό καί παραπαῖον σήμερα, μέ ἀστραπή ἀθανασίας μοιάζει...
**
Σηκώθηκε νά κάνει μιά βόλτα, ἔκλεισε τό κλιματιστικό πού δούλευε συνεχῶς ἀπό τήν ὥρα πού εἶχε ἐπιστρέψει σπίτι της κι ἄνοιξε τή μεγάλη μπαλκονόπορτα τοῦ σαλονιοῦ νά μπεῖ φρέσκος ἀέρας, ἔστω κι ὁ πυρωμένος καλοκαιρινός λίβας πού φυσοῦσε ἔξω, μήπως κι αἰσθανθεῖ καλλίτερα. Τί νά τῆς κάνει βέβαια, μέσα στήν τόση ἀποφορά πού αἰσθανόταν νά τήν πνίγει, μιά, ὅσο κι ἄν βαθειά, εἰσπνοή ἀέρα; Ἀνίσχυρη, προσωρινά ἐπαρκής κι ἐλλιπής σάν πρέζα.
Κι ἡ ζωή της, ἀναλογίστηκε, εἶχε πάμπολλες ἀπαιτήσεις. Ὅπως κι ἡ δουλειά της ἐπίσης. Ἡ δημοσιότητα, οἱ κύκλοι τῶν ἀνθρώπων πού τήν περιστοίχιζαν καί πού κρεμόταν ἀπ' αὐτούς, ἀκόμα κι οἱ γονεῖς της καί τ' ἀδέλφια της, κι αὐτός ἐπί πλέον ὁ Τόνι, ὅλοι κι ὅλα εἶχαν ἀπαιτήσεις. Καί κυρίως ὁ ἑαυτός της. Ἔπρεπε νά στέκεται ὄρθιος καί νά 'ναι παντοῦ ἐντάξει. Καί τό σημαντικότερο νά μή φοβᾶται. Νά 'ναι πάντοτε κεφάτος, ἀτρόμητος κι ἀκμαῖος.
Πῶς νά τά καταφέρει λοιπῶν ἀλλιῶς; Γέμιζε τό ρεζερβουάρ της μέ τό καύσιμο πού σνίφαρε -μιά γερή ρουφηξιά, μιά εἰσπνοή ὥσπου τά πνευμόνια της νά πάρουνε φωτιά, ν' ἀναστενάξουν - ἔλυνε τό χειρόφρενο λές κι ἦταν ὁ ἰσχυρότερός της γόρδιος δεσμός, γκάζωνε κι ἔφευγε σάν ἀστραπή. Ποιός τήν ἔπιανε μετά, ποιός τήν κοίταζε, ποιόν ἔβλεπε κάι τί;...
Ἔπρεπε ἄλλωστε νά τά βγάζει πέρα καί μέ τίς παραξενιές τοῦ Τόνι. Τοῦ χρώσταγε, σαφῶς, δέν λέει, κι ἡ ἀνταπόδωση εἶναι νόμος. Ἐκείνη γύρευε τήν κορυφή κι ἐκεῖνος, τοὐλάχιστον, ἐρωτικά παιγνίδια μέ πολυποίκιλα ἀξεσσουάρ ἤ καί πέντ'- ἕξι συγχρόνως παρόντες ἐρωμένους κι ἐρωμένες. Ποιός ἄντεχε ἔτσι ἁπλᾶ;
Ὁ καφές δέν τήν συνέφερε ἀρκετά, ὅπως κι ὅλας τῆς ἦταν ἤδη ἀναμενόμενο. Ἀνέτρεξε στό ὑπνοδωμάτιο νά βρεῖ τό τσαντάκι της, νά βγάλει τό μικρό κουτάκι μέ τή θαυματουργή σκονίτσα, τό πραγματικό της ἐλιξήριο, νά εἰσπνεύσει καί νά στηλωθεῖ.
Ἔψαχνε, ἔψαχνε ἀλλά δέν τήν εὕρισκε πουθενά. Ἄρχισε νά τρέμει. Θρόμβοι ἱδρώτα τήν περιέλουσαν σύγκορμη. Οἱ κινήσεις της μπερδεύονταν, τό μυαλό της θόλωσε, σάν νά ἵδρωσε κι αὐτό, γέμισε παγωμένους ὑδρατμούς κι ἐνῶ ἕνα ρίγος τό περιέτρεχε, μιά ἀκινησία συγχρόνως τό μούδιαζε. Ὀρδές φόβων τήν κατακεραύνωσαν κι ἐκείνη ἔστεκε ἀδύναμη σάν παράλυτη καί τούς παρακολουθοῦσε. Καμιά σκέψη, καμιά λογική σκέψη, τοὐλάχιστον, δέν ἦταν ἱκανή νά ἐπιστρατεύσει καί νά ἐπιβάλλει στόν ἑαυτό της τήν τάξη.
Μιά κλαυθμωδία κι ἕνας πόνος τήν τάραξαν συθέμελα. Προσπάθησε νά τηλεφωνήσει στόν Τόνι. Αὐτός μέ τό πού τήν ἄκουσε ἀναλύθηκε σέ γέλια κι ἡ Καλυψώ, στό σημεῖο ἀκριβῶς πού ἔνιωσε νά τήν ἐξεγείρει ἕνας θυμός, ἐκεῖ ἀκριβῶς κατάλαβε πώς ἦταν ἐντελῶς ἀνίσχυρη. "Στό 'χα πεῖ, μωρό μου, χωρίς ἐμένα θά πεθάνεις... Ἔρχομαι σέ λίγο".
Δέν τοῦ ἀπάντησε τίποτα, μόνο κατέβασε τό ἀκουστικό, ἐνῶ ὁ ἀπόηχος τοῦ γέλιου του ἀκόμη ἔξυνε τήν ἀκοή της βίαια. Κι αὐτό τῆς ἀνέσκαπτε κι ἄλλους φόβους, πού τούς ἔκανε ν' ἀναβλύζουν ἀπό μιάν ἔκβαθη πηγή λές, πού δέν στείρευε ποτέ.
Πρώτη φορά συνειδητοποιοῦσε, μ' ὅσες δυνάμεις τῆς περίσσευαν βεβαίως γιά νά συνειδητοποιήσει, πώς εἶχε φτάσει σ' αὐτό τό σημεῖο ἐξάρτησης. Κι ὄχι γιατί δέν τῆς εἶχε ξανασυμβεῖ ἁπλῶς, μά γιατί συνήθως φρόντιζε νά μή μένει "ρέστη". - Μήπως ἔκρουε τή θύρα της τώρα, τάχατες, κάποιος Θεός;-
**
Ὁ Τόνι τή βρῆκε στό κρεβάτι της σ' ἐμβρυακή στάση ὅταν μπῆκε σπίτι της. Ἔκοψε μιά δόση καί τῆς τήν ἔδωσε. Εἰσέπνευσε κι ἐκεῖνος ἄλλη μία. Ξάπλωσε δίπλα της καί τήν ἀγκάλιασε.
Ἐκείνη ἄκουγε ἀκόμη τό γέλιο του. Δέν σάλεψε. Αὐτός προσπάθησε νά εἰσχωρήσει στόν ἐλάχιστο μικρότατο χῶρο, πού ἄφηνε κενό τό μισοφέγγαρο τοῦ κορμιοῦ της.
Δέν τόν ἀπώθησε-δέν τόν δέχτηκε. Οἱ κρύσταλλοι πού τήν περιέβαλλαν ἄρχισαν νά τήκονται, ὁμοίως μέ τό νερό πού κυλάει ζεστό στήν ἐπιφάνεια ἑνός ὡραίου, κατάλευκου μαρμάρου.
Ὁ ἐραστής προσπάθησε νά τανύσει τή δύσκαμπτη ἡμισέληνο. Πῶς νά βολέψεις στίς κινήσεις σου ὅμως τήν ἀκινησία ἑνός ἀγάλματος;
Κι ἤτανε δέκα χρόνια ἤδη ὅμηρος ἡ Καλυψώ σ' ἕναν κόσμο πού τήν περιχαράκωνε-ὠκεανός.
Τό ἄγαλμα σάν ν' ἄστραψε ξάφνου καί ν' ἀναδύθηκε μιά Νύμφη. Ἕνα τραγούδι ἀκούστηκε...
... Περιαυγής ἦταν, ὅταν γιά τελευταῖα φορά τήν κοίταξε ὁ Τόνι, δέν τοῦ μιλοῦσε πιά, λές καί δέν τοῦ 'χε ποτέ μιλήσει... Ἦταν λές καί ποτέ νά μή τήν εἶχε ἀγγίξει...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 7 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Πεμ, 28 Αύγ 2008 12:59 μμ

"Ἀργοπεθαίνει...

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 ὅποιος γίνεται σκλάβος τῆς συνήθειας, ἐπαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τίς ἴδιες διαδρομές, ὅποιος δέν ἀλλάζει περπατησιά, ὅποιος δέν διακινδυνεύει καί δέν ἀλλάζει χρῶμα στά ροῦχα του, ὅποιος δέν μιλεῖ σέ ὅποιον δέν γνωρίζει.

Ἀργοπεθαίνει ὅποιος ἀποφεύγει ἕνα πάθος, ὅποιος προτιμᾶ τό μαῦρο γιά τό ἄσπρο καί τά διαλυτικά σημεῖα πάνω στό "ι" ἀντί ἑνός συνόλου συγκινήσεων, πού κάνουν νά λάμπουν τά μάτια, πού μετατρέπουν ἕνα χασμουρητό σέ ἕνα χαμόγελο, πού κάνουν τήν καρδιά νά κτυπᾶ στό λάθος καί στά συναισθήματα.

Ἀργοπεθαίνει ὅποιος δέν ἀναποδογυρίζει τό τραπέζι, ὅποιος δέν εἶναι εὐτυχισμένος στή δουλειά του, ὅποιος δέν διακινδυνεύει τή βεβαιότητα γιά τήν ἀβεβαιότητα γιά νά κυνηγήσει ἕνα ὄνειρο, ὅποιος δέν ἐπιτρέπει στόν ἑαυτό του, τουλάχιστον  μιά φορά στή ζωή του, νά ἀποφύγει τίς ἐχέφρονες συμβουλές.

Ἀργοπεθαίνει ὅποιος δέν ταξιδεύει, ὅποιος δέν διαβάζει, ὅποιος δέν ἀκούει μουσική, ὅποιος δέν βρίσκει σαγήνη στόν ἑαυτό του.

Ἀργοπεθαίνει ὅποιος καταστρέφει τόν ἔρωτά του, ὅποιος δέν ἐπιτρέπει νά τόν βοηθήσουν, ὅποιος περνάει τίς μέρες του παραπονούμενος γιά τήν  τύχη του ἤ γιά τήν ἀσταμάτητη βροχή.

Ἀργοπεθαίνει ὅποιος ἐγκαταλείπει μιά ἰδέα του πρίν τήν ἀρχίσει, ὅποιος δέν ρωτᾶ γιά πράγματα πού δέν γνωρίζει.

Ἀποφεύγουμε τόν θάνατο σέ μικρές δόσεις, ὅταν θυμόμαστε πάντοτε ὅτι γιά νά εἶσαι ζωντανός χρειάζεται μιά προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη ἀπό τό ἁπλό γεγονός τῆς ἀναπνοῆς.

 

Μόνο ἡ ἔνθερμη ὑπομονή θά ὁδηγήσει στήν ἐπίτευξη μιᾶς λαμπρῆς εὐτυχίας.

 

[Ἕνα μικρό ἀριστούργημα τοῦ Pablo Neruda μεταφρασμένο ἀπό Ἰταλική δημοσίευση ἀπό τόν Βασίλη Χατζηγιάννη. ]

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 14 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ   ΔΙΑΦΟΡΑ  
 
Τετ, 27 Αύγ 2008 10:48 μμ

Μορύα: Ἡ δύναμη τῆς σκέψης

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Σκεφτεῖτε πῶς θά στολίσετε κάθε μέρος᾿

ἔτσι θά προστατευτεῖτε καλλίτερα από τά σκουπίδια.

**

Σκεφτεῖτε πόσο ὄμορφο εἶναι τό αὔριο᾿

ἔτσι θά μάθετε νά κοιτάζετε μπροστά.

**

Ἀναλογιστεῖτε πόσο μικρή εἶναι ἡ Γῆ᾿

ἔτσι θά βελτιώσετε τήν κατανόησή σας γιά τίς σχέσεις.

**

Ἡ μετριότητα δέν ἔχει ἐξυψωμένες σκέψεις καί μέσα στήν ἀνοησία της

προτιμᾶ νά χτυπήσει στόν τοῖχο, παρά νά κοιτάξει πρός τά πάνω.

**

Δῶστε στά παιδιά τήν εὐκαιρία νά σκεφτοῦν.

**

Ἡ ἐκλέπτυνση τῆς σκέψης παρέχει μία δίοδο πρός τήν ἐκλέπτυνση

τῆς ζωῆς. Ἡ ἐκλέπτυνση εἶναι, ἐπίσης, ἀνύψωση καί αὔξηση.

**

Ἡ λέξη δέν εἶναι παρά ἡ σκόνη

ἀπό τήν πνοή μιᾶς δημιουργικῆς σκέψης.

**

Ἡ ἀνθρώπινη σκέψη εἶναι Πῦρ.

Ἡ σκέψη παρέχει μορφή᾿

ἡ σκέψη παρέχει δημιουργικότητα᾿

ἡ σκέψη παρέχει τήν ἐφέλκυση ἑνός μαγνήτη.

**

Ὅταν οἱ ἄνθρωποι ἀποδεχτοῦν τή δυνατότητα ἀποστολῆς τῆς σκέψης,

θά κατανοηθοῦν οἱ συνθῆκες πού ὁδηγοῦν αὐτές τίς λεπτοφυεῖς

δραστηριότητες. Θά ποῦν ὅτι χρειάζεται ἁρμονία, ἀλλά ἡ ἁρμονία

δέν καθορίζει ποιό κέντρο θά ἐμπλακεῖ.

Στή μεταβίβαση τῆς σκέψης ὁ κύριος ὑποκινητής εἶναι ἡ καρδιά.

Ἐσεῖς πού στέλνετε σκέψεις, συντονίστε τίς καρδιές σας,

ἀλλά θυμηθεῖτε ὅτι ἡ ἔνταση τῆς καρδιᾶς φέρει τήν ἀπειλή 

τῆς πύρινης ἀνάφλεξης.

**

Οἱ ἄνθρωποι εἶναι ἕτοιμοι νά προδώσουν ἀκόμη καί τόν ἴδιο τους

τόν πλανήτη, προκειμένου νά μή χρειαστεῖ νά σκεφτοῦν.

 

['Αποσπάσματα ἀπό τό βιβλίο "Ἡ δύναμη τῆς Σκέψης" τοῦ Μορύα, ἐκδ. Ἰάμβλιχος, πού διάβασα στίς διακοπές. 

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 15 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΒΙΒΛΙΟ   ΔΙΑΦΟΡΑ   ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ  
 
Τρι, 26 Αύγ 2008 09:34 μμ

Τό Τοτέμ τοῦ Λύκου

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

Ξέρεις τί εἶναι τό τοτέμ τοῦ λύκου; Μιά πνευματική δύναμη ἑνός πρός δέκα, πρός ἑκατό, χίλιους, δέκα χιλιάδες. Προστατεύει τή μεγάλη ζωή στό βοσκότοπο. Ὁ οὐρανός ἀνέκαθεν ἔβλεπε ὅτι ἡ μεγάλη ζωή κουμαντάρει τή μικρή, ὅτι ἡ ζωή τοῦ οὐρανοῦ κουμαντάρει ἐκείνη τῶν ἀνθρώπων. Ἄν τιμᾶς πραγματικά τό τοτέμ τοῦ λύκου, πρέπει νά στηρίξεις τόν οὐρανό καί τή γῆ, τή φύση καί τή μεγάλη ζωή τοῦ βοσκότοπου, ὀφείλεις νά συνεχίσεις νά παλεύεις ὅσο ὑπάρχει ἔστω κι ἕνας λύκος.

 

Στά τέλη τοῦ 1960 ὁ Κινέζος φοιτητής Τσέν Ζέν προσφέρει ἐθελοντική ἐργασία σ' ἕναν ἀπομονωμένο καταυλισμό νομάδων στή Μογγολία. Ἐκεῖ ἀνακαλύπτει ἕναν κόσμο πού δέν εἶχε ποτέ του φανταστεῖ: μιά εἰδυλλιακά ἁπλή ζωή, βασισμένη στήν αἰώνια μάχη μεταξύ λύκων καί ἀνθρώπων, σ' ἕνα συνεχή ἀγώνα γιά ἐπιβίωση.

 

Ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου εἶναι ὁ Ζιάνγκ Ρόνγκ (ψευδώνυμο τοῦ Λού Τζιανμίν), ὁ ὁποῖος γεννήθηκε στό Πεκίνο τό 1946 καί εἶναι καθηγητής Πανεπιστημίου. Μέχρι πρότινος ἐλάχιστοι γνώριζαν τήν ταυτότητα τοῦ συγγραφέα, ἀφοῦ λόγω τῶν πολιτικῶν του πεποιθήσεων οἱ κινέζικες Ἀρχές δέν θά ἐπέτρεπαν νά ἐκδοθεῖ μυθιστόρημα μέ τό πραγματικό του ὄνομα.

Εἶχε φυλακιστεῖ δύο χρόνια  γιά τό ρόλο του στήν ἐξέγερση τῶν φοιτητῶν τῆς πλατείας Τιέν ἄν μέν, ἐνῶ ἀκόμα καί σήμερα ἀπαγορεύεται νά διδάξει στό Πανεπιστήμιο. Ζεῖ΄στό Πεκίνο μέ τή γυναίκα του.

 

Τό διάβασα στίς διακοπές, χωρίς νά μπορῶ νά τό ἀφήσω ἀπό τά χέρια μου, καί χωρίς νά μπορῶ ν' ἀρχίσω κάποιο ἄλλο γιά μέρες μετά. Εἶναι ἕνα μυθιστόρημα ἀπό αὐτά πού δέν γράφονται πιά στίς μέρες μας. Ἐπικό, ἀλληγορικό, ἀναλυτικά περιγραφικό, διδακτικό, γεμᾶτο στιγμιότυπα ζωῆς καί εἰκόνες ἑνός κόσμου πού εἶναι τελείως ἄγνωστος γιά μᾶς, καί πού δέν ὑπάρχει σήμερα οὔτε γιά τούς Μογγόλους ἤ τούς Κινέζους. Πολλά του σημεῖα μιλᾶν κατευθείαν στήν καρδιά.

 

Σημ.: Ἡ φωτογραφία τοῦ γκρίζου λύκου εἶναι ἀπό προηγούμενο πόστ τοῦ τροβαδούρου.

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 40 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ POSTS ΓΙΑ: ΒΙΒΛΙΟ   ΔΙΑΦΟΡΑ   ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ  
 
Τρι, 26 Αύγ 2008 02:52 μμ

Ἕνα δῶρο

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ

 

Σέ ὅσους

ἔμειναν πίσω,

σέ κείνους

πού ἑτοιμάζονται

νά φύγουν

 

ΜΕΓΕΘΥΝΣΗ
Facebook Twitter Google Bookmarks
 
ΣΧΟΛΙΑ: 31 | ΔΕΙΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ / ΣΧΟΛΙΑΣΤΕ
 
Avatar
Δίχως ρίζες στον ουρανό δεν φτάνεις
Συγγραφέας, Reiki Teacher
ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΣE ΑΥΤΟ ΤΟ BLOG
Copyright© 2009 ΔΥΟΔΕΚΑ Α.Ε.       Ανάπτυξη εφαρμογής verve VERVE Internet & Open Source Solutions  / Διεύθυνση project FairyNetwork