Λίγο να προσέξεις μπορεί η παλιά πληγή ν’ αργήσει να ματώσει.
Παίρνεις τα μυστικά σου, τα ψέματα, τις μουτζουρωμένες σου εικόνες, τα σπασμένα παιγνίδια, τα παρακάλια, τους αποχαιρετισμούς και τις αρνήσεις σου τα κλείνεις σε ένα μπαούλο και φεύγεις. Τα αφήνεις πίσω σου και φεύγεις και λες γλίτωσα! Καινούρια ζωή, καινούρια ρούχα, καινούρια φιλιά Λίγο να προσέξεις μπορεί η παλιά πληγή ν' αργήσει να ματώσει. Η καρδιά «κλειστή σε γόβα» που θα σε προστατέψει όταν ματώσει. Δεν θα ξαναδεί κανείς την πληγή σου. Το έμαθες εδώ και πολλά χρόνια, ασπίδα σου τα μυστικά σου κι όταν δεν φτάνει κι άλλη ασπίδα τα ψέματα σου και μετά η φυγή. Μεταξωτή ομπρέλα, δαντελένια γάντια, κόκκινο κραγιόν, και τα μεγάλα μαύρα γυαλιά κράτησες μόνο. Εκείνο το διαμαντένιο δαχτυλίδι τελικά ήταν ζιργκόν αλλά το φοράς ακόμη «μια θεατρίνα μες στα στρας φυλακισμένη» καλέ μου Ά. Ένα kir royal, η crème de cassis έχει το ίδιο χρώμα με το αίμα που κρύβεις. Παίζεις με το ζιργκόν το ρίχνεις μέσα στο κολονάτο ποτήρι το ξαναβγάζεις λίγο πριν την τελευταία γουλιά που ποτέ δεν πίνεις και το ξαναφοράς. Κοιτάς τις μεγάλες βαλίτσες των άλλων και τους οικτίρεις γιατί τους ζηλεύεις. Πόσα πολλά πράγματα αγαπούν τόσο πολύ που δεν μπόρεσαν ν' αφήσουν πίσω τους. Κοιτάς πιο καλά είναι δυο και χωράν τα πράγματα τους σε μια βαλίτσα. Είσαι ένας και η «κλειστή γόβα» σου έχει αίμα. Προχωράς και σκοντάφτεις στη ζωή που άφησες κι είναι πάλι μπροστά σου. Σε ένα μπαούλο τα μυστικά σου, οι πληγές, τα ψέματα, οι μουτζουρωμένες σου εικόνες, τα σπασμένα παιγνίδια, οι εκκλήσεις και οι αρνήσεις σου. Θα πληρώσεις και γι αυτόν που τυχαία βρέθηκε δίπλα σου ένα kir royal. Θα πληρώσεις για να καθίσει λίγο ακόμη δίπλα σου. Θα πληρώσεις για να δεις κάποιον να κάθεται δίπλα σου Θα πληρώσεις για να σ' ακούσει να μιλάς για εκείνο το ταξίδι Θα πληρώσεις και θα περιμένεις να ξεραθεί το αίμα στην «κλειστή γόβα». Βγάζεις το ζιργκόν και κοιτάζεις την λάμψη του, το ξαναφοράς. Τον αποχαιρετάς σκύβεις και σηκώνεις το μπαούλο σου. Γυρίζεις πίσω πριν σκοντάψεις πάλι
|
Ήταν ένα γράμμα που δεν γράφτηκε ακόμη
Μέσα στη παλιά σιφονιέρα βρήκα ένα γράμμα. Βρήκα το λόγο για να μείνω κι έμεινα. Σπίτι με βότσαλα παντού, κουρτίνες από λευκή γάζα μεγάλα μαξιλάρια ντυμένα με καραβόπανο, σιδερένια κρεβάτια με λινά σεντόνια. Τρεις αντίκες της γιαγιάς και το ραδιόφωνο του παππού έφερα όταν ήρθα. Όλα τα άλλα να πάνε στο καλό τους, δεν χωρούσαν στο σπίτι μας. Να ακούω απ' το πρωί το κύμα να σκάει, να μου κάνει παρέα, και να μαγειρεύω μόνο φρέσκο ψάρι και γυαλιστερές και κυδώνια και να φοράω το λινό άσπρο καφτάνι που μου αγόρασες εσύ. Όταν λείπεις, λύπεις, και θέλω να βάλω μαύρα αλλά δεν θέλω να γυρίσεις ξαφνικά και να με βρεις έτσι. Ανοίγω το παράθυρο και είναι πρωί και κάθομαι με το διπλό ελληνικό μου να κοιτάζω τα καράβια που μπαίνουν στο «λιμάνι μου», γυναίκα ναυτικού σημαίνει να «είμαι έτοιμη κάθε μέρα, χωρίς να ξέρω πότε θα είναι « η μέρα», να σ' αγκαλιάσω και να σου στρώσω στο μπαλκόνι να καθίσεις να ξεκουραστείς. Εγώ δίπλα σου κι η θάλασσα μπροστά σου. Όχι για να διαλέξεις, σ΄ αγαπάμε κι οι δυο. Όποια κι αν χάσεις θα είσαι μισός. Κι εμείς σε θέλουμε ολόκληρο στην ζωή σου γιατί αλλιώς « μισή η ζωή μας». Να σε κοιτάω και εσύ να κοιτάς την θάλασσα... Το ένα σου χέρι απάνω μου και τ' άλλο απλωμένο πάνω στην ανάσα της... Η θάλασσα δεν σταματάει ποτέ να σε φωνάζει και να σου τάζει και να μου ταράζει τα σωθικά. Φουρτούνα μέσα μου κάθε φορά που σου λέω σ' αγαπώ και δεν μ' ακούς. Μ' ακούς καπετάνιε μου; Φουρτούνα μέσα μου κάθε φορά που σου λέω σ' αγαπώ και εσύ ξαποσταίνεις από το ταξείδι. Μ' ακούς καπετάνιε μου; Φουρτούνα μέσα μου κάθε φορά που σου λέω σ' αγαπώ και μ' ακούς και δεν γυρνάς να με κοιτάξεις καθώς μπαίνεις στο καράβι. Μ' ακούς καπετάνιε μου; Έτσι είναι φτιαγμένες η θάλασσα και οι καρδιές να έχουν φουρτούνα καπετάνιε μου, εσύ μου το έμαθες. Το τέλειωσα και το ξανάκλεισα πάλι μέσα. Πότε θα το γράψω για να στο στείλω;
|
25°C





/ Διεύθυνση project