Μια γυναίκα σε μια μπανιέρα. Έχει πιει για να ξεχάσει, Cliché, για αυτό και δεν τα κατάφερε.
Όταν κοιτάχτηκα στον καθρέφτη τρόμαξα. Γι αυτό την κράτησα αυτή την φωτογραφία μπας και καταλάβω κάποτε ότι το μεγαλύτερο κακό μπορούμε να μας το κάνουμε μόνο εμείς.
Maquillage βαρύ, rimmel να μουτζουρώσει τα μάτια όταν θολώσει το βλέμμα να κλείνει ανθρώπους κι ορίζοντες απ' έξω και κραγιόν κόκκινο σαν φρέσκο αίμα.
Δεν τους θέλω τους ανθρώπους έναν ήθελα κι αυτός δεν υπάρχει και ποιος ορίζοντας αντέχεται χωρίς την προσμονή του.
Δεν θα έρθει ποτέ ξανά να με φιλήσει, ούτε για λίγο δεν θα έρθει ούτε πολύ θα με φιλήσει.
Πείτε με αναξιοπρεπή και έρμαιο των παθών μου αλλά αφήστε με ήσυχη να ματώσω τα πόδια μου με τον μόνο τρόπο που αντέχω ξυπόλητη, χωρίς παπούτσια γκέισας.
Η απόσταση ανάμεσα στην ζωή και στα πατώματα δεν είναι μεγάλη.
Ένας άντρας δρόμος είναι.
Μετά δυνάμωσα την μουσική «για μένα όσο υπάρχει ένα μπουκάλι θα θάβω αυτά που στο κεφάλι μείναν απ' το παρελθόν». Να τελειώνουμε με το παρελθόν.
Μετά σηκώθηκα και πλύθηκα. Τέρμα οι μουτζούρες. Δεν μ' αρέσουν οι μουτζούρες.
Μ' αρέσουν τα κινηματογραφικά πρόσωπα, μάτια που βουρκώνουν τόσο όσο να γυαλίσουν και να καθρεφτιστεί μέσα τους το όνειρο που έσπασε, κόκκινα χείλια που δεν ξεθωριάζουν, δεν μουτζουρώνονται αφήνουν σημάδια μόνο όταν θες, όπου θες. Έχουμε και μια ματαιοδοξία να σκεφτούμε.